Από τα πιο ταιριαστά κείμενα για την ημέρα,
το έργο του Κώστα Βάρναλη, που υπερβαίνει δογματικά θεολογικά ζητήματα και
στέκεται με σεβασμό μπροστά στην υπέρτατη μάνα… Αυτήν, που συμβολίζει την κάθε
μάνα, που το παιδί της επέλεξε συνειδητά τον δρόμο του μαρτυρίου και του πόνου
αντί της προσαρμογής και του συμβιβασμού…
Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1922 στην
Αλεξάνδρεια, μέρος της συλλογής ‘Το φως που καίει’ με το ψευδώνυμο: Δήμος
Τανάλιας
Πάντα θυμόμαστε τον λόγο του ποιητή αυτές τις
μέρες κι με αυτόν τιμάμε την ουσία των ημερών: Τα Πάθη και την αισιοδοξία της ανάστασης…
Από τα πιο ταιριαστά κείμενα για την ημέρα,
το έργο του Κώστα Βάρναλη, που υπερβαίνει δογματικά θεολογικά ζητήματα και
στέκεται με σεβασμό μπροστά στην υπέρτατη μάνα… Αυτήν, που συμβολίζει την κάθε
μάνα, που το παιδί της επέλεξε συνειδητά τον δρόμο του μαρτυρίου και του πόνου
αντί της προσαρμογής και του συμβιβασμού…
Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1922 στην
Αλεξάνδρεια, μέρος της συλλογής ‘Το φως που καίει’ με το ψευδώνυμο: Δήμος
Τανάλιας
Πάντα θυμόμαστε τον λόγο του ποιητή αυτές τις
μέρες κι με αυτόν τιμάμε την ουσία των ημερών: Τα Πάθη και την αισιοδοξία της ανάστασης…
Πώς οι δρόμοι εβωδάνε με βάγια στρωμένοι, ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρο μπαξέδες! Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.
Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα, των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφαν κι αν η μάβρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα, νά που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!
Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ λαχταρήσει (είταν όνειρο κ’ έμεινεν, άχνα και πάει) σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει κι από δόξες αλάργα κι αλάργ’ από μίση!
Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αβλή με πηγάδι… και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι… νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδι, το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.
Κι’ άμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι, με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι, (άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι ν΄ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι.
Κ’ αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει τον καλό σου τον ήσκιο, Πατέρα κι Αφέντη, η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει, ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει.
Κι ο κατόχρονος θάνατος θά φτανε μέλι και πολλή φύτρα θά φηνες τέκνα κι αγγόνια καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι, τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.
Κατεβάζω στα μάτια τη μάβρην ομπόλια, για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει… Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρο περβόλια, λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.
Φέβγεις πάνου στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου, Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις. Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου, δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!
Καθώς κλαίει, σαν της πέρνουν το τέκνο, η δαμάλα, ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια. Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα: τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.
Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις! Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!) δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιο τ’ όνομά σου!
Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη… Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη κι όσο ο γήλιος να πέσει και νά ρθει το δείλι, το σταβρό σου καρφώσαν οι οχτροί σου κ’ οι φίλοι.
Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα, σα ρωτήσανε: «Ποιος ο Χριστός;» τί πες «Νά με»! Αχ! δεν ξέρει, τί λέει το πικρό μου το στόμα! Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!
[πηγή: Κώστας Βάρναλης, Ποιητικά. Το φως που καίει. Σκλάβοι Πολιορκημένοι. Ποιήματα, εκδόσεις «Ο Κέδρος», Αθήνα 2006, σ. 64-66]
______________
απόσπασμα από τη μαρτυρία του Βάρναλη για το ποίημα , όπως δημοσιεύτηκε στα ” Φιλολογικά Απομνημονεύματα” του, ως απάντηση στις κατηγορίες της εφημερίδας ‘Εστία” της 10-11-1924.:
“Εγώ έγραψα ό,τι έγραψα σαν ποιητής. Ήθελα να ολοκληρώσω τη Μάνα-Σύμβολο. Να της δώσω
(το κατά δύναμη) όλο εκείνο το απέραντο βάθος, που έχει η πραγματική μητρότητα, που είναι ο πρώτος και έσχατος νόμος της ζωής και όχι θάμα. Αυτό άλλωστε κάνανε και οι περισσότεροι εκκλησιαστικοί ύμνοι. Απ’ αυτούς πήρα τον τόνο και μάλιστα του Ρωμανού του Μελωδού. Μονάχα έτσι μας φέρνουνε όλοι αυτοί πιο κοντά στην ανθρώπινη αισθαντικότητά μας τη Μάνα-Σύμβολο, τον τελειωμένο τύπο όλων των πονεμένων μανάδων.“
Το έργο τραγουδισμένο από την Μαρία Δημητριάδη σε μουσική Νίκου Μαμαγκάκη
Εχουν γραφτεί άπειρα κείμενα -πεζά και ποιητικά- που
μιλάνε για την σταύρωση και ειδικότερα για τον πόνο της Παναγίας, που
παρακολουθεί ανήμπορη να βοηθήσει ή να αλλάξει την μοίρα, τον πόνο και το
μαρτύριο του μοναχογιού της…
Μπορεί να λαθεύουμε αλλά δύσκολα βρίσκει κανείς την
ανυπόκριτη, την αβίαστη ευαισθησία, που ενυπάρχει στους στίχους του κομμουνιστή
ποιητή Κώστα Βάρναλη για το μητρικό πόνο, την απελπισία, την παραφροσύνη της μάνας Παναγίας. Αυτό το ποίημα διαλέξαμε αυτή
την ημέρα σαν αντιπροσωπευτικότερη απόδοση ουσιαστικής τιμής, που προέρχεται
από έναν άθεο για την μάνα του Θεού…
Πώς οι δρόμοι εβωδάνε με
βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και
γύρο μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο
πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογγάει και
μακριάθε ανεβαίνει.
Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα,
κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό
τηνε θρέφαν
κι αν η μάβρη σου κάκητα
δίψαε το κρίμα,
νά που βρήκε το θύμα της,
άκακο θύμα!
Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ
λαχταρήσει
(είταν όνειρο κ’ έμεινεν,
άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου
αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι
αλάργ’ από μίση!
Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αβλή
με πηγάδι…
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά
κεχριμπάρι…
νοικοκύρης καλός να γυρνάς
κάθε βράδι,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό
σαν το λάδι.
Κι’ άμ’ ανοίγεις την πόρτα
με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεμάτα ψιλό
ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια)
η συμβία περιστέρι
ν΄ανασαίνει βαθιά τ’ όλο
κέδρον αγέρι.
Κ’ αφού λίγο σταθείς και
το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ήσκιο,
Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγάνει
νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με
γέλια ν’ αρχίσει.
Κι ο κατόχρονος θάνατος θά
φτανε μέλι
και πολλή φύτρα θά φηνες
τέκνα κι αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφι
κι αμπέλι,
τ’ αργαστήρι εκεινού, που
την τέχνη σου θέλει.
Κατεβάζω στα μάτια τη
μάβρην ομπόλια,
για να πάψει κι ο νους με
τα μάτια να βλέπει…
Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα
γύρο περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει
λεπτή μοσκοβόλια.
Φέβγεις πάνου στην άνοιξη,
γιέ μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό
που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε
κίτρινη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς
μαδιέμαι, γλυκέ μου!
Καθώς κλαίει, σαν της
πέρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν
έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα
μάτια μεγάλα:
τρέχουν αίμα τ’ αστήθια,
που βύζαξες γάλα.
Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η
καρδιά σου
στα λαμπρά Γεροσόλυμα
Καίσαρας νά μπεις!
Αν τα πλήθη αλαλάζανε
ξώφρενα (αλιά σου!)
δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιο
τ’ όνομά σου!
Κει στο πλάγι δαγκάναν οι
οχτροί σου τα χείλη…
Δολερά ξεσηκώσανε τ’
άγνωμα πλήθη
κι όσο ο γήλιος να πέσει
και νά ρθει το δείλι,
το σταβρό σου καρφώσαν οι
οχτροί σου κ’ οι φίλοι.
Μα γιατί να σταθείς να σε
πιάσουν! Κι ακόμα,
σα ρωτήσανε: «Ποιος ο
Χριστός;» τί πες «Νά με»!
Αχ! δεν ξέρει, τί λέει το
πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου
δε σ’ έμαθ’ ακόμα!
Ακολουθεί η απαγγελία του ποιήματος (youtube)