Δεν μάσησε τα λόγια της - Φαιακία

Δεν μάσησε τα λόγια της

…Η Ζωή Κων­στα­ντο­πού­λου απα­ντώ­ντας στον κ. Πρό­ε­δρο της Βου­λής εφό­λης της ύλης… Είναι η σύγκρου­ση αυτή στοι­χείο της αλλα­γής, που επέ­φε­ρε η μνη­μο­νια­κή κωλο­τού­μπα και οι εξ αυτής υπο­χρε­ώ­σεις προς τα στε­λέ­χη του ΣΥΡΙΖΑ. Ειρή­σθω εν παρό­δω, πως ό,τι θετι­κό ψηφί­στη­κε στην προη­γού­με­νη Βου­λή (χρέ­ος, Γερ­μα­νι­κές απο­ζη­μιώ­σεις κ.λ.π.), πήγε επι­σή­μως στον κάλα­θο των αχρή­στων… Εκεί, που ελπί­ζου­με, πως κάποια μέρα θα πάνε και οι πρω­τα­γω­νι­στές των ανοί­κειων μεταμορφώσεων…

Παρα­θέ­του­με, αντοι­γρά­φο­ντας από την ISKRA.

ΠΟΔΟΠΑΤΗΣΑΤΕ ΤΗ ΛΑΪΚΗ
ΕΝΤΟΛΗ

ΣΚΛΗΡΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΚΕΙΑ ΕΠΙΘΕΣΗ ΒΟΥΤΣΗ

Με αφορ­μή συνέ­ντευ­ξη του Νίκου Βούτση
στην εφη­με­ρί­δα “Καθη­με­ρι­νή”, στην οποία ο πρό­ε­δρος της Βουλής
εξα­πέ­λυ­σε ανοί­κεια επί­θε­ση στην προ­κά­το­χό του, η Ζωή Κων­στα­ντο­πού­λου σημειώνει
τα εξής:

«Οι επί­δο­ξοι πλα­στο­γρά­φοι της ιστορίας
δεν μιλούν για τα πραγ­μα­τι­κά περι­στα­τι­κά. Προ­σπα­θούν να ξανα­γρά­ψουν την ιστορία
για­τί γνω­ρί­ζουν την ευθύ­νη τους. Και προ­φα­σί­ζο­νται, όπως ο κ. Βού­τσης, ότι
«παρα­κα­λούν να μην έχουν ενο­χές μετά από ένα, δύο χρό­νια», ενώ γνω­ρί­ζουν ότι
συμπράτ­τουν σε ένα προ­με­λε­τη­μέ­νο έγκλη­μα κατά του ελλη­νι­κού λαού. Γνω­ρί­ζουν την
ενο­χή τους, ανε­ξαρ­τή­τως αν δεν έχουνενοχές.

Διά­βα­σα τη σημε­ρι­νή συνέ­ντευ­ξη του
νέου Προ­έ­δρου της Βου­λής κ. Βού­τση στην Καθη­με­ρι­νή. Αντι­πα­ρέρ­χο­μαι το ιταμό
ύφος, την παρα­λη­ρη­μα­τι­κή δια­τύ­πω­ση, τον έκδη­λο σεξι­σμό, την­προ­χει­ρο­λο­γία, την
ακα­τά­σχε­τη λασπο­λο­γία, το έλλειμ­μα εαυ­τού, και μπαί­νω στην ουσία:

Ο κ. Βού­τσης προ­σπα­θεί να
θεω­ρη­τι­κο­ποι­ή­σει την πολι­τι­κή υπο­κρι­σία, την πολι­τι­κή διπρο­σω­πία, την πολιτική
απά­τη, την προ­δο­σία του λαού και των συντρό­φων, την ένδεια επι­χει­ρη­μά­των του
ιδί­ου και των συνερ­γών του και το πλή­ρες αδιέ­ξο­δο στο οποίο οι ίδιοι έχουν
οδη­γή­σει τα πράγ­μα­τα, με το εφεύ­ρη­μα ότι υπάρ­χει δήθεν ένα «καθή­κον σιωπής»
εκεί­νων που έχουν υπη­ρε­τή­σει σε θέσεις ευθύ­νης σε κρί­σι­μες ιστο­ρι­κές στιγμές.
«Οφεί­λου­με να μην μιλά­με», λέει, και νομί­ζει ότι έτσι εύκο­λα ξεμπερ­δεύ­ει με το
καθή­κον αλη­θεί­ας, δια­φά­νειας, λογο­δο­σί­ας που η δημο­κρα­τι­κή κοι­νω­νία διεκδικεί
να υπη­ρε­τεί­ται από τους εκπρο­σώ­πους της.

Ως άνθρω­πος που πιστεύ­ει βαθιά στην
δημο­κρα­τία, στην ισό­τη­τα και στη δικαιο­σύ­νη, υπο­στη­ρί­ζω το εντε­λώς αντί­θε­το από
τον ισχυ­ρι­σμό Βού­τση, που άτσα­λα προ­σπα­θεί να κρυ­φτεί πίσω από το ποδοπατημένο
από τον ίδιο και τους λοι­πούς παρα­χα­ρά­κτες της ιστο­ρί­ας φύλ­λο συκής: οφείλουμε
να μιλά­με και να λέμε την αλή­θεια. Όχι μετά από δεκα­ε­τί­ες, ως μετά Χριστόν
προ­φή­τες. Αλλά την ώρα που γρά­φε­ται η Ιστο­ρία. Αυτό το καθή­κον αληθείας
υπη­ρέ­τη­σα, υπη­ρε­τώ και θα υπη­ρε­τή­σω, από κάθε θέση και με οποιο­δή­πο­τε κόστος.
Για­τί η πολι­τι­κή έχει αξία και σημα­σία εάν παρα­μέ­νεις αλη­θι­νός. Και χάνει την
αξία της όταν μετα­τρέ­πε­σαι σε κάλ­πι­κη δεκά­ρα (ή κάλ­πι­κο ευρώ), που σε παίζουν
στα δάκτυ­λα οι εκπρό­σω­ποι των πάσης φύσε­ως συμφερόντων.

Σε σχέ­ση με την περί­ο­δο Ιανουαρίου
2015- Σεπτεμ­βρί­ου 2015, οι Βού­τσης, Τσί­πρας και λοι­ποί προ­σπα­θούν με νύχια και
με δόντια να ξανα­γρά­ψουν την ιστο­ρία. Το προ­σπα­θούν απα­ξιώ­νο­ντας συστηματικά
τους συντρό­φους τους απέ­να­ντι στους οποί­ους στά­θη­καν λίγοι. Το προ­σπα­θούν και
διο­χε­τεύ­ο­ντας δηλη­τη­ριώ­δη παρα­πο­λι­τι­κά σχό­λια ή υπαι­νιγ­μούς, προ­κει­μέ­νου έτσι
να εξευ­τε­λί­σουν και να εξου­δε­τε­ρώ­σουν όλους κι όλες εμάς που με τη στά­ση και
τις επι­λο­γές μας απο­δεί­ξα­με ότι υπήρ­χε, όχι μία, αλλά πολ­λές εναλ­λα­κτι­κές. Και
ότι, αντί­θε­τα, ο δρό­μος της αχα­λί­νω­της παρά­δο­σης στην εξου­σία και της άνευ όρων
υπο­τα­γής, που ακο­λού­θη­σε ο Α. Τσί­πρας και το επι­τε­λείο του, παλιό ή όψι­μο, φανερό
ή άδη­λο, δεν ήταν ούτε απο­τέ­λε­σε ποτέ εναλ­λα­κτι­κή, αφού οδη­γεί μαθη­μα­τι­κά στην
κατα­στρο­φή της κοι­νω­νί­ας: αυτό απο­δει­κνύ­ε­ται περί­τρα­να σήμε­ρα, που
ξεδι­πλώ­νο­νται όσα εκτρω­μα­τι­κά ψηφί­σθη­καν το καλο­καί­ρι του 2015, όσα δηλαδή
αρνη­θή­κα­με εμείς να νομι­μο­ποι­ή­σου­με και προ­σπα­θή­σα­με να αποτρέψουμε.

 

Πάει πολύ εκεί­νοι που πρό­δω­σαν και
ποδο­πά­τη­σαν την Αρι­στε­ρά και τους αγώ­νες αυτού του λαού, για να διατηρηθούν
στην εξου­σία και να συντη­ρη­θούν ή να ανα­βαθ­μι­σθούν σε θέσεις και οφί­κια, να
εμφα­νί­ζο­νται ως τιμη­τές ένα­ντι εκεί­νων που υπήρ­ξαν συνε­πείς και προ­σπά­θη­σαν με
κάθε ρανί­δα της ύπαρ­ξής τους να υπη­ρε­τή­σουν την κοι­νω­νία και τη δημοκρατία.

Πάει πολύ ο κ. Βού­τσης να πιά­νει στο
στό­μα του τον Μανώ­λη Γλέ­ζο, για να «εξο­μο­λο­γη­θεί» ότι «δεν τα γνώ­ρι­ζαν οι
απέ­ξω, τα κρα­τά­γα­με μέσα μας». Η άνο­δος του ΣΥΡΙΖΑ δεν οφεί­λε­ται στον κ.
Βού­τση, αλλά στο ότι πρό­σω­πα-σύμ­βο­λα, όπως ο Γλέ­ζος, κάλε­σαν το λαό να
συμπρά­ξει σε μια προ­σπά­θεια απε­λευ­θέ­ρω­σης και ανα­τρο­πής και ότι σε αυτήν την
προ­σπά­θεια συνέ­πρα­ξαν και συμπρά­ξα­με αμέ­τρη­τοι που γνή­σια πιστέ­ψα­με στην
ειλι­κρί­νεια του εγχει­ρή­μα­τος και θελή­σα­με να δώσου­με τον εαυ­τό μας για την
επι­τυ­χία του.

«Στην αρχή η Ζωή συμ­φω­νού­σε, τυπικά
έστω, με την Κυβερ­νη­τι­κή γραμ­μή. Μετά το δημο­ψή­φι­σμα και μέχρι τις εκλο­γές ήταν
το δρα­μα­τι­κό διά­στη­μα. Δηλα­δή για 2,5 γεμά­τους μήνες η Ζωή έκα­νε τέρα­τα και
σημεία.»

Α. «Στην αρχή η Ζωή συμ­φω­νού­σε, τυπικά
έστω, με την Κυβερ­νη­τι­κή γραμμή»

«Ξεχνά», μάλ­λον, ο κ. Βού­τσης, ότι
ουδε­μία «κυβερ­νη­τι­κή γραμ­μή» μου γνω­στο­ποι­ή­θη­κε ποτέ, ούτε άλλω­στε έγι­νε γνωστή
στην Κοι­νο­βου­λευ­τι­κή Ομά­δα. Τα πάντα γίνο­νταν γνω­στά από διαρ­ρο­ές και
δημο­σιεύ­μα­τα, χωρίς ποτέ να συζη­τη­θούν στην Κοι­νο­βου­λευ­τι­κή Ομά­δα. Η όποια
ενη­μέ­ρω­ση είχα, προ­ερ­χό­ταν από τον Α. Τσί­πρα, ο οποί­ος, όπως απο­δεί­χθη­κε, μας
δια­χει­ρί­σθη­κε όλους αρι­στο­τε­χνι­κά και καθ’ όλο το διά­στη­μα της διαπραγμάτευσης
δια­πραγ­μα­τευό­ταν με εμάς και όχι με τους δανει­στές, εξε­ρευ­νώ­ντας τα όρια ή τις
αδυ­να­μί­ες του καθε­νός, ρίχνο­ντας δολώ­μα­τα ή συσκο­τί­ζο­ντας την κατά­στα­ση, και
εκμε­ταλ­λευό­με­νος την εμπι­στο­σύ­νη μας και το αίσθη­μα καθήκοντος.

«Ξεχνά» ο κ. Βού­τσης ότι στην
συνε­δρί­α­ση της Κοι­νο­βου­λευ­τι­κής Ομά­δας στις 25 Φεβρουα­ρί­ου 2015 κατα­ψή­φι­σα τη
λεγό­με­νη «συμ­φω­νία» της 20ής Φλε­βά­ρη, εκθέ­το­ντας ανα­λυ­τι­κά τους λόγους της
δια­φω­νί­ας μου και προ­τεί­νο­ντας μία άλλη στρα­τη­γι­κή, στην οποία συμπεριλαμβανόταν
ο λογι­στι­κός έλεγ­χος του χρέ­ους, η διεκ­δί­κη­ση των γερ­μα­νι­κών οφει­λών, η
ενερ­γο­ποί­η­ση των ελλη­νι­κών αξιώ­σε­ων για υπο­θέ­σεις δια­φθο­ράς, όπως τα σκάνδαλα
Siemens και Λίστας Lagarde – πράγ­μα­τα, δηλα­δή, που αμέ­σως έθε­σα σε έμπρακτη
εφαρ­μο­γή στον τομέα της αρμο­διό­τη­τάς μου, με τον κ. Τσί­πρα να προ­σποιεί­ται ότι
στή­ρι­ζε αυτές τις επι­λο­γές, ενώ, όπως απο­κα­λύ­φθη­κε, είχε ήδη που­λή­σει την
υπό­θε­ση της Ελλάδας. 

«Ξεχνά» ο κ. Βού­τσης ότι στις
25/2/2015 μίλη­σα από το βήμα της Κοι­νο­βου­λευ­τι­κής Ομά­δας εξη­γώ­ντας σημείο προς
σημείο τις παγί­δες και τα προ­βλή­μα­τα της «συμ­φω­νί­ας της 20ής Φεβρουα­ρί­ου» και
περι­γρά­φο­ντας ότι, αν δεν ενερ­γή­σου­με εγκαί­ρως, θα βρε­θού­με τον Ιού­νιο με άδεια
τα ταμεία και χωρίς επι­λο­γές, ανά­λυ­ση που είχα κάνει στον ίδιο τον κ. Τσί­πρα το
βρά­δυ του Σαβ­βά­του 21 Φεβρουα­ρί­ου 2015 (και στον Γιά­νη Βαρου­φά­κη τηλεφωνικά
στις 23 Φεβρουα­ρί­ου 2015). Ξεχνά ότι στην ίδια συνε­δρί­α­ση, ο Γιά­νης Βαρουφάκης,
όταν του έθε­σα το ερώ­τη­μα για ποιο λόγο επι­στρά­φη­καν τα 11,5 δις του ΤΧΣ, από
όπου θα χρη­μα­το­δο­τού­νταν μέρος του Προ­γράμ­μα­τος της Θεσ­σα­λο­νί­κης, δήλω­σε ότι το
πρό­γραμ­μα της Θεσ­σα­λο­νί­κης (που καταρ­τί­σθη­κε υπ’ ευθύ­νη του Γ. Δρα­γα­σά­κη) ήταν
ανε­φάρ­μο­στο και, όταν ζήτη­σα εξη­γή­σεις από το Γιάν­νη Δρα­γα­σά­κη, εκείνος
απο­χώ­ρη­σε από την αίθουσα. 

«Ξεχνά» ότι ο Αλέ­ξης Τσί­πρας είχε έρθει
στη συνε­δρί­α­ση της 25/2/2015 ζητώ­ντας ονο­μα­στι­κή ψηφο­φο­ρία επί της «συμ­φω­νί­ας»,
προ­φα­νώς έχο­ντας προ­δρο­μο­λο­γή­σει την προ­δο­σία, κάτι που δυστυ­χώς δεν το
δια­γνώ­σα­με εγκαί­ρως όσοι δεν συμ­με­τεί­χα­με σε αυτήν την προ­δο­σία. Ξεχνά, τέλος,
ότι διαρ­κού­σης αυτής της συνε­δρί­α­σης, ξεκί­νη­σε από την Εφη­με­ρί­δα των Συντακτών
και την Αυγή η ανάρ­τη­ση στο δια­δί­κτυο ανα­κοι­νώ­σε­ων και δημο­σιευ­μά­των ταύτισής
μου με τη Χρυ­σή Αυγή, δηλα­δή η δια­δι­κα­σία απο­δό­μη­σής μου. Διευ­θυ­ντής της Αυγής
ήταν τότε ακό­μη ο τότε Κοι­νο­βου­λευ­τι­κός Εκπρό­σω­πος του ΣΥΡΙΖΑ Ν. Φίλης, ο
οποί­ος επι­κα­λέ­σθη­κε δημο­σιο­γρα­φι­κό καθή­κον όταν του ζήτη­σα εξη­γή­σεις και στη
συνέ­χεια ανέ­λα­βε να εκφω­νεί ομι­λί­ες στη γραμ­μή «Ζωή Κασι­διά­ρη» του Γ.
Πρε­τε­ντέ­ρη, χωρίς ποτέ να ανα­κλη­θεί στην τάξη από τους υπευ­θύ­νους της Κοινοβουλευτικής
Ομά­δας Χ. Μαντά και Κ. Αθα­να­σί­ου, αν και κατ’ επα­νά­λη­ψη τους το είχα ζητήσει.

«Ξεχνά» ο κ. Βού­τσης ότι δια­φώ­νη­σα με
την έντα­ξη της ΠνΠ Λαφα­ζά­νη στο Νομο­σχέ­διο για την ΈΡΤ και εντεύ­θεν αποσύρθηκε
το αρχι­κό νομο­σχέ­διο Παπ­πά και κατα­τέ­θη­κε χωρι­στό νομο­σχέ­διο. «Ξεχνά» ότι
δια­φώ­νη­σα με τη βρο­χή τρο­πο­λο­γιών σε δικά του νομο­σχέ­δια και αρνή­θη­κα να ψηφίσω
τις τρο­πο­λο­γί­ες που εισή­χθη­σαν με κατα­δή­λως αντι­συ­νταγ­μα­τι­κό τρό­πο. «Ξεχνά» ότι
δια­φώ­νη­σα με την τοπο­θέ­τη­ση Ταγ­μα­τάρ­χη στην ΕΡΤ και δεν τον ψήφι­σα. «Ξεχνά» ότι
δια­φώ­νη­σα και δεν ψήφι­σα τη διά­τα­ξη που επι­τρέ­πει στην ΕΠΟ να δια­λέ­γει εκείνη
τους αθλη­τι­κούς δικαστές. 

Για όλες αυτές τις επι­λο­γές μου,
επι­κα­λού­μαι τις δημό­σιες τοπο­θε­τή­σεις μου, αλλά και τις πρά­ξεις μου, οι οποίες
είχαν πάντο­τε πολι­τι­κή αιτιο­λό­γη­ση. Ουδέ­πο­τε έκρυ­ψα τις από­ψεις μου, ουδέποτε
συμπε­ρι­φέρ­θη­κα διπρό­σω­πα και υπο­κρι­τι­κά (ή, όπως προ­σπα­θεί να με εμφα­νί­σει ο Ν.
Βού­τσης να «συμ­φω­νώ τυπι­κά και εν συνε­χεία να επι­δί­δο­μαι σε τέρα­τα και σημεία»)
και μπο­ρώ ανά πάσα στιγ­μή να αιτιο­λο­γή­σω κάθε μου επι­λο­γή, ακρι­βώς για­τί οι
επι­λο­γές μου δεν υπα­γο­ρεύ­ο­νταν από κανέ­να άλλο κίνη­τρο παρά μόνο το δημό­σιο και
κοι­νω­νι­κό συμ­φέ­ρον και την υπη­ρέ­τη­ση της λαϊ­κής εντο­λής, όπως μου υπα­γό­ρευε η
συνεί­δη­σή μου και όπως επι­βάλ­λε­ται από το Σύνταγμα. 

Για­τί, για κάποιους από εμάς δεν
υπήρ­χαν «δύο δια­στή­μα­τα, ένα που δεν ήμα­σταν στην εξου­σία κι ένα που ήμασταν
στην εξου­σία και κάνα­με τα αντί­θε­τα από αυτά που λέγα­με προη­γου­μέ­νως», σύμφωνα
με την αντί­λη­ψη Βού­τση, αλλά ένας ενιαί­ος αγώ­νας, από κάθε μετε­ρί­ζι, από τη
θέση της Αντι­πο­λί­τευ­σης όπως από τη θέση της δια­κυ­βέρ­νη­σης ή της Προ­ε­δρί­ας της
Βου­λής, ένας αγώ­νας για την απο­κα­τά­στα­ση της δημο­κρα­τί­ας στον τόπο μας, την
απο­τί­να­ξη του μνη­μο­νια­κού ζυγού, την οικο­δό­μη­ση κοι­νω­νι­κής δικαιο­σύ­νης και την
λογο­δο­σία των υπευ­θύ­νων για την κατα­στρο­φή της χώρας.

Β. «Μετά το δημο­ψή­φι­σμα και μέχρι τις
εκλο­γές ήταν το δρα­μα­τι­κό διά­στη­μα. Δηλα­δή για 2,5 γεμά­τους μήνες η Ζωή έκανε
τέρα­τα και σημεία. Συνε­δριά­σεις που κρα­τού­σαν μέχρι το πρωί, μπούλινγκ,
απί­στευ­τα πράγ­μα­τα που δεν είναι κι αυτά γνω­στά…», επι­κα­λεί­ται ο τότε Υπουργός
Εσω­τε­ρι­κών και νυν Πρό­ε­δρος της Βου­λής, που δεν παρα­λεί­πει να με περιγράφει
κατ’ επα­νά­λη­ψη ως «τη γυναί­κα που είχε απα­σφα­λί­σει», σε αντι­δια­στο­λή με τους
ώρι­μους και έμπει­ρους άνδρες, του Old Boys’ School, τον Παυ­λό­που­λο, τον ίδιο το
Βού­τση, αλλά και τον Τσί­πρα, που «είναι νεό­τε­ρος από εμάς, αλλά έχει πλέον
ψηθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι κάνα­με και οι τρεις το ίδιο. Η γυναί­κα είχε
απασφαλίσει…».

Ας μιλή­σου­με με παραδείγματα

Ο κ. Βού­τσης επι­λέ­γει να μη μιλήσει
για τα πραγ­μα­τι­κά περι­στα­τι­κά, για­τί αυτά απο­κα­λύ­πτουν τον ρόλο και τον δόλο
του καθε­νός και απο­δει­κνύ­ουν ποιος έκα­νε πράγ­μα­τι bullying, ποιοι είχαν
απα­σφα­λί­σει, ποιοι βρί­σκο­νταν σε συνεν­νοη­μέ­νη υπη­ρε­σία ενα­ντί­ον της υπηρέτησης
της λαϊ­κής εντολής. 

Όταν ο Αλέ­ξης Τσί­πρας εξήγ­γει­λε την
διε­ξα­γω­γή δημο­ψη­φί­σμα­τος, από τη θέση της Προ­έ­δρου της Βου­λής, υλο­ποί­η­σα όλες
τις απαι­τού­με­νες δια­δι­κα­σί­ες για να διε­ξα­χθεί η σχε­τι­κή συνε­δρί­α­ση και να
ληφθεί από­φα­ση, μέσα σε δημό­σια συνε­δρί­α­ση, στην οποία εκφρά­σθη­καν και
τοπο­θε­τή­θη­καν όλοι. Ήταν η περί­φη­μη συνε­δρί­α­ση στην οποία απο­χώ­ρη­σε η
Κοι­νο­βου­λευ­τι­κή Ομά­δα της Ν.Δ. πρω­το­στα­τού­ντος το τότε αρχη­γού της Α. Σαμαρά
ζητώ­ντας να κατέ­βω από την έδρα της Προ­έ­δρου, έχο­ντας προ­ε­τοι­μά­σει στημένο
επεισόδιο. 

Στην εβδο­μά­δα προ του δημοψηφίσματος,
με δημό­σιο τρό­πο και θεσμι­κές παρεμ­βά­σεις, έκα­να αυτά που επέ­βαλ­λε το καθήκον
μου ώστε να δια­φυ­λα­χθεί το δικαί­ω­μα του ελλη­νι­κού λαού να απο­φα­σί­σει κυρίαρχα
για τη μοί­ρα του, την ώρα που ο Αντι­πρό­ε­δρος της Κυβέρ­νη­σης, Υπουργοί,
βου­λευ­τές ή Ευρω­βου­λευ­τές κρύ­βο­νταν ή κατήγ­γελ­λαν τον Τσί­πρα ή τορ­πί­λι­ζαν το
δημο­ψή­φι­σμα με δηλώ­σεις και συνε­ντεύ­ξεις τους.

Μετά το θριαμ­βευ­τι­κό «ΌΧΙ» του
Ελλη­νι­κού λαού, έκα­να και πάλι το καθή­κον μου για να υπη­ρε­τη­θεί αυτό το ΟΧΙ,
που είναι δεσμευ­τι­κό για όποιον πιστεύ­ει στη δημο­κρα­τία και τη λαϊ­κή κυριαρχία.

Στις 9 Ιου­λί­ου 2015 αργά το απόγευμα
προς βρά­δυ, όταν ο Τσί­πρας με κάλε­σε στο γρα­φείο του, με την παρουσία
Βού­τση-Φλα­μπου­ρά­ρη, για να μου ανα­κοι­νώ­σει ότι θα φέρει με διαδικασία
κατε­πεί­γο­ντος «εξου­σιο­δό­τη­ση συμ­φω­νί­ας» στα αγγλι­κά, την οποία μου επέδειξε,
του δήλω­σα τη δια­φω­νία μου και προ­σπά­θη­σα επί 2ωρο να του εξη­γή­σω ότι αυτό
απο­τε­λού­σε ευθεία παρα­βί­α­ση του απο­τε­λέ­σμα­τος του δημο­ψη­φί­σμα­τος και καίρια
απο­δυ­νά­μω­ση της δια­πραγ­μα­τευ­τι­κής θέσης της χώρας. Εμβρό­ντη­τη άκου­σα τον Τσίπρα
να λέει, ενώ­πιον των Βού­τση και Φλα­μπου­ρά­ρη, οι οποί­οι παρέ­με­ναν σιω­πη­λοί, ότι
«μόνο μια Κυβέρ­νη­ση Εθνι­κού Σκο­πού ή μια Δικτα­το­ρία» μπο­ρεί αντε­πε­ξέλ­θει στην
κατάσταση. 

Ζήτη­σα τότε από τον Α. Τσί­πρα να
μιλή­σου­με οι δυο μας, κάτι που ο ίδιος δεν ήθε­λε, αλλά στο οποίο οι
Βού­τσης-Φλα­μπου­ρά­ρης συγκα­τέ­νευ­σαν και απο­χώ­ρη­σαν. Εις μάτην προ­σπά­θη­σα να τον
απο­τρέ­ψω από το να φέρει το προ­σχέ­διο συμ­φω­νί­ας, που απο­τέ­λε­σε και ταφόπλακα,
την επό­με­νη ημέ­ρα. Εις μάτην προ­σπά­θη­σα να του εμφυ­σή­σω αυτο­πε­ποί­θη­ση και
δημο­κρα­τι­κό φρό­νη­μα, την ώρα που ο ίδιος μου ανέ­λυε ότι «δεν πιστεύ­ει ότι θα
υπάρ­ξει συμ­φω­νία, αλλά θέλει, με την εξου­σιο­δό­τη­ση, να εξα­ντλή­σει τη δυνατότητα
να δεί­ξει καλή θέλη­ση, ώστε να είναι σαφές ότι φταί­νε οι δανει­στές που δεν
υπήρ­ξε συμ­φω­νία». Θεω­ρού­σα ότι είχα μπρο­στά μου έναν άνθρω­πο κατα­βε­βλη­μέ­νο και
πανι­κό­βλη­το, ενώ η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα απέ­δει­ξε ότι ο Τσί­πρας προ­σπα­θού­σε με
έμμε­σους τρό­πους να προ­ε­τοι­μά­σει το έδα­φος για αυτό που είχε προ­συμ­φω­νή­σει και,
ταυ­τό­χρο­να, να δικαιο­λο­γη­θεί ενώ­πιόν μας με πει­στι­κές αφηγήσεις.

Μου ζήτη­σε να συγκλη­θούν οι Επιτροπές
της Βου­λής την ίδια ώρα που θα συνε­δρί­α­ζε η Κοι­νο­βου­λευ­τι­κή Ομά­δα. Το αρνήθηκα
και του δήλω­σα ότι οφεί­λει να αφή­σει την Κοι­νο­βου­λευ­τι­κή Ομά­δα να αποφασίσει
ποια στά­ση θα τηρή­σει και οι Επι­τρο­πές προ­γραμ­μα­τί­σθη­καν μετά το πέρας της
Κοι­νο­βου­λευ­τι­κής Ομά­δας. Του ζήτη­σα επί­σης να φρο­ντί­σει να υπάρ­χει το κείμενο
στα Ελλη­νι­κά, διό­τι δεν θα μπο­ρού­σε να εισα­χθεί αμε­τά­φρα­στο στις Επιτροπές.

Όταν τελεί­ω­σε η συνε­δρί­α­ση των
Επι­τρο­πών, το βρά­δυ της 10ης Ιου­λί­ου 2015, βρι­σκό­μουν στο γρα­φείο μου,
ανα­μέ­νο­ντας να συντα­χθεί και δημο­σιευ­θεί η έκθε­ση των Επι­τρο­πών, προ­κει­μέ­νου να
συγκα­λέ­σω τη Διά­σκε­ψη των Προ­έ­δρων, ώστε να ορι­σθεί η Ολο­μέ­λεια. Είχα
ενη­με­ρώ­σει τις Υπη­ρε­σί­ες της Βου­λής ότι θα συγκα­λεί­το κανο­νι­κά η Διά­σκε­ψη και
δεν θα παρα­κάμ­πτο­νταν, όπως έκα­ναν οι προ­κά­το­χοί μου στα κατε­πεί­γο­ντα- την ίδια
δια­δι­κα­σία είχα εξάλ­λου εφαρ­μό­σει απα­ρε­γκλί­τως επί θητεί­ας μου. 

Την ώρα που έβγαι­ναν από το γρα­φείο οι
συνερ­γά­τες μου, εφόρ­μη­σαν μέσα στο γρα­φείο ο Ν. Βού­τσης, τότε Υπουργός
Εσω­τε­ρι­κών, ο Ν. Φίλης, τότε Κοι­νο­βου­λευ­τι­κός εκπρό­σω­πος, ο Χ. Μαντάς, τότε
Γραμ­μα­τέ­ας της Κοι­νο­βου­λευ­τι­κής Ομά­δας, ο Δ. Τζα­να­κό­που­λος, τότε και τώρα
Διευ­θυ­ντής Γρα­φεί­ου Πρω­θυ­πουρ­γού και ο Γ. Μπα­λά­φας, τότε Β’ Αντι­πρό­ε­δρος της
Βουλής.

Βού­τσης και Φίλης ωρύ­ο­νταν: «τι
νομί­ζεις ότι κάνεις; Κάνεις πρα­ξι­κό­πη­μα»! φώνα­ζε ο Ν. Βού­τσης. «Θα σε
τελειώ­σου­με, το κατά­λα­βες; Στο ξανά­πα και θα γίνει», φώνα­ζε ο Ν. Φίλης,
χτυ­πώ­ντας και οι δύο τα χέρια τους στο γρα­φείο μου. Είπα στον Ν. Βού­τση να
προ­σέ­χει πώς μου μιλά­ει και να μην μου ξανα-απευ­θύ­νει τη λέξη «πρα­ξι­κό­πη­μα», να
αντι­λαμ­βά­νε­ται πού απευ­θύ­νε­ται και να συμπε­ρι­φέ­ρε­ται ανα­λό­γως. Ζήτη­σε συγγνώμη,
είπε ότι παίρ­νει πίσω την λέξη «πρα­ξι­κό­πη­μα» και ότι μπο­ρεί να διαφωνούμε
πολι­τι­κά. Ζήτη­σα από το Ν. Φίλη να περά­σει έξω από το γρα­φείο μου (ήταν η
δεύ­τε­ρη φορά που με απει­λού­σε ότι «θα με τελειώ­σουν»), πράγ­μα που δεν έκα­νε και
συνέ­χι­σε να απει­λεί, να χτυ­πά­ει τα χέρια του στο γρα­φείο μου και να φωνά­ζει ότι
θα με τελειώ­σουν και θα φύγω εγώ από το γρα­φείο αυτό. Ο Χ. Μαντάς ψέλ­λι­ζε «Όχι
έτσι, Νίκο», ενώ Γ. Μπα­λά­φας και Δ. Τζα­να­κό­που­λος παρέ­με­ναν σιωπηλοί. 

Τους ρώτη­σα τι ακρι­βώς είναι αυτό που
συμ­βαί­νει και ο Ν. Βού­τσης μου απά­ντη­σε «Διά­βη­μα της Κυβέρ­νη­σης στην Πρόεδρο
της Βου­λής».  Του απά­ντη­σα ότι αυτή δεν
ήταν κυβερ­νη­τι­κή σύν­θε­ση ούτε θεσμι­κή συμπε­ρι­φο­ρά και τον ρώτη­σα ποιο ήταν το
αντι­κεί­με­νο του δια­βή­μα­τος. Μου απά­ντη­σε «η επι­θυ­μία του Πρω­θυ­πουρ­γού να
ολο­κλη­ρω­θεί γρή­γο­ρα η δια­δι­κα­σία». Τους είπα ότι με τον Πρω­θυ­πουρ­γό μιλάω απ’
ευθεί­ας και ρώτη­σα τον Δ. Τζα­να­κό­που­λο εάν ήταν εν γνώ­σει του Πρω­θυ­πουρ­γού αυτή
η εφόρ­μη­ση. Απέ­φυ­γε να μου απα­ντή­σει. Εγώ τότε συμπέ­ρα­να ότι ο Τσί­πρας δεν
γνώ­ρι­ζε. Και προ­φα­νώς έκα­να λάθος.

Σε όλους είπα ότι θα ακο­λου­θη­θεί η
προ­βλε­πό­με­νη κοι­νο­βου­λευ­τι­κή δια­δι­κα­σία, με σύγκλη­ση της Διά­σκε­ψης των Προέδρων
και τους γνω­στο­ποί­η­σα ότι πρό­θε­ση και πρό­τα­σή μου προς τη Διά­σκε­ψη θα ήταν να
μην συντμη­θεί περαι­τέ­ρω η δια­δι­κα­σία για­τί ήδη περ­νού­σα­με σε αντικοινοβουλευτική
λει­τουρ­γία. Μη έχο­ντας ουσια­στι­κό αντί­λο­γο, αποχώρησαν.

Δεν ψήφι­σα την εξου­σιο­δό­τη­ση, όπως
είχα άλλω­στε ενη­με­ρώ­σει και τον Τσί­πρα και την Κοι­νο­βου­λευ­τι­κή Ομά­δα. Έκανα
ό,τι περ­νού­σε απ’ το χέρι μου για να μην υπάρ­ξει αυτή η άθλια συν­θη­κο­λό­γη­ση. Έκανα
ό,τι περ­νού­σε από το χέρι μου για να απο­τρα­πεί αυτή η συμ­φω­νία- λαι­μη­τό­μος. Το
έκα­να λει­τουρ­γώ­ντας δημό­σια, ανοι­χτά και θεσμι­κά. Δεν είχα ούτε δεύτερη
ατζέ­ντα, ούτε άλλες στο­χεύ­σεις ούτε άλλες συνεν­νο­ή­σεις, ούτε υπόγειες
δια­δρο­μές. Συνα­ντή­θη­κα με τον Τσί­πρα στις 23 Ιου­λί­ου, ενώ ζητού­σα να τον δω από
τις 15 Ιου­λί­ου. Μετά το πέρας της συνά­ντη­σής μας, όταν τον ρώτη­σα πώς θέλει να
τοπο­θε­τη­θού­με δημό­σια, μου είπε: «Αυτοί θέλουν αίμα, το ζήτη­μα είναι να μην
τους το δώσου­με». Βγαί­νο­ντας απ’ το Μαξί­μου, δήλω­σα ότι «ο Πρω­θυ­πουρ­γός και εγώ
είμα­στε εγγυ­η­τές της συνο­χής του ΣΥΡΙΖΑ». Την ίδια ώρα, απ’ το γρα­φείο Τσίπρα
στο Μαξί­μου έφευ­γε προς όλα τα ΜΜΕ non paper που μιλού­σε για «θεσμι­κή
δυσαρμονία».

Έδω­σα τη μάχη για την δημο­κρα­τία και
τη λαϊ­κή κυριαρ­χία δεχό­με­νη διαρ­κή πόλε­μο, υπο­νό­μευ­ση, επι­θέ­σεις που έφθασαν
μέχρι τις φοβε­ρές δηλώ­σεις Φλα­μπου­ρά­ρη περί «Φρό­υντ και Μάρξ», την ίδια ημέρα
που περ­νού­σε το 3ο Μνη­μό­νιο και ο «Αυγ-ιανι­στής» Κου­ρής καλού­σε με
πρω­το­σέ­λι­δους πηχυαί­ους τίτλους τους γονείς μου «να με πάνε στον ψυχί­α­τρο» και
τον σύζυ­γό μου «να με μαζέ­ψει». Στην δημό­σια συνε­δρί­α­ση της Βου­λής εγκά­λε­σα την
Κυβέρ­νη­ση για αυτήν την στο­χο­ποί­η­ση και ο Ν. Βού­τσης σήμε­ρα με επι­βε­βαιώ­νει με
τον πιο ευα­νά­γνω­στο τρόπο. 

«Εμείς κάνα­με εκλο­γές και η Ζωή έκανε
μόνη της Βου­λή», λέει ο κ. Βούτσης. 

Και έτσι, υπεν­θυ­μί­ζει με τον καλύτερο
τρό­πο, πώς έπαι­ξαν με τους θεσμούς και με την εκλο­γι­κή δια­δι­κα­σία οι σημερινοί
κυβερ­νώ­ντες, ως αδί­στα­κτοι πολι­τι­κοί τυχο­διώ­κτες. Μεθό­δευαν εκλο­γές την ίδια
ώρα που κορόι­δευαν την κεντρι­κή επι­τρο­πή του ΣΥΡΙΖΑ ότι θα γίνει συνέ­δριο και
δεν θα υπάρ­ξουν εκλο­γές. Συμ­φω­νού­σαν με Παυ­λό­που­λο και δανει­στές για
αντι­συ­νταγ­μα­τι­κή σύντμη­ση των χρό­νων και κρύ­βο­νταν από την Πρό­ε­δρο της Βουλής,
αφού την παραί­τη­ση της Κυβέρ­νη­σης την πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα από τα ΜΜΕ. Θέλη­σαν να
απο­κλεί­σουν την οποια­δή­πο­τε δημό­σια συνε­δρί­α­ση της Βου­λής μετά τις 20 Αυγούστου
και για αυτό μεθό­δευ­σαν, σε συνερ­γα­σία με ΟΛΑ ανε­ξαι­ρέ­τως τα Κόμ­μα­τα, και τη
Χρυ­σή Αυγή, την έλλει­ψη απαρ­τί­ας σε Επι­τρο­πές και Ολο­μέ­λεια, ώστε να μην
συζη­τη­θεί το πόρι­σμα της Επι­τρο­πής Αλή­θειας Δημο­σί­ου Χρέ­ους και η υπό­θε­ση των
Γερ­μα­νι­κών Οφει­λών, όπως είχε απο­φα­σι­σθεί από τον Ιού­νιο. Κάποιοι κάνα­με το
καθή­κον μας και κάποιοι υπη­ρε­τού­σαν συμ­φέ­ρο­ντα, δικά τους και αλλότρια.

Τα παρα­πά­νω απο­τε­λούν μία απλή
υπεν­θύ­μι­ση ορι­σμέ­νων ενδει­κτι­κών γεγο­νό­των. Φυσι­κά, θα υπάρ­ξει και συνολική
κατα­γρα­φή και απο­τύ­πω­ση, όπως μου επι­βάλ­λει η ευθύ­νη μου. Ο λόγος, όμως, που ο
κ. Βού­τσης δεν μιλά για αυτά, δεν είναι, βέβαια, για να μην «φτύ­νει ο κόσμος
την Αρι­στε­ρά», αλλά για να μην φτύ­νει τους ίδιους ο κόσμος. 

Χαί­ρο­μαι που μέσα από αυτή τη
συνέ­ντευ­ξη, ο κ. Βού­τσης εκθέ­τει στο πανελ­λή­νιο το πραγ­μα­τι­κό του πρό­σω­πο, την
μοχθη­ρία και την υπο­κρι­σία με την οποία συμπε­ρι­φέρ­θη­κε, αντιμετωπίζοντας
συντρό­φους του ως αντι­πά­λους και όχι ως συνο­δοι­πό­ρους. Μπο­ρεί ο καθέ­νας να
φαντα­στεί πώς λει­τούρ­γη­σε αυτός ο άνθρω­πος ως Γραμ­μα­τέ­ας της Κοινοβουλευτικής
Ομά­δας, όσο ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν στην Αξιω­μα­τι­κή Αντι­πο­λί­τευ­ση. Μπο­ρεί ο καθέ­νας και η
κάθε μια να αντι­λη­φθεί για­τί ο κ. Βού­τσης είναι ο κατάλ­λη­λος για να ξαναφτιάξει
«τη Βου­λή που ξέρα­νε», κατά την ρήση Παυλόπουλου.

«Αρχή άνδρα δεί­κνυ­σι. Δεν ξέρα­με τι
σημαί­νει», λέει ο κ. Βού­τσης. Προ­φα­νώς. Και εξα­κο­λου­θεί­τε να μην αντιλαμβάνεσθε
με ποιον τρό­πο η εξου­σία απο­κά­λυ­ψε κι απο­κα­λύ­πτει το πραγ­μα­τι­κό σας πρόσωπο.»

 

 

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted