Αυτή η μάνα μου η καθαρίστρια! - Φαιακία

Αυτή η μάνα μου η καθαρίστρια!

Το κεί­με­νο, που μας έστει­λε ο φίλ­τα­τος Στέ­φα­νος Πάντος δεν χρειά­ζε­ται εισαγωγή…


Ευτυ­χώς υπάρ­χουν και άγιοι ιερείς!

Σαν τον Αρχι­μαν­δρί­τη Βασί­λειο Βαρ­βέ­λη.

Τους τιμάς και τους προ­σκυ­νάς, ακό­μη και αν δεν έχεις
καμ­μιά σχέ­ση με θρησκεία…


Αυτή η μάνα μου η καθα­ρί­στρια!

«Η μάνα μου καθα­ρί­στρια, εγώ παι­δί και ανήψι
καθαριστριών.

Έλα­μπαν τα σπί­τια που δού­λευε 6 μέρες την εβδο­μά­δα και
την έβδο­μη, την Κυρια­κή, (στην «αργία» της), να καθα­ρί­σει και το δικό μας το
σπί­τι κ εμάς, να μαγει­ρέ­ψει ενα πιά­το ζεστό φαγη­το, να πλει­νει, ν απλώ­σει, να
σιδε­ρώ­σει, να μας αγκα­λιά­σει και να ξεκουραστεί.

Αυτή η μάνα μου!

Αυτές οι Περι­στε­ριώ­τι­σες οι μανά­δες των φίλων μας, που
ξεκι­νού­σαν χαρά­μα­τα νηστι­κιές, αφή­νο­ντας τα παι­διά στους δρό­μους, για να
φτά­σουν στην Εκά­λη, στη Φιλο­θέη, στο Ψυχι­κό, με κρύο, με βρο­χή, με χιό­νι, με
ζέστη και να γίνουν «παρα­δου­λεύ­τρες» όπως τις έλε­γαν οι «Κυρί­ες», για να μας
μεγα­λώ­σουν, με το μερο­κά­μα­το τους, να μας μορ­φώ­σουν, να γίνου­με άνθρωποι. 

Και οι περισ­σό­τε­ροι γίναμε!

Κι’ όταν επέ­στρε­φε η μάνα απ’ τη δου­λεία, έχο­ντας μέσα
στην τσά­ντα της την βρεγ­μέ­νη της ρόμπα που φορού­σε οταν σφουγ­γά­ρι­ζε με τα
γόνα­τα τα πατώ­μα­τα, μικρός εγώ, πολύ μικρός, την ρώτα­γα με αγωνία:

Μαμά τι μου έφερες?

Κού­ρα­ση παι­δί μου, η απά­ντη­ση της. Κού­ρα­ση.

Μεγα­λώ­σα­με με τα ρού­χα που έδι­ναν οι «Κυρί­ες» στη μάνα
μας για ψυχικό. 

Δικό μας ρού­χο δεν είχα­με. Αποφόρια. 

Μ αυτά ντυνόμασταν.

Μανά­δες ηρωίδες!

Σ αυτές τις μανά­δες σήκω­σε το χέρι του ο Φασισμός. 

Αυτές τις μανά­δες χτύ­πη­σαν οι «μπρά­βοι» των 500 ευρώ.

Αντί να φιλή­σουν το χέρι τους, τις έστει­λαν στα
νοσοκομεία.

Αυτοί που σκό­τω­σαν τον «αδελ­φό» μας και το «παι­δί»
μας, τον Γρη­γο­ρό­που­λο, αυτοί που προ­σφέ­ρουν ασυ­λία στους Ναζι­στές, σάρ­κα από
την σάρ­κα τους, αυτοί που που­λά­νε πρέ­ζα στις πιά­τσες για να μην ξυπνή­σει ποτέ ο
λαός, αυτοί που εκδί­δουν πόρ­νες για να μαζεύ­ουν τα ποσο­στά, αυτοί που φέρονται
απάν­θρω­πα στους μετα­νά­στες, αυτοί που εκβιά­ζουν κατα­στη­μα­τάρ­χες, αυτοί που
πάντα υπη­ρε­τούν την εκά­στο­τε εξου­σία πιστά, οι ταγ­μα­τα­λή­τες στην κατο­χή, οι
ασφα­λί­τες στη χού­ντα, για να λάβουν ως αντα­πό­δω­ση το μέρι­σμά τους… Τόλ­μη­σαν και
σήκω­σαν το βέβη­λο χέρι τους, στις μανά­δες μας.

Σε ολα αυτά τα ανθρω­πά­ρια, με τους γυμνα­σμέ­νους μύες
και το ελά­χι­στο μυα­λό, που με την στά­ση και την συμπε­ρι­φο­ρά τους έφτυ­σαν τις
ίδιες τις μανά­δες τους, γυρί­ζω την πλάτη.

Σκλη­ραί­νω την καρ­διά μου.

Δεν τους ευλο­γώ πια. Δεν μου βγαίνει.

Δεν έχω ευχή γι’ αυτούς.

Ολοι αυτοί, θα με βρούν μπρο­στά τους, στον αγώνα.

Φωνά­ζω δυνατά:

Ξυπνή­στε όλοι, ξύπνα επι­τέ­λους λαέ του Θεού πριν να είναι
αργά.

«ΑΚΟΥΣΑΤΕ ον,
βασι­λε
ς, κα σύνε­τε· μάθε­τε, δικα­στα περά­των γς.

2 νωτί­σα­σθε
ο
κρα­τοντες
πλή­θους και γεγαυ­ρω­μέ­νοι
π χλοις θνν·

3 τι δόθη παρ το Κυρί­ου
κρά­τη­σις
μν κα δυνα­στεία παρ Υψί­στου, ς ξετά­σει μν τ ργα κα τς βουλς
διερευνήσει· 

4 τι πηρέ­ται ντες τς ατο βασι­λεί­ας οκ κρί­να­τε ρθς, οδ φυλά­ξα­τε
νόμον, ο
δ κατ τν βουλν το Θεο πορεύ­θη­τε.

5 φρικτς κα ταχέ­ως πιστή­σε­ται
μν, τι κρί­σις πότο­μος ν τος περέ­χου­σι γίνεται…»

 

Αρχι­μαν­δρί­της Βασί­λειος Βαρβέλης.

Γραμ­μα­τέ­ας του πατριαρ­χεί­ου Αλε­ξαν­δρεί­ας και πάσης
Αφρικής.

Δευ­τέ­ρα, 16 Ιου­νί­ου 2014.

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted

Αυτή η μάνα μου η καθαρίστρια!

Τι ωραίο πλά­σμα, που είναι ο άνθρω­πος όταν είναι άνθρω­πος!!! Δια­μά­ντι το κεί­με­νο, που μας κοι­νο­ποί­η­σε ο φίλ­τα­τος Στέ­φα­νος Πάντος… Σας το παρου­σιά­ζου­με για να μοι­ρα­στεί­τε μαζί μας την συγκί­νη­ση, που αποπνέει… 


ΠΩΣ ΝΑ ΜΗ ΤΙΜΗΣΕΙΣ ΤΕΤΟΙΟΝ ΙΕΡΕΑ. .
.ΕΥΤΥΧΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΙΕΡΕΙΣ! ΤΟΝ ΤΙΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ”ΠΡΟΣΚΥΝΑΣ”,
ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΜΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΘΡΗΣΚΕΙΑ. . .ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΙ
ΣΚΕΦΤΟΜΕΝΟΙ ΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Αυτή η μάνα μου η
καθα­ρί­στρια!
 

Αρχι­μαν­δρί­της Βασί­λειος Βαρβέλης

«Η μάνα μου
καθα­ρί­στρια, εγω παι­δί κ ανή­ψι καθαριστριών.
Έλα­μπαν τα σπί­τια που δού­λευε 6 μέρες την εβδο­μά­δα και την έβδο­μη, την Κυριακή,
(στην «αργία» της), να καθα­ρί­σει και το δικό μας το σπί­τι κ εμάς, να μαγειρέψει
ενα πιά­το ζεστό φαγη­το, να πλει­νει, ν απλώ­σει, να σιδε­ρώ­σει, να μας αγκαλιάσει
και να ξεκουραστεί.

Αυτή η μάνα μου!

Αυτές οι
Περι­στε­ριώ­τι­σες οι μανά­δες των φίλων μας, που ξεκι­νού­σαν χαρά­μα­τα νηστικιές,
αφή­νο­ντας τα παι­δια στους δρό­μους, για να φτά­σουν στην Εκά­λη, στη Φιλο­θέη, στο
Ψυχι­κό, με κρύο, με βρο­χή, με χιό­νι, με ζέστη και να γίνουν «παρα­δου­λεύ­τρες»
όπως τις έλε­γαν οι «Κυρί­ες», για να μας μεγα­λώ­σουν, με το μερο­κά­μα­το τους, να
μας μορ­φώ­σουν, να γίνου­με άνθρω­ποι. Και οι περισ­σό­τε­ροι γίναμε!

Κ οταν επέστρεφε
η μάνα απ τη δου­λεία, έχο­ντας μεσα στην τσά­ντα της την βρεγ­μέ­νη της ρόμπα που
φορού­σε οταν σφουγ­γά­ρι­ζε με τα γόνα­τα τα πατώ­μα­τα, μικρός εγώ, πολύ μικρός, την
ρώτα­γα με αγωνία:

– Μαμά τι μου
έφερες?

– Κού­ρα­ση παιδί
μου, η απά­ντη­ση της. Κούραση.

Μεγα­λώ­σα­με με τα
ρού­χα που έδι­ναν οι «Κυρί­ες» στη μάνα μας για ψυχι­κό. Δικό μας ρού­χο δεν
είχα­με. Απο­φό­ρια. Μ αυτά ντυνόμασταν.

Μανά­δες ηρωίδες!

Σ αυτές τις
μανά­δες σήκω­σε το χέρι του ο Φασι­σμός. Αυτές τις μανά­δες χτύ­πη­σαν οι «μπρά­βοι»
των 500 ευρώ.

Αντι να φιλήσουν
το χέρι τους,τις έστει­λαν στα νοσοκομεία.

Αυτοί που
σκό­τω­σαν τον «αδελ­φό» μας και το «παι­δί» μας, τον Γρηγορόπουλο,

αυτοί που προσφέρουν
ασυ­λία στους Ναζι­στές, σάρ­κα από την σάρ­κα τους, αυτοί που που­λά­νε πρέ­ζα στις
πιά­τσες για να μην ξυπνή­σει ποτέ ο λαός, αυτοί που εκδί­δουν πόρ­νες για να
μαζεύ­ουν τα ποσοστά,

αυτοί που
φέρο­νται απάν­θρω­πα στους μετανάστες,

αυτοί που
εκβιά­ζουν καταστηματάρχες,

αυτοί που πάντα
υπη­ρε­τούν την εκά­στο­τε εξου­σία πιστά, οι ταγ­μα­τα­λή­τες στην κατο­χή, οι ασφαλίτες
στη χού­ντα, για να λάβουν ως αντα­πό­δω­ση το » μέρι­σμά τους..» τόλ­μι­σαν και
σήκω­σαν το βέβη­λο χέρι τους, στις μανά­δες μας.

Σ ολα αυτά τα
ανθρω­πά­ρια, με τους γυμνα­σμέ­νους μύες και το ελά­χι­στο μυα­λό, που με την στάση
και την συμπε­ρι­φο­ρά τους έφτυ­σαν τις ίδιες τις μανά­δες τους, γυρί­ζω την πλάτη.

Σκλη­ραί­νω την
καρ­διά μου.

Δεν τους ευλογώ
πια. Δεν μου βγαίνει.

Δεν έχω ευχή γ
αυτούς.

Ολοι αυτοί, θα με
βρούν μπρο­στά τους, στον αγώνα.

Φωνά­ζω δυνατά:

Ξυπνή­στε όλοι,
ξύπνα επι­τέ­λους λαέ του Θεού πριν να ειναι αργά.

«ΑΚΟΥΣΑΤΕ ον, βασι­λες, κα σνετε· μθετε, δικα­στα περτων γς. 2 νωτσασθε ο κρα­τοντες πλθους και γεγαυ­ρωμνοι π χλοις θνν· 3 τι δθη παρ το Κυρου κρτησις μν κα δυνα­στεα παρ Υψστου, ς ξετσει μν τ ργα κα τς βουλς διε­ρευνσει· 4 τι πηρται ντες τς ατο βασι­λεας οκ κρνατε ρθς, οδ φυλξατε νμον, οδ κατ τν βουλν το Θεο πορεθητε. 5 φρικτς κα ταχως πιστσεται μν, τι κρσις πτομος ν τος περχου­σι γνεται…»

Αρχι­μαν­δρί­της
Βασί­λειος Βαρ­βέ­λης
.
Γραμ­μα­τέ­ας του πατριαρ­χεί­ου Αλε­ξαν­δρεί­ας και πάσης Αφρικής.
Δευ­τέ­ρα, 16 Ιου­νί­ου 2014

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted