Ο ΒΙΑΣΜΟΣ, ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΥΝΗΘΩΣ ΑΤΙΜΩΡΗΤΟ - Φαιακία

Ο ΒΙΑΣΜΟΣ, ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΥΝΗΘΩΣ ΑΤΙΜΩΡΗΤΟ

Ανα­λυ­τι­κή η
ανα­φο­ρά στις νομι­κές αλλά και στις κοι­νω­νι­κές πλευ­ρές του ζητή­μα­τος: βια­σμός, στο άρθρο της φίλης
Λένας
Στρα­τού­λη
. Παρα­θέ­του­με.

 

Ο
ΒΙΑΣΜΟΣ, ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΥΝΗΘΩΣ ΑΤΙΜΩΡΗΤΟ

Ο ισχύ­ων νομι­κός ορι­σμός του βιασμού
περι­λαμ­βά­νε­ται στο άρθρο 336 του Ποι­νι­κού μας Κώδι­κα, που έχει ως εξής:

1. Όποιος με σωμα­τι­κή βία ή με απειλή
σοβα­ρού και άμε­σου κιν­δύ­νου ζωής ή σωμα­τι­κής ακε­ραιό­τη­τας εξα­να­γκά­ζει άλλον σε
επι­χεί­ρη­ση ή ανο­χή γενε­τή­σιας πρά­ξης τιμω­ρεί­ται με κάθειρ­ξη του­λά­χι­στον δέκα
(10) ετών

2. Γενε­τή­σια πρά­ξη είναι η συνουσία
και οι ίσης βαρύ­τη­τας με αυτήν πράξεις.

3. Αν η πρά­ξη της παρ. 1 έγι­νε από δύο
ή περισ­σό­τε­ρους δρά­στες που ενερ­γού­σαν από κοι­νού ή είχε ως συνέ­πεια τον θάνατο
του παθό­ντος ή αν ο παθών είναι ανή­λι­κος, επι­βάλ­λε­ται ισό­βια κάθειρξη.

4. Όποιος, εκτός από την περί­πτω­ση της
παρ. 1, τελεί γενε­τή­σια πρά­ξη χωρίς τη συναί­νε­ση του παθό­ντος, τιμω­ρεί­ται με
κάθειρ­ξη έως δέκα (10) έτη.

 

Η δια­μόρ­φω­ση αυτού του ορι­σμού, διαχρονικά,
υπήρ­ξε ανά­λο­γη με τις κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες και με τις αντι­λή­ψεις για τη θέση της
γυναί­κας. Γι’ αυτό ο βια­σμός αρχι­κά περι­λαμ­βα­νό­ταν στα αδι­κή­μα­τα κατά της
ιδιο­κτη­σί­ας, στη συνέ­χεια στα αδι­κή­μα­τα ενα­ντί­ον των ηθών, και μόλις στον
Ποι­νι­κό Κώδι­κα του Π.Δ. 283/1985 (ΦΕΚ 106/Α/31-5-1985), που περιεί­χε τις
τρο­πο­ποι­ή­σεις του ν. 1419/1984 (ΦΕΚ 28/Α/14-3-1984), εντά­χθη­κε στην κατηγορία
των εγκλη­μά­των κατά της γενε­τή­σιας ελευ­θε­ρί­ας και της οικο­νο­μι­κής εκμετάλλευσης
της γενε­τή­σιας ζωής. Ο νόμος αυτός απο­τέ­λε­σε σταθ­μό στην εξέ­λι­ξη της ποινικής
αντι­με­τώ­πι­σης του βια­σμού, καθώς με την τρο­πο­ποί­η­ση του άρθρου 336 Π.Κ. επέβαλε
ως προ­στα­τευό­με­νο αγα­θό τη γενε­τή­σια ελευ­θε­ρία, κατάρ­γη­σε την έμφυ­λη διάκριση
αντι­κα­θι­στώ­ντας τη λέξη «θήλυ» με τη λέξη «άλλον» προς απο­φυ­γή του στιγματισμού
της γυναί­κας, συμπε­ριέ­λα­βε και άλλες ασελ­γείς πρά­ξεις εκτός απ’ τη συνου­σία, όρισε
τον ομα­δι­κό βια­σμό ως δια­κε­κρι­μέ­νη μορ­φή του βασι­κού εγκλή­μα­τος και καθιέρωσε
την αυτε­πάγ­γελ­τη δίω­ξη του εγκλή­μα­τος του βια­σμού. Με το άρθρο 8 (παρ. 1) του
ν. 3500/2006 (ΦΕΚ 232/Α/24-10-2006) εγκλη­μα­το­ποι­ή­θη­κε ο συζυ­γι­κός βιασμός,
καθώς  αφαι­ρέ­θη­κε η λέξη «εξώ­γα­μη», που
υπήρ­χε πριν απ’ τη λέξη «συνου­σία» στο άρθρο 336 Π.Κ.

Ό ποι­νι­κός κώδι­κας που κυρώ­θη­κε με το ν.
4619/2019 (ΦΕΚ 95/Α/11-6-2019), επι­χεί­ρη­σε προ­σαρ­μο­γή στις σύγ­χρο­νες κοινωνικές
αντι­λή­ψεις, και ως ένα βαθ­μό, ενσω­μά­τω­σε τις από­ψεις των φεμι­νι­στι­κών και
ανθρω­πι­στι­κών οργα­νώ­σε­ων κι εναρ­μο­νί­στη­κε με τις σχε­τι­κές δια­τά­ξεις της
Σύμ­βα­σης της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης (Σύμ­βα­ση του Συμ­βου­λί­ου της Ευρώ­πης για την πρόληψη
και την κατα­πο­λέ­μη­ση της βίας κατά των γυναι­κών και της ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας).
Ο νόμος αυτός στο άρθρο 336 Π.Κ. (παρ. 4) αντι­κα­τέ­στη­σε τη λέξη «ασελ­γής» με τη
λέξη «γενε­τή­σια» και πρό­σθε­σε την έλλει­ψη συναι­νέ­σε­ως του παθό­ντος ως στοιχείο
του βια­σμού. Ο δε πρό­σφα­τος ν. 4855/2021 (ΦΕΚ 215/Α/12-11-2021) πρό­σθε­σε στο
άρθρο 336 Π.Κ. (παρ. 3) την περί­πτω­ση του ανή­λι­κου θύμα­τος και ως προς το
πλαί­σιο της ποινής. 

Στη χώρα μας, τα τελευ­ταία χρόνια
βγή­καν στο φως συγκλο­νι­στι­κές έως και ιδια­ζό­ντως ειδε­χθείς περι­πτώ­σεις βιασμού,
ενώ η παν­δη­μία και η παράλ­λη­λη, πολυ­ε­πί­πε­δη κρί­ση δημιούρ­γη­σαν περι­βάλ­λον για
αύξη­ση όλων των μορ­φών βίας. Απ’ το Δεκέμ­βριο του 2020 το ελλη­νι­κό
Me Too,
ως κομ­μά­τι του παγκό­σμιου κινή­μα­τος κατά της κακο­ποί­η­σης των γυναι­κών, άνοιξε
το δρό­μο για να φανε­ρω­θούν και να καταγ­γελ­θούν πλή­θος βια­σμοί, ιδί­ως μέσα στο
χώρο του αθλη­τι­σμού, του θεά­τρου, της μόδας, της εκπαί­δευ­σης, πολ­λές απ’ τις
οποί­ες ανα­τρέ­χουν πολ­λά χρό­νια πίσω. Ξεκλεί­δω­σαν στό­μα­τα και βγή­καν στο φως μυστικά
που βασά­νι­ζαν τα θύμα­τα και στοί­χειω­ναν τις ζωές τους, συχνά απ’ την παι­δι­κή κι
εφη­βι­κή τους ηλι­κία. Έγι­ναν δημό­σιες εκμυ­στη­ρεύ­σεις, υπο­βλή­θη­καν μηνύσεις,
διε­νερ­γή­θη­καν συλ­λή­ψεις, διε­ξά­γο­νται έρευ­νες, απο­κα­λύ­πτο­νται κυκλώ­μα­τα. Στους
δρά­στες περι­λαμ­βά­νο­νται και πρό­σω­πα επώ­νυ­μα και κατα­ξιω­μέ­να, που
εκμε­ταλ­λεύ­ο­νταν τη θέση τους για να παγι­δέ­ψουν τα θύμα­τά τους. Η κοινωνία
έμει­νε με το στό­μα ανοι­χτό, παρό­λο που λίγο-πολύ γνώ­ρι­ζε ή τουλάχιστον
υπο­ψια­ζό­ταν τι συνέ­βαι­νε πίσω απ’ τις κλει­στές πόρ­τες. Έστω με καθυ­στέ­ρη­ση, μεγάλο
μέρος της αφυ­πνί­ζε­ται, ευαι­σθη­το­ποιεί­ται και στέ­κε­ται αλλη­λέγ­γυο στα θύματα.
«Καμία μόνη απέ­να­ντι στη βία, στο σεξι­σμό, στο ρατσι­σμό. Εμείς σε πιστεύουμε»,
έγρα­φε το πανό που κρά­τη­σαν οι ποδο­σφαι­ρι­στές του Α.Ο. Αχιλ­λέα Νυμ­φών πριν το
ματς της περα­σμέ­νης Κυριακής. 

Ωστό­σο, ένα πέπλο σιω­πής κάλυ­πτε μέχρι
τώρα όλη αυτή τη νοση­ρή, σκο­τει­νή και δυσώ­δη κατά­στα­ση. Ελά­χι­στες υποθέσεις
βια­σμού καταγ­γέλ­λο­νταν στα αστυ­νο­μι­κά τμή­μα­τα, και ακό­μα πιο λίγες έφτα­ναν στα
δικα­στή­ρια. Η κοι­νω­νία επιρ­ρί­πτει ευθύ­νες στο θύμα αν δεν πλη­ροί τα στερεότυπα,
το στιγ­μα­τί­ζει, του καλ­λιερ­γεί ενο­χές και αμφι­βο­λί­ες, ενθαρ­ρύ­νο­ντας ουσιαστικά
το δρά­στη. Όταν μάλι­στα η βία αφο­ρά γυναί­κα, η άσκη­σή της είναι κοινωνικά
ανε­κτή, ακό­μα και απο­δε­κτή ως κανο­νι­κό­τη­τα, λόγω της πατριαρ­χι­κής αντί­λη­ψης για
την υπε­ρο­χή του άντρα, που του παρέ­χει κυρί­αρ­χο δικαί­ω­μα πάνω της. Η αστυνομία
αντι­με­τω­πί­ζει τα θύμα­τα επι­φυ­λα­κτι­κά και με καχυ­πο­ψία ή προ­σβλη­τι­κά και
σεξι­στι­κά. Η νομο­θε­σία εκσυγ­χρο­νί­ζε­ται με αργούς ρυθ­μούς, ενώ ανα­κρι­τές και
δικα­στές, κομ­μά­τι της κοι­νω­νί­ας κι αυτοί, έχουν να ξεπε­ρά­σουν και την όποια
δική τους προκατάληψη. 

Αυτή η ανα­χρο­νι­στι­κή «κουλ­τού­ρα
βια­σμού», η ψυχι­κά επώ­δυ­νη, άμε­ση δια­δι­κα­σία για τη δια­πί­στω­ση της πρά­ξης και
των στοι­χεί­ων του δρά­στη, σε συν­δυα­σμό με την ανε­πάρ­κεια των σχε­τι­κών κρα­τι­κών δομών
και υπη­ρε­σιών, η έλλει­ψη μαρ­τύ­ρων, η άγνοια, η ντρο­πή, ο φόβος, η ταρα­χή, η
δια­πό­μπευ­ση απο­τρέ­πουν τα περισ­σό­τε­ρα θύμα­τα απ’ το να καταγ­γεί­λουν και να
μηνύ­σουν τους βια­στές τους, και μάλι­στα έγκαι­ρα, ώστε να μη χαθούν πολύτιμα
απο­δει­κτι­κά στοι­χεία, αλλά και για να μην επέλ­θει παρα­γρα­φή. Τα πράγ­μα­τα είναι
πολύ δυσκο­λό­τε­ρα, αν ο δρά­στης βρί­σκε­ται στο κοντι­νό περι­βάλ­λον του θύμα­τος, αν
υπάρ­χει σχέ­ση εξάρ­τη­σης, αν το θύμα είναι ανή­λι­κο ή ανή­κει σε ευά­λω­τες πληθυσμιακές
ομά­δες (πρό­σφυ­γες και μετα­νά­στες, άτο­μα με νοη­τι­κή στέ­ρη­ση ή άλλη ανα­πη­ρία κλπ.)

Υπό τέτοιες συν­θή­κες, χρειά­ζε­ται πολύ
θάρ­ρος και αντο­χή για την άμε­ση απο­κά­λυ­ψη και καταγ­γε­λία του βια­σμού, και στη
συνέ­χεια μεγά­λο ψυχι­κό σθέ­νος, υπο­μο­νή, χρό­νος και χρή­μα, για να ανταπεξέλθει
το θύμα στις απαι­τού­με­νες ιατρι­κές, ανα­κρι­τι­κές και δικα­στι­κές δια­δι­κα­σί­ες, μέσα
απ’ τις οποί­ες ανα­γκά­ζε­ται να «ξανα­ζή­σει» πολ­λές φορές τον εφιάλ­τη του. Και με
την πιθα­νό­τη­τα να μην δικαιω­θεί τελι­κά, αφού η αμφι­βο­λία λει­τουρ­γεί πάντα υπέρ
του κατη­γο­ρού­με­νου και οδη­γεί στην απαλ­λα­γή του. Έτσι, κατά κανό­να το έγκλημα
αυτό, που σε όλες τις μορ­φές του συνι­στά κακούρ­γη­μα, μένει ατιμώρητο.

Η πρά­ξη του βια­σμού, περισ­σό­τε­ρο απ’
τη σεξουα­λι­κή εκτό­νω­ση, απο­βλέ­πει στην απα­ξί­ω­ση, την ταπεί­νω­ση, τον εξευτελισμό
του θύμα­τος και την επι­βε­βαί­ω­ση της κυριαρ­χί­ας, του ελέγ­χου και της εξουσίας
του δρά­στη πάνω του, ενώ εν και­ρώ πολε­μι­κών συρ­ρά­ξε­ων ή πολι­τι­κών διώ­ξε­ων, αποτελεί
μέθο­δο βασα­νι­σμού με σκο­πό την τρο­μο­κρά­τη­ση, την ψυχι­κή εξό­ντω­ση, τη μεί­ω­ση της
αξιο­πρέ­πειας και την εξου­δε­τέ­ρω­ση του αντι­πά­λου. Η πρά­ξη αυτή, πέρα απ’ τις
σωμα­τι­κές κακώ­σεις, προ­κα­λεί σοβα­ρά και ανε­πού­λω­τα ψυχι­κά τραύ­μα­τα, αλλά και η απόκρυψή
της έχει σοβα­ρές ψυχο­σω­μα­τι­κές συνέ­πειες. Η κατα­νό­η­ση, συμπα­ρά­στα­ση και υποστήριξη
τόσο του στε­νού, όσο και του ευρύ­τε­ρου περι­βάλ­λο­ντος ενθαρ­ρύ­νει το θύμα να
ζητή­σει δικαιο­σύ­νη με τη δικα­στι­κή δίω­ξη και κατα­δί­κη του δράστη. 

Ο βια­σμός – ιδιαί­τε­ρα κατά των
γυναι­κών, που είναι τα συνή­θη θύμα­τα – απο­τε­λεί σοβα­ρό κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο, που
το επι­τεί­νει η υφι­στά­με­νη οικο­νο­μι­κή, αξια­κή και θεσμι­κή κρί­ση. Η πρό­λη­ψη και
κατα­πο­λέ­μη­σή του εξαρ­τά­ται απ’ την ανά­πτυ­ξη του γενι­κού βιο­τι­κού και μορφωτικού
επι­πέ­δου, και προ­ϋ­πο­θέ­τει συνερ­γα­σία και συντο­νι­σμό της Πολι­τεί­ας με την
κοι­νω­νία σε πρω­το­βου­λί­ες, παρεμ­βά­σεις, δρά­σεις, απο­φά­σεις και μέτρα, όπως: Αναγνώριση
και γνώ­ση του προ­βλή­μα­τος, διε­ρεύ­νη­ση και κατα­γρα­φή των περι­στα­τι­κών, αναζήτηση
και μελέ­τη των αιτί­ων, ενη­μέ­ρω­ση του κοι­νού, εξά­λει­ψη με την εκπαί­δευ­ση, την παιδεία
και τον πολι­τι­σμό της «κουλ­τού­ρας του βια­σμού», των προ­κα­τα­λή­ψε­ων και των
ρατσι­στι­κών «φυλε­τι­κών» νοο­τρο­πιών, υλο­ποί­η­ση της ισό­τη­τας της γυναί­κας και των
ανθρώ­πι­νων δικαιω­μά­των. Επάρ­κεια οργα­νι­σμών, φορέ­ων, υπη­ρε­σιών, δικτύ­ων και
δομών απεύ­θυν­σης, εξέ­τα­σης, προ­στα­σί­ας, ενη­μέ­ρω­σης, περί­θαλ­ψης και στή­ρι­ξης των
θυμά­των, δια­μόρ­φω­ση μηχα­νι­σμών δίω­ξης και τιμω­ρί­ας των δρα­στών, εφαρ­μο­γή καλών πρακτικών
πραγ­μα­τι­κού σωφρο­νι­σμού των κρα­τού­με­νων στα σωφρο­νι­στι­κά κατα­στή­μα­τα, μέριμνα
για τις ευπα­θείς κοι­νω­νι­κές ομά­δες. Και ως επι­στέ­γα­σμα, εναρ­μό­νι­ση της
νομο­θε­σί­ας, της θεω­ρί­ας και της νομο­λο­γί­ας του δικαί­ου με τις σύγ­χρο­νες κοινωνικές
κι επι­στη­μο­νι­κές αντιλήψεις.- 

 

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted