Κώστα Βάρναλη: Η μάνα του Χριστού - Φαιακία

Κώστα Βάρναλη: Η μάνα του Χριστού

Από τα πιο ται­ρια­στά κεί­με­να για την ημέ­ρα, το έργο του Κώστα Βάρ­να­λη, που υπερ­βαί­νει δογ­μα­τι­κά θεο­λο­γι­κά ζητή­μα­τα και στέ­κε­ται με σεβα­σμό μπρο­στά στην υπέρ­τα­τη μάνα… Αυτήν, που συμ­βο­λί­ζει την κάθε μάνα, που το παι­δί της επέ­λε­ξε συνει­δη­τά τον δρό­μο του μαρ­τυ­ρί­ου και του πόνου αντί της προ­σαρ­μο­γής και του συμβιβασμού…

Εκδό­θη­κε για πρώ­τη φορά το 1922 στην Αλε­ξάν­δρεια, μέρος της συλ­λο­γής ‘Το φως που καί­ει’ με το ψευ­δώ­νυ­μο: Δήμος Τανά­λιας

Πάντα θυμό­μα­στε τον λόγο του ποι­η­τή αυτές τις μέρες κι με αυτόν τιμά­με την ουσία των ημε­ρών: Τα Πάθη και την αισιο­δο­ξία της ανάστασης…

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted

Κώστα Βάρναλη: Η μάνα του Χριστού

Από τα πιο ται­ρια­στά κεί­με­να για την ημέρα,
το έργο του Κώστα Βάρ­να­λη, που υπερ­βαί­νει δογ­μα­τι­κά θεο­λο­γι­κά ζητή­μα­τα και
στέ­κε­ται με σεβα­σμό μπρο­στά στην υπέρ­τα­τη μάνα… Αυτήν, που συμ­βο­λί­ζει την κάθε
μάνα, που το παι­δί της επέ­λε­ξε συνει­δη­τά τον δρό­μο του μαρ­τυ­ρί­ου και του πόνου
αντί της προ­σαρ­μο­γής και του συμβιβασμού…

Εκδό­θη­κε για πρώ­τη φορά το 1922 στην
Αλε­ξάν­δρεια, μέρος της συλ­λο­γής ‘Το φως που καί­ει’ με το ψευ­δώ­νυ­μο: Δήμος
Τανάλιας

Πάντα θυμό­μα­στε τον λόγο του ποι­η­τή αυτές τις
μέρες κι με αυτόν τιμά­με την ουσία των ημε­ρών: Τα Πάθη και την αισιο­δο­ξία της ανάστασης…

  



0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted

Κώστα Βάρναλη: Η Μάνα του Χριστού


Πώς οι δρό­μοι εβω­δά­νε με βάγια στρω­μέ­νοι,
ηλιο­πά­τη­τοι δρό­μοι και γύρο μπα­ξέ­δες!
Η χαρά της γιορ­τής όλο πιό­τε­ρο αξαί­νει
και μακριά­θε βογ­γά­ει και μακριά­θε ανεβαίνει.

Τη χαρά σου, Λαο­θά­λασ­σα, κύμα το κύμα,
των αλλώ­νε τα μίση και­ρό τηνε θρέ­φαν
κι αν η μάβρη σου κάκη­τα δίψαε το κρί­μα,
νά που βρή­κε το θύμα της, άκα­κο θύμα!

Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ λαχτα­ρή­σει
(είταν όνει­ρο κ’ έμει­νεν, άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου αδέρ­φια να σ’ είχα γεν­νή­σει
κι από δόξες αλάρ­γα κι αλάργ’ από μίση!

Ένα κόκ­κι­νο σπί­τι σ’ αβλή με πηγά­δι…
και μια δρά­να γιο­μά­τη τσα­μπιά κεχρι­μπά­ρι…
νοι­κο­κύ­ρης καλός να γυρ­νάς κάθε βρά­δι,
το χρυ­σό, σιγα­λό και γλυ­κό σαν το λάδι.

Κι’ άμ’ ανοί­γεις την πόρ­τα με πριό­νια στο χέρι,
με τα ρού­χα γεμά­τα ψιλό ροκα­νί­δι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμ­βία περι­στέ­ρι
ν΄ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι.

Κ’ αφού λίγο στα­θείς και το σπί­τι γεμί­σει
τον καλό σου τον ήσκιο, Πατέ­ρα κι Αφέ­ντη,
η ακρι­βή σου να βγά­νει νερό να σου χύσει,
ο ανυ­πό­μο­νος δεί­πνος με γέλια ν’ αρχίσει.

Κι ο κατό­χρο­νος θάνα­τος θά φτα­νε μέλι
και πολ­λή φύτρα θά φηνες τέκνα κι αγγό­νια
καθε­νού και κοπά­δι, χωρά­φι κι αμπέ­λι,
τ’ αργα­στή­ρι εκει­νού, που την τέχνη σου θέλει.

Κατε­βά­ζω στα μάτια τη μάβρην ομπό­λια,
για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέ­πει…
Ξεφα­ντώ­νουν τ’ αηδό­νια στα γύρο περ­βό­λια,
λεϊ­μο­νιάς σε κυκλώ­νει λεπτή μοσκοβόλια.

Φέβγεις πάνου στην άνοι­ξη, γιέ μου καλέ μου,
Άνοι­ξή μου γλυ­κιά, γυρι­σμό που δεν έχεις.
Η ομορ­φιά σου βασί­λε­ψε κίτρι­νη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοι­τάς, πώς μαδιέ­μαι, γλυ­κέ μου!

Καθώς κλαί­ει, σαν της πέρ­νουν το τέκνο, η δαμά­λα,
ξεφω­νί­ζω και νόη­μα δεν έχουν τα λόγια.
Στύ­λω­σέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγά­λα:
τρέ­χουν αίμα τ’ αστή­θια, που βύζα­ξες γάλα.

Πώς αδύ­να­μη στά­θη­κε τόσο η καρ­διά σου
στα λαμπρά Γερο­σό­λυ­μα Καί­σα­ρας νά μπεις!
Αν τα πλή­θη αλα­λά­ζα­νε ξώφρε­να (αλιά σου!)
δεν ηξέ­ραν ακό­μα ούτε ποιο τ’ όνο­μά σου!

Κει στο πλά­γι δαγκά­ναν οι οχτροί σου τα χεί­λη…
Δολε­ρά ξεση­κώ­σα­νε τ’ άγνω­μα πλή­θη
κι όσο ο γήλιος να πέσει και νά ρθει το δεί­λι,
το στα­βρό σου καρ­φώ­σαν οι οχτροί σου κ’ οι φίλοι.

Μα για­τί να στα­θείς να σε πιά­σουν! Κι ακό­μα,
σα ρωτή­σα­νε: «Ποιος ο Χρι­στός;» τί πες «Νά με»!
Αχ! δεν ξέρει, τί λέει το πικρό μου το στό­μα!
Τριά­ντα χρό­νια παι­δί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!

[πηγή: Κώστας Βάρ­να­λης, Ποι­η­τι­κά. Το φως που καί­ει. Σκλά­βοι Πολιορ­κη­μέ­νοι. Ποι­ή­μα­τα, εκδό­σεις «Ο Κέδρος», Αθή­να 2006, σ. 64-66]

 ______________

από­σπα­σμα από τη μαρ­τυ­ρία του Βάρ­να­λη για το ποί­η­μα , όπως δημο­σιεύ­τη­κε στα ” Φιλο­λο­γι­κά Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα” του, ως απά­ντη­ση στις κατη­γο­ρί­ες της εφη­με­ρί­δας ‘Εστία” της 10-11-1924.:


“Εγώ έγρα­ψα ό,τι έγρα­ψα σαν ποι­η­τής. Ήθε­λα να ολο­κλη­ρώ­σω τη Μάνα-Σύμ­βο­λο. Να της δώσω

(το κατά δύνα­μη) όλο εκεί­νο το απέ­ρα­ντο βάθος, που έχει η πραγ­μα­τι­κή μητρό­τη­τα, που είναι ο πρώ­τος και έσχα­τος νόμος της ζωής και όχι θάμα. Αυτό άλλω­στε κάνα­νε και οι περισ­σό­τε­ροι εκκλη­σια­στι­κοί ύμνοι. Απ’ αυτούς πήρα τον τόνο και μάλι­στα του Ρωμα­νού του Μελω­δού. Μονά­χα έτσι μας φέρ­νου­νε όλοι αυτοί πιο κοντά στην ανθρώ­πι­νη αισθα­ντι­κό­τη­τά μας τη Μάνα-Σύμ­βο­λο, τον τελειω­μέ­νο τύπο όλων των πονε­μέ­νων μανά­δων.

Το έργο τρα­γου­δι­σμέ­νο από την Μαρία Δημη­τριά­δη σε μου­σι­κή Νίκου Μαμαγκάκη


0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted

Κώστα Βάρναλη: «Η Μάνα του Χριστού»

Εχουν γρα­φτεί άπει­ρα κεί­με­να -πεζά και ποι­η­τι­κά- που
μιλά­νε για την σταύ­ρω­ση και ειδι­κό­τε­ρα για τον πόνο της Πανα­γί­ας, που
παρα­κο­λου­θεί ανή­μπο­ρη να βοη­θή­σει ή να αλλά­ξει την μοί­ρα, τον πόνο και το
μαρ­τύ­ριο του μονα­χο­γιού της…

Μπο­ρεί να λαθεύ­ου­με αλλά δύσκο­λα βρί­σκει κανείς την
ανυ­πό­κρι­τη, την αβί­α­στη ευαι­σθη­σία, που ενυ­πάρ­χει στους στί­χους του κομμουνιστή
ποι­η­τή Κώστα Βάρ­να­λη για το μητρι­κό πόνο, την απελ­πι­σία, την παρα­φρο­σύ­νη  της μάνας Πανα­γί­ας. Αυτό το ποί­η­μα δια­λέ­ξα­με αυτή
την ημέ­ρα σαν αντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρη από­δο­ση ουσια­στι­κής τιμής, που προέρχεται
από έναν άθεο για την μάνα του Θεού…

 

                Πώς οι δρό­μοι εβω­δά­νε με
βάγια στρωμένοι,

                ηλιο­πά­τη­τοι δρό­μοι και
γύρο μπαξέδες!

                Η χαρά της γιορ­τής όλο
πιό­τε­ρο αξαίνει

                και μακριά­θε βογ­γά­ει και
μακριά­θε ανεβαίνει.

 


                    Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα,
κύμα το κύμα,

                    των αλλώ­νε τα μίση καιρό
τηνε θρέφαν

                    κι αν η μάβρη σου κάκητα
δίψαε το κρίμα,

                    νά που βρή­κε το θύμα της,
άκα­κο θύμα!



 

                    Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ
λαχταρήσει

                    (είταν όνει­ρο κ’ έμεινεν,
άχνα και πάει)

                    σαν και τ’ άλλα σου
αδέρ­φια να σ’ είχα γεννήσει

                    κι από δόξες αλάρ­γα κι
αλάργ’ από μίση!

 


                    Ένα κόκ­κι­νο σπί­τι σ’ αβλή
με πηγάδι…

                    και μια δρά­να γιο­μά­τη τσαμπιά
κεχριμπάρι…

                    νοι­κο­κύ­ρης καλός να γυρνάς
κάθε βράδι,

                    το χρυ­σό, σιγα­λό και γλυκό
σαν το λάδι.

 


                    Κι’ άμ’ ανοί­γεις την πόρτα
με πριό­νια στο χέρι,

                    με τα ρού­χα γεμά­τα ψιλό
ροκανίδι,

                    (άσπρα γένια, άσπρα χέρια)
η συμ­βία περιστέρι

                    ν΄ανασαίνει βαθιά τ’ όλο
κέδρον αγέρι.

 


                    Κ’ αφού λίγο στα­θείς και
το σπί­τι γεμίσει

                    τον καλό σου τον ήσκιο,
Πατέ­ρα κι Αφέντη,

                    η ακρι­βή σου να βγάνει
νερό να σου χύσει,

                    ο ανυ­πό­μο­νος δεί­πνος με
γέλια ν’ αρχίσει.

 

                    Κι ο κατό­χρο­νος θάνα­τος θά
φτα­νε μέλι

                    και πολ­λή φύτρα θά φηνες
τέκνα κι αγγόνια

                    καθε­νού και κοπά­δι, χωράφι
κι αμπέλι,

                    τ’ αργα­στή­ρι εκει­νού, που
την τέχνη σου θέλει.

 


                    Κατε­βά­ζω στα μάτια τη
μάβρην ομπόλια,

                    για να πάψει κι ο νους με
τα μάτια να βλέπει…

                    Ξεφα­ντώ­νουν τ’ αηδό­νια στα
γύρο περβόλια,

                    λεϊ­μο­νιάς σε κυκλώνει
λεπτή μοσκοβόλια.

 


                    Φέβγεις πάνου στην άνοιξη,
γιέ μου καλέ μου,

                    Άνοι­ξή μου γλυ­κιά, γυρισμό
που δεν έχεις.

                    Η ομορ­φιά σου βασίλεψε
κίτρι­νη, γιε μου,

                    δε μιλάς, δεν κοι­τάς, πώς
μαδιέ­μαι, γλυ­κέ μου!

 

                    Καθώς κλαί­ει, σαν της
πέρ­νουν το τέκνο, η δαμάλα,

                    ξεφω­νί­ζω και νόη­μα δεν
έχουν τα λόγια.

                    Στύ­λω­σέ μου τα δυο σου τα
μάτια μεγάλα:

                    τρέ­χουν αίμα τ’ αστήθια,
που βύζα­ξες γάλα.

 


                    Πώς αδύ­να­μη στά­θη­κε τόσο η
καρ­διά σου

                    στα λαμπρά Γεροσόλυμα
Καί­σα­ρας νά μπεις!

                    Αν τα πλή­θη αλαλάζανε
ξώφρε­να (αλιά σου!)

                    δεν ηξέ­ραν ακό­μα ούτε ποιο
τ’ όνο­μά σου!

 


                    Κει στο πλά­γι δαγκά­ναν οι
οχτροί σου τα χείλη…

                    Δολε­ρά ξεση­κώ­σα­νε τ’
άγνω­μα πλήθη

                    κι όσο ο γήλιος να πέσει
και νά ρθει το δείλι,

                    το στα­βρό σου καρ­φώ­σαν οι
οχτροί σου κ’ οι φίλοι.

 


                    Μα για­τί να στα­θείς να σε
πιά­σουν! Κι ακόμα,

                    σα ρωτή­σα­νε: «Ποιος ο
Χρι­στός;» τί πες «Νά με»!

                    Αχ! δεν ξέρει, τί λέει το
πικρό μου το στόμα!

                    Τριά­ντα χρό­νια παι­δί μου
δε σ’ έμαθ’ ακό­μα!
 

                    Ακο­λου­θεί η απαγ­γε­λία του ποι­ή­μα­τος (youtube)

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted