Fast track, slow track… - Φαιακία

Fast track, slow track…

Σε ένα ζήτη­μα, που έχου­με σχο­λιά­σει κατά και­ρούς και στην ΦΑΙΑΚΙΑ ανα­φέ­ρε­ται κατά τρό­πο αρτιω­μέ­νο το άρθρο του Δημή­τρη Μπε­λα­ντή. Μιλ­κά­με για την βαθύ­τα­τη υπο­κρι­σία προ­σω­πι­κο­τή­των, “κύκλων”, φορέ­ων, ΜΜΕ και λοι­πών σοσιαλ­φι­λε­λεύ­θε­ρων δυνά­με­ων, που ερμη­νεύ­ουν και χρω­μα­τί­ζουν σημα­ντι­κά ζητή­μα­τα της δημό­σιας ζωής κατά τα καλά και συμ­φέ­ρο­ντα με δημο­κρα­τι­κό­τη­τα à la carte… Εκφρα­ση αυτής της διπλο­προ­σω­πί­ας είναι και η αντι­με­τώ­πι­ση της πρε­μού­ρας για τις εκλο­γές ως κανο­νι­κό­τα­της από νομι­κή άπο­ψη, την στιγ­μή, που οι ίδιοι “κύκλοι” ωρύ­ο­νταν για αντι­συ­νταγ­μα­τι­κή επί­σπευ­ση των δημο­ψη­φί­σμα­τος έστω και αν το νόη­μα της πραγ­μα­το­ποί­η­σης του σχε­τι­ζό­νταν υπο­χρε­ω­τι­κά με το προ­α­πο­φα­σι­σμέ­νο eurogroup. 
Ετσι είναι ο …σύγ­χρο­νος πολι­τεια­κός επι­στη­μο­νι­κός και άλλος λόγος… Οι θεσμοί  ατην υπη­ρε­σία των σκο­πι­μο­τή­των… Και η επι­στη­μο­σύ­νη συνεπικουρούσα… 
Στό­χος των ίδιων κύκλων και η πρό­ε­δρος της Βου­λής, που πολύ κού­ρα­σε κάτι βια­στι­κά αλλά κου­ρα­σμέ­να παλ­λη­κά­ρια της δεξιάς και της κεντρο­α­ρι­στε­ράς, που μονα­δι­κό τους σκο­πό είχαν τονα ψηφί­σουν με συνο­πτι­κές δια­δι­κα­σί­ες έγκαι­ρα το Γ’ μνη­μό­νιο, που δεν τό είχαν ούτε ξεφυλ­λί­σει… Είχαν, βλέ­πε­τε, εμπι­στο­σύ­νη, στους συγ­γρα­φείς του… 
Αρκε­τά, όμως… Παραθέτουμε…

Η
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟ «ΑΠΟΚΟΜΜΑ» ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
 

Μια παρα­δε­δο­μέ­νη από
παλιά αντί­λη­ψη ότι ο επι­στη­μο­νι­κός λόγος δια­τη­ρεί σε περιό­δους κρί­σε­ων και
οξυ­μέ­νων πολι­τι­κών συγκυ­ριών την ψυχραι­μία, πολι­τι­κή
αμε­ρο­λη­ψία
και νηφα­λιό­τη­τά του και κατα­φέρ­νει –χάρη
δήθεν σε ένα θετι­κι­στι­κό και
«ουδέ­τε­ρο» επι­στη­μο­λο­γι­κό υπό­δειγ­μα- να μην
«δια­φθα­ρεί»
από την πολι­τι­κή αντι­πα­ρά­θε­ση, να μην «προ­δώ­σει την δια­νό­η­ση», κατά την φράση
του Ζυλιέν Μπε­ντά
στην δεκα­ε­τία του ’20, είναι μια άπο­ψη που δεν έχει επι­βε­βαιω­θεί ιστορικά
σχε­δόν ποτέ. Ακό­μη και έγκρι­τοι κοι­νω­νι­κοί
επι­στή­μο­νες
κατα­λή­γουν μέσα στο βάθος της κοινωνικής
και πολι­τι­κής κρί­σης να υπη­ρε­τούν όχι μόνο κάποιες φιλο­σο­φι­κές «προ­ερ­μη­νευ­τι­κές
επι­λο­γές» τους αλλά και ξεκά­θα­ρα πολι­τι­κές
σκο­πι­μό­τη­τες
ή ακό­μη και μεθο­δευ­μέ­νους πολι­τι­κούς χειρισμούς.
Και αυτό κατα­λή­γουν να το ερμη­νεύ­σουν ως έγκυ­ρη γνω­σια­κά τεχνο­λο­γία της
λει­τουρ­γί­ας των σχέ­σε­ων εξου­σί­ας, δίδο­ντας έτσι κύρος στην πολι­τι­κή τους
τοποθέτηση.
Αφορ­μή αυτής της σκέψης
και προ­βλη­μα­τι­κής για την «επι­κίν­δυ­νη σχέ­ση» νηφά­λιας επι­στη­μο­νι­κής τοποθέτησης
και στο­χευ­μέ­νης πολι­τι­κής παρέμ­βα­σης απο­τε­λεί στα πλαί­σια αυτού του σημειώματος
η συνέ­ντευ­ξη του κ. Αλι­βι­ζά­του,
καθη­γη­τή του συνταγ­μα­τι­κού δικαί­ου στο Καπο­δι­στρια­κό Πανε­πι­στή­μιο της Αθήνας
και δια­κε­κρι­μέ­νου δημο­σιο­λό­γου, στον τηλε­ο­πτι­κό σταθ­μό ΣΚΑΙ, το βρά­δυ της
Δευ­τέ­ρας, 24ης Αυγού­στου, στην βάση των συνταγ­μα­τι­κών προ­βλη­μά­των που
έχουν ανα­κύ­ψει μετά την παραί­τη­ση της κυβέρ­νη­σης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ
και την δρο­μο­λό­γη­ση των διε­ρευ­νη­τι­κών εντο­λών σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις των
άρθρων 38 παρ. 1 εδ.
α’ και β’ και 37 παρ. 2 έως και 4 του Συντάγ­μα­τος
.
Οι τοπο­θε­τή­σεις του κ. Αλι­βι­ζά­του απο­κτούν ιδιαί­τε­ρο ενδια­φέ­ρον εν όψει και των
επι­στο­λών που έχουν ανταλ­λα­γεί και γίνει δημό­σια γνω­στές μετα­ξύ της Προέδρου
της Βου­λής και του Προ­έ­δρου της Δημο­κρα­τί­ας. Ο κ. Αλι­βι­ζά­τος
δια­τεί­νε­ται κατ’ αρχάς ότι όλα όσα συντελέσθηκαν
μετα­ξύ της 21ης Αυγού­στου και της 24ης Αυγού­στου εκ μέρους της
Προ­ε­δρί­ας της Δημο­κρα­τί­ας ήταν απο­λύ­τως νόμι­μα κατά την συνταγ­μα­τι­κή έννοια
αλλά και εναρ­μο­νί­ζο­νταν με την εύρυθ­μη λει­τουρ­γία του κοι­νο­βου­λευ­τι­σμού. Αν
ανα­τρέ­ξει, όμως, κανείς στην επι­στο­λή της
Προ­έ­δρου της Βου­λής
της 22-8-2015, θα παρατηρήσει
ότι τίθε­νται ορι­σμέ­να ζητή­μα­τα που δεν είναι τόσο εύκο­λο να παρα­καμ­φθούν από
συνταγ­μα­τι­κή και θεσμι­κή άπο­ψη. Η παρα­τή­ρη­ση της ΠτΒ , η οποία μάλι­στα γλαφυρά
χαρα­κτη­ρί­ζε­ται από τον κ. καθη­γη­τή ως «η κυρία αυτή», ότι, αφό­του παραι­τή­θη­κε η
κυβέρ­νη­ση το βρά­δυ της Πέμ­πτης 20-8, η πρώ­τη εντο­λή δόθη­κε άκαρ­πα στον κ.
Τσί­πρα και η δεύ­τε­ρη μέσω e-mail στον κ. Μει­μα­ρά­κη, οδη­γεί σε μη
καθη­συ­χα­στι­κούς συλ­λο­γι­σμούς, ενδε­χο­μέ­νως δε και σε έντο­νο θεσμι­κό άγχος. Διότι
ναι μεν το Σύνταγ­μα, ως ισχύ­ει, δεν ορί­ζει στο άρθρο
37
τον τρό­πο «παρο­χής της διε­ρευ­νη­τι­κής εντολής»,
καθώς όντως το Σύνταγ­μα δεν είναι Κώδι­κας Πολι­τι­κής Δικο­νο­μί­ας. Όμως, ακό­μη και
στην πιο προ­ω­θη­μέ­νη τεχνο­λο­γι­κά επο­χή της ανθρω­πό­τη­τας, δεν μπο­ρεί να
χαρα­κτη­ρι­σθεί εύρυθ­μη κοι­νο­βου­λευ­τι­κή λει­τουρ­γία η παρο­χή της διερευνητικής
εντο­λής χωρίς καμία προ­σω­πι­κή επα­φή μετα­ξύ του ρυθ­μι­στή του πολι­τεύ­μα­τος και
των αρχη­γών των πολι­τι­κών κομ­μά­των, κατά βάση άμε­ση και πάντως τουλάχιστον
τηλε­φω­νι­κή. Η εκφυ­λι­στι­κή αυτή πρα­κτι­κή για τις λει­τουρ­γί­ες του
κοι­νο­βου­λευ­τι­κού πολι­τεύ­μα­τος ανά­γε­ται σε μια μη δια­βου­λευ­τι­κή και απόλυτα
εργα­λεια­κή λογι­κή, μια λογι­κή « επι­τά­χυν­σης άνευ ποιό­τη­τας των δια­δι­κα­σιών» (fast track), η
οποία υπο­βαθ­μί­ζει τους παρά­γο­ντες του πολι­τεύ­μα­τος, την σχέ­ση τους αλλά και την
λει­τουρ­γία του πολι­τεύ­μα­τος συνο­λι­κό­τε­ρα. Είναι δε αυτή η αντίληψη
χαρα­κτη­ρι­στι­κή για τον εργαλειακό/αυταρχικό
κοι­νο­βου­λευ­τι­σμό
όλης της περιό­δου των Μνη­μο­νί­ων από το
2010 μέχρι και σήμε­ρα, έναν κοι­νο­βου­λευ­τι­σμό σε βαθιά κρί­ση. Έναν εργαλειακό
κοι­νο­βου­λευ­τι­σμό, ο οποί­ος δεν επι­κρί­θη­κε, αν θυμά­μαι καλά, από τον κ.
Αλι­βι­ζά­το, καθώς από την επο­χή του πρώ­του μνη­μο­νί­ου έλα­βε θέση υπέρ της βασικής
συνταγ­μα­τι­κό­τη­τας των δια­δι­κα­σιών και των περιε­χο­μέ­νων της λεγόμενης
μνη­μο­νια­κής τοπο­θέ­τη­σης. Παρά το γεγο­νός ότι το κοι­νω­νι­κά προ­στα­τευ­τι­κό τμήμα
του Συντάγ­μα­τος, παρά την παρα­πλη­ρω­μα­τι­κό­τη­τα ατο­μι­κών, πολι­τι­κών και
κοι­νω­νι­κών δικαιω­μά­των κατά τον Αρι­στό­βου­λο Μάνε­ση, τέθη­κε ουσια­στι­κά εκτός
ισχύος.

Ομοί­ως, προ­κα­λεί έντονο
προ­βλη­μα­τι­σμό η τοπο­θέ­τη­ση του κ. Αλι­βι­ζά­του,
κατά την οποία η κλή­ση των πολι­τι­κών αρχη­γών κατά την διά­τα­ξη του άρθρου 37
παρ. 3εδ. γ’ του Συντάγ­μα­τος μετά την μη τελε­σφό­ρη­ση των εντο­λών για να
απο­φα­σί­σουν αν θα σχη­μα­τί­σουν κυβέρ­νη­ση που θα έχει την εμπι­στο­σύ­νη της Βουλής
ή αν θα απο­φα­σί­σουν οικου­με­νι­κή κυβέρ­νη­ση ή υπη­ρε­σια­κή για την διενέργεια
εκλο­γών έχει απο­λύ­τως άτυ­πο χαρα­κτή­ρα και ότι η κλή­ση αυτή
δεν χρειά­ζε­ται να έχει χαρα­κτή­ρα σύσκε­ψης .
Η τοπο­θέ­τη­ση αυτή θέτει κατ’ αρχήν το απο­λύ­τως λογι­κό ερώ­τη­μα πώς οι αρχηγοί
των κομ­μά­των θα απο­φα­σί­σουν για την μια επι­λο­γή ή την άλλη χωρίς καμία
δια­βου­λευ­τι­κή συλ­λο­γι­κή δια­δι­κα­σία και δια­δι­κα­σία ανταλ­λα­γής από­ψε­ων και αν
είναι δυνα­τή μια συλ­λο­γι­κή δια­βου­λευ­τι­κή δια­δι­κα­σία μόνο μετα­ξύ του ΠτΔ και κάθε
αρχη­γού κόμ­μα­τος και μόνο. Ανε­ξάρ­τη­τα όμως από αυτό, και στην θεω­ρία έχει
βάσι­μα υπο­στη­ρι­χθεί ότι η κλή­ση από τον ΠτΔ στους αρχη­γούς των κομ­μά­των γίνεται
με σύσκε­ψη
(άλλω­στε κλή­ση σε τι ακρι­βώς;) τόσο παλαιό­τε­ρα (βλ. ενδει­κτι­κά σε Αθ. Ράϊ­κου «Συνταγ­μα­τι­κό
Δίκαιο- Εισα­γω­γή-Οργα­νω­τι­κό Μέρος, Αθή­να-Κομο­τη­νή 1990, σελ. 378 ) όσο και πιο
πρό­σφα­τα (βλ. ενδει­κτι­κά σε Κ. Χρυ­σό­γο­νου « Συνταγ­μα­τι­κό Δίκαιο», σελ. 530
επ.), πάντο­τε στην μορ­φή του Συντάγ­μα­τος μετά την ανα­θε­ώ­ρη­ση του 1986. Επίσης,
αυτή η πρα­κτι­κή έχει στα­θε­ρά ακο­λου­θη­θεί με πιο πρό­σφα­το παρά­δειγ­μα τις εκλο­γές του Μαΐ­ου 2012.
Τέλος, απο­τε­λεί ένα παρά­δο­ξο στα πλαί­σια της ίδιας της δυνα­μι­κής λειτουργίας
του πολι­τεύ­μα­τος να «εγκα­θί­στα­νται» ασχο­λί­α­στοι κρι­τι­κά από την επι­στή­μη θεσμοί
όπως το Συμ­βού­λιο των Πολι­τι­κών Αρχη­γών, το οποίο δεν έχει κανέ­να ρητό
συνταγ­μα­τι­κό έρει­σμα και εκεί όπου υπάρ­χει όντως συγκρο­τη­μέ­νος, τόσο από την
έμμε­ση γραμ­μα­τι­κή ερμη­νεία όσο και από την συνταγ­μα­τι­κή πρα­κτι­κή, ένας θεσμός
όπως η σύσκε­ψη των πολι­τι­κών αρχη­γών ως έσχα­το μέσο για την επίτευξη
κυβερ­νη­τι­κής λύσης, αυτός ο θεσμός να απο­δυ­να­μώ­νε­ται ερμη­νευ­τι­κά για να
ενι­σχυ­θεί για άλλη μια φορά μια εργα­λεια­κή και μη δημο­κρα­τι­κή θεσμι­κή αντίληψη.
Παρα­τη­ρεί μάλι­στα κανείς μια συνά­φεια ανά­με­σα σε αυτήν την ερμη­νευ­τι­κή αποδυνάμωση
και στην πρα­κτι­κή ορι­σμέ­νων πολι­τι­κών αρχη­γών όπως οι κ.κ. Π. Καμ­μέ­νος και Δ. Κου­τσού­μπας να
δηλώ­νουν εκ των προ­τέ­ρων την μη συμ­με­το­χή τους. Αλλά, ακό­μη και έτσι, «μη συμ­με­το­χή» σε
άτυ­πες τηλε­φω­νι­κές συνο­μι­λί­ες πώς μπο­ρεί να νοη­θεί; Επί­σης, πώς επιβεβαιώνεται
η αδυ­να­μία σχη­μα­τι­σμού κυβέρ­νη­σης, όταν τα φυσι­κά πρό­σω­πα δεν διασκέπτονται
–ακό­μη και με την ακραία εκδο­χή μιας τηλεδιάσκεψης ;

Περαι­τέ­ρω, είναι μεν
βάσι­μο το επι­χεί­ρη­μα του κ. Αλι­βι­ζά­του ότι
το Σύνταγ­μα προ­βλέ­πει στο άρθρο 37 παρ. 4 την ενη­μέ­ρω­ση ως προς την δύνα­μη των
κομ­μά­των στην Βου­λή από την ΠτΒ στον ΠτΔ και όχι αντί­στρο­φα. Γραμ­μα­τι­κά, έτσι
είναι. Μπο­ρεί, όμως, να νοη­θεί μια ομα­λή θεσμι­κή
συλ­λει­τουρ­γία
μετα­ξύ των δύο πολι­τεια­κών παραγόντων
χωρίς το στοι­χείο της αλλη­λο­ε­νη­μέ­ρω­σης και αλλη­λο­ε­πι­κοι­νω­νί­ας ; Είναι θεσμικά
ομα­λή μια λει­τουρ­γία, κατά την οποία η ΠτΒ δεν
ενη­με­ρώ­νε­ται
για την παραί­τη­ση της κυβέρ­νη­σης ούτε
από τον πρω­θυ­πουρ­γό ούτε από τον ΠτΔ αλλά από τα μέσα μαζι­κής ενη­μέ­ρω­σης ; Και
μάλι­στα τα ίδια μέσα μαζι­κής ενη­μέ­ρω­σης, τα οποία στο­χο­ποιούν
πολι­τι­κά
την ΠτΒ από το πρωί μέχρι το βράδυ ;
Βρί­σκω επί­σης ενδιαφέρον
το επι­χεί­ρη­μα του κ. Αλι­βι­ζά­του,
κατά το οποίο η επι­λο­γή οποιασ­δή­πο­τε ημε­ρο­μη­νί­ας εκλο­γών εντός του 30ημέρου από
το διά­ταγ­μα προ­κή­ρυ­ξης εκλο­γών δεν δημιουρ­γεί κανέ­να θεσμι­κό πρό­βλη­μα, καθώς
είναι συνταγ­μα­τι­κά προ­βλε­πό­με­νη και ανε­κτή. Ο κύριος λόγος που το βρίσκω
ενδια­φέ­ρον είναι επει­δή το συσχε­τί­ζω με το επι­χεί­ρη­μα του παρελ­θό­ντος Ιου­νί­ου από την
πλευ­ρά του «Ναι» στο σχέ­διο των δανει­στών και του κινή­μα­τος «Μένου­με Ευρώπη»
ότι υφαρ­πασ­σό­ταν μια από­φα­ση λόγω του πολύ σύντο­μου προ­ε­κλο­γι­κού χρόνου.
Βεβαί­ως, η συσχέ­τι­ση αυτή δεν αφο­ρά τον κ. Αλι­βι­ζά­το προ­σω­πι­κά, καθώς δεν
γνω­ρί­ζω την τότε άπο­ψή του, αλλά την γενι­κό­τε­ρη υπο­κρι­σία ενός πολι­τι­κού και
δια­νοη­τι­κού προ­σω­πι­κού, που θεώ­ρη­σε fast track την προ­ε­κλο­γι­κή περί­ο­δο του
δημο­ψη­φί­σμα­τος του Ιου­λί­ου, αλλά σήμε­ρα σιω­πά στο γεγο­νός ότι χωρίς
απο­τε­λε­σμα­τι­κό δημό­σιο διά­λο­γο για το δυσβά­στα­χτο τρί­το μνη­μό­νιο και παρά τις
σημα­ντι­κές πολι­τι­κές ανα­κα­τα­τά­ξεις που επε­συ­νέ­βη­σαν, ο λαός μπο­ρεί ώρι­μα να
απο­φα­σί­σει μέσα σε είκο­σι ημέρες.
Κλεί­νο­ντας, θα ήθε­λα να
προ­βώ σε έναν σύντο­μο πολι­τι­κό σχο­λια­σμό επί του περιε­χο­μέ­νου της παραπάνω
συνέ­ντευ­ξης. Όταν ένα δημό­σιο πρό­σω­πο τοπο­θε­τεί­ται στον δημό­σιο διά­λο­γο με την
επι­στη­μο­νι­κή του ιδιό­τη­τα ως προ­έ­χου­σα, θα πρέ­πει να κρα­τά μια λογι­κή ή πάντως
συγκρα­τη­μέ­νη από­στα­ση από την ιδε­ο­λο­γι­κή του τοπο­θέ­τη­ση και προ­ε­πι­λο­γή, αν
θέλει να δια­φυ­λάσ­σει την εγκυ­ρό­τη­τα του επι­στη­μο­νι­κού του λόγου- και με
δεδο­μέ­νη την προ­α­να­φερ­θεί­σα καχυ­πο­ψία μου για την αλή­θεια ενός απόλυτου
δια­χω­ρι­σμού ανά­με­σα στους δύο ρόλους. Ο καθη­γη­τής της νομι­κής, μιλώ­ντας με
αυτήν του την ιδιό­τη­τα, δεν μπο­ρεί να ανα­φέ­ρε­ται στο νεο­συ­στα­θέν πολι­τι­κό κόμμα
της «Λαϊ­κής Ενό­τη­τας» ή σε οποιο­δή­πο­τε νεο­συ­στα­θέν κόμ­μα ως «από­κομ­μα» ούτε
στην ΠτΒ ως «αυτήν την κυρία», καθώς μάλι­στα η ΠτΒ έχει, κατά τον Καντόροβιτς,
αλλά και κατά την ίδια την κοι­νο­βου­λευ­τι­κή λει­τουρ­γία δύο σώμα­τα, ένα φυσικό
και ένα οργα­νι­κό, και μάλι­στα το φυσι­κό τυγ­χά­νει όλως συμ­πτω­μα­τι­κά να είναι και
έμφυ­λο. Όσον αφο­ρά την «Λαϊ­κή Ενό­τη­τα», δεν είναι σαφές αν είναι «από­κομ­μα»,
για­τί προ­ήλ­θε από την διά­σπα­ση ενός πραγ­μα­τι­κού
σοβα­ρού κόμ­μα­τος
-όπως ιδί­ως ο μνη­μο­νια­κός πια ΣΥΡΙΖΑ- ή
για­τί έχει απα­ρά­δε­κτες αντι­μνη­μο­νια­κές αντι­λή­ψεις (είναι όμως αυτό κριτήριο
δια­χω­ρι­σμού σε κόμ­μα­τα και απο­κόμ­μα­τα ; ) ή για­τί συνι­στά «από­κω­μα», καθώς
μπο­ρεί να συμ­βά­λει στην έξο­δο από το μνη­μο­νια­κό κώμα, στο οποίο δυστυχώς
βρι­σκό­μα­στε και από το οποίο πρέ­πει σύντο­μα να βγού­με. Θα συμ­βού­λευε ο κ.
καθη­γη­τής μια τέτοια λογι­κή ή εννοιο­λο­γι­κή δια­φο­ρο­ποί­η­ση στους νυν μαθη­τές και
μαθή­τριές του;
Ακού­γο­ντας μια δεύτερη
φορά την συνέ­ντευ­ξη του κ. Αλι­βι­ζά­του,
σκέ­φτο­μαι ότι η εξέ­λι­ξη των δια­νο­ου­μέ­νων του πάλαι ποτέ εκσυγ­χρο­νι­στι­κού ή
κεντρο­α­ρι­στε­ρού τόξου ( μέσα από την υπο­τι­θέ­με­νη πάλη κατά του «εθνο­λαϊ­κι­σμού»
και άλλων επι­σφα­λών νοη­τι­κά κατη­γο­ριών του σύγ­χρο­νου μετα­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού )
οδη­γεί συχνά τόσο σε μια , παρά τον discourse περί κεντρώ­ας νηφαλιότητας,
δια­φα­νή πολι­τι­κή εμπά­θεια κατά πολι­τι­κών δυνά­με­ων που ανα­ζη­τούν μια εναλλακτική
λύση πέραν του «υπαρ­κτού μνη­μο­νια­κού ρεα­λι­σμού» και της επι­συσ­σώ­ρευ­σης ερειπίων
εντός του και εντός της ευρω­ζώ­νης. Οδη­γεί, επί­σης, σε έναν ιδιό­μορ­φο ιδεολογικό
χώρο του «ριζο­σπα­στι­κού κέντρου», ο οποί­ος, στην αγω­νία του να παγιώ­σει αυτήν
την νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που επι­κρα­τεί στην Ελλά­δα και την Ευρώπη,
παρα­κάμ­πτει τα συνταγ­μα­τι­κά δημο­κρα­τι­κά αντε­ρεί­σμα­τα προς τον ολο­κλη­ρω­τι­σμό των
αγο­ρών, την ίδια στιγ­μή όπου υπο­τί­θε­ται ότι εκστρα­τεύ­ει κατά των «δύο άκρων» με
φιλε­λεύ­θε­ρο ζήλο. Βεβαί­ως, τα «απο­κόμ­μα­τα» μπο­ρούν να ταξι­νο­μη­θούν, χάριν της
ακρό­τη­τάς τους μαζί και με το «δεξιό άκρο»
ή συμ­με­τρι­κά προς αυτό. Είναι η γνω­στή θεω­ρία των «δύο άκρων», δια­δε­δο­μέ­νη κατά
τον Ψυχρό Πόλε­μο
αλλά και μετά από αυτόν. Όμως, αυτό ως σκέ­ψη δεν είναι πολύ μακρυά από τον
μακ­καρ­θι­σμό, μια πολι­τι­κή ιδε­ο­λο­γία την οποία ο ίδιος ο κ. Αλι­βι­ζά­τος έχει
παρου­σιά­σει με εξαι­ρε­τι­κή ενάρ­γεια στην διδα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του.
Τέλος, μου φαίνεται
σχε­τι­κά ευρη­μα­τι­κή μια τοπο­θέ­τη­ση, η οποία αγω­νιά τώρα για την μη διά­σπα­ση της Αρι­στε­ράς,
ενώ πιθα­νόν θεώ­ρη­σε την υπο­γρα­φή του Μνη­μο­νί­ου πριν από λίγες ημέ­ρες μια καλή
βάση για την ενό­τη­τά της. Όμως, στο σημείο αυτό πιθα­νόν να είμαι και
υπερ­βο­λι­κός, ίσως δε και ακραί­ος. Άλλω­στε, η ενό­τη­τα της Αρι­στε­ράς δεν είναι
μια πανε­θνι­κή αυτα­ξία αλλά ένα εργα­λείο για όσους/ες ενδια­φέ­ρο­νται για την
επί­τευ­ξη των σκο­πών της.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted