Πεπλανημένοι πλάνητες - Φαιακία

Πεπλανημένοι πλάνητες

Γρά­φει ο φίλ­τα­τος Βασί­λης Θεο­δω­ρό­που­λος, με την εξαι­ρε­τι­κής γρα­φής σε μορ­φή και περιε­χό­με­νο πέν­να του και η ΦΑΙΑΚΙΑ ανα­πα­ρά­γει ασμένως… 





Πεπλα­νη­μέ­νοι
πλάνητες
Ήταν κάπο­τε φίλοι
κολ­λη­τοί
.

Μαζεύ­ο­νταν κάθε μέρα,
δίπλα στην πέτρα, όπου ο ήλιος έγρα­φε τα παραγ­γέλ­μα­τά του.

Τώρα ο βοριάς τους χώρισε…

Στο τέλος,
ο καθέ­νας τρά­βη­ξε το δρό­μο του: Άλλος στην ανα­το­λή, άλλος στη δύση…

Κι ήταν ιδιαί­τε­ρα σκλη­ρό το ερμή­νευ­μα  αυτής της στά­σης, τους πήρε χρό­νο να ξεφύγουν
απ` αυτό που ονό­μα­ζαν με περη­φά­νια «συντρο­φι­κό­τη­τα»…

Στην ατο­μι­κή λύτρω­ση, σέρ­νο­νται οι αναμνήσεις…

Σε κάθε πεπλα­νη­μέ­νο πλά­νη­τα, υπάρχουν
ανα­μνή­σεις, υπάρ­χει όμως κι η σκλη­ρή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: υπο­χρε­ώ­σεις, ανεκπλήρωτοι
πόθοι, μικροεγωϊσμοί…

Κι η δια­νο­μή της
εξου­σί­ας, κατα­κερ­μα­τί­στη­κε, σαν κομ­μά­τια ενός πάζλ, από `δω κι από `κει, να τα
χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν σε χίλιες δυο εκδο­χές σύν­θε­σης, άνθρω­ποι κι άνθρω­ποι, φίλοι κι
εχθροί, με τσί­πα ή χωρίς…
Απ` την επο­χή εκεί­νη, που μοί­ρα­ζαν παντε­σπά­νια για
παρη­γο­ριά στους παρα­πλα­νη­μέ­νους κι εξα­θλιω­μέ­νους τα προϊ­στο­ρι­κά ανθρω­ποει­δή της
παρά­νοιας, η ζωή λέμε πως εξε­λί­χθη­κε, απο­βάλ­λο­ντας εν μέρει τα περιτ­τά νοήματα
της ευφυ­ΐ­ας, που κάλυ­πταν, με την αγα­στή σύμπνοια των στοι­χεί­ων του περιοδικού
πίνα­κα, πλην των σπα­νί­ων γαιών και των ευγε­νών αερί­ων και κοπρά­νων, τους
εγκε­φά­λους της παρα­δο­σια­κής δυτι­κής μας αισθητικής.
Ζεσταί­νουν το σίδε­ρο, μ` αγα­πούν τη φωτιά… 

Η ιδε­ο­λο­γία πλέ­ον είν` για τους απόστρατους
στρα­τη­γούς και τους συντα­ξιού­χους της πολιτικής…

Κι εξαίφ­νης, λόγω του ότι ο χρό­νος τους
είν` πολύ­τι­μος, τα πρό­τυ­πα μετε­φέρ­θη­καν σ` άλλους τόπους, σ` αποψιλωμένες
περιο­χές, σ` εξο­χές με την απα­ρά­μιλ­λη επι­λο­γή της επι­κρα­τού­σης, τού­τες τις
μέρες, αισθη­τι­κής των χωματερών.

Στην επι­κρά­τεια εδώ κι ένα μήνα, ο ενε­στώ­τας δια­κα­τέ­χε­ται απ` την ανεμόδρομη
επα­λή­θευ­ση
 των ψευ­δαι­σθή­σε­ων κι ο πολυ­μή­χα­νος, πολλά
υπο­σχό­με­νος λόγος, δεν κάνει τίποτ` άλλο, παρε­κτός ν` αφη­γεί­ται τα επιτηδευμένα
παρό­μοια, ωραιο­ποιώ­ντας κάθε φορά, με τη συνο­δεία του χρη­σι­μό­τε­ρου ουσιαστικού,
κάθε ετε­ρο­βα­ρές συμπέ­ρα­σμα, που παρα­πέ­μπει στην ικα­νό­τη­τα ή στην ανικανότητα
της όσφρη­σης, που απαι­τεί­ται, ώστε να οσμι­στεί ο καθείς εξ ημών, ότι «σιγο­βρά­ζε­ται» κι ανή­κει στην γνωστή
οικο­γέ­νεια …των ανθο­κραμ­βοει­δών

Και στο παρο­δι­κό χιό­νι, προσ­δί­δε­ται το
μαύ­ρο της πίσ­σας, φροντίζο­ντας έτσι την αμε­τρο­έ­πεια και θρα­σύ­τη­τα της
νοη­μο­σύ­νης των αφε­λών … πεζοδρομίων…

Η κλη­τι­κή,
«τρί­χαι», έρχε­ται σοφά να κλεί­σει τα
κενά, που άφη­σε στο διά­βα της η γενι­κή του γέλιου, μπρος στις βαρύ­γδου­πες, πλην
ελα­φριές, πράξεις…!


Σχε­δόν δεν έχ` εισέ­τι περά­σει μήνας …

Και στις πόλεις και συνοι­κί­ες των
μεγά­λων υπο­σχέ­σε­ων, αλλά και στις μεγά­λες αίθου­σες των ψηφο­φο­ριών, οι ψίθυροι
δια­τη­ρούν τα ψευ­δε­πι­γρα­φή­μα­τα στο ύψος του μεγα­λεί­ου των περιστάσεων.

Οι στά­σεις
των σωμά­των, δεν ακο­λου­θούν, αλλά προ­δί­δουν τις λέξεις και τις έννοιές τους, άλλω­στε
ήταν
πάντα αυτό
που οι έμπει­ροι συν­δαι­τυ­μό­νες σχο­λα­στι­κά επί μακρόν προ­ε­τοί­μα­ζαν
.


Απ` τη μακρι­νή εκείνη
επο­χή του παντε­σπα­νιού και της παλαι­λο­γί­ας
,
αισί­ως φτά­σα­με  ανάλ­γη­τα στην επο­χή των
καρα­φλών, καλο­ξυ­ρι­σμέ­νων κρανίων…

Και κάπως έτσι,
για την αλλα­γή, οι παρά­γρα­φοι των κει­μέ­νων άρχι­σαν να εκδί­δο­νται, στη λεω­φό­ρο Συγ­γρού, όταν
ο συγκε­χυ­μέ­νος νους και οι περί αυτόν, δια­λο­γί­ζο­νται
.


Στη δια­πραγ­μά­τευ­ση των εντυ­πώ­σε­ων, οι
λέ­ξεις παρέ­μει­ναν απλές απει­κο­νί­σεις των πρω­τύ­τε­ρων δια­θέ­σε­ων, παραπέμποντας
το ανα­γνω­στι­κό και φιλο­θε­ά­μον κοι­νό, στο τέλος των σελί­δων και στα πλάγια
γράμ­μα­τα των διευκρινίσεων.

Παρα­πο­μπές στ` αδιά­βα­στα κεί­με­να δεν υπήρ­ξαν, ουδείς είχε το θάρ­ρος – πλην ολί­γων – να πρω­τα­γω­νι­στή­σει στη
κρι­τι­κή, άφη­σαν δε όλοι τους τον πολί­τη αυτής της χώρας, στη
μονα­ξιά της αλυσίδας

του, που όταν επέ­πρω­το, θα `σφιγ­γε στο
επί­μα­χο σημά­δι τα σώμα­τα, άχρι θανά­του.

Κι οι ειδή­μο­νες της γλώσ­σας, τσαλαβουτώντας
άτσα­λα στο συντα­κτι­κό του παρα­λη­ρή­μα­τός τους, αγνό­η­σαν εκεί­νους που «ήξε­ραν να φυλάτ­τουν Θερ­μο­πύ­λας»,
ενδια­φε­ρό­με­νοι μόνο και μόνο ώστε να ξο­δευτούν οι σει­ρές των κει­μέ­νων στο
ακα­τα­νό­η­τον των νοημάτων.

Σε καθέ­να δυσερ­μή­νευ­τον, το κατα­κερ­μά­τι­σμα των πλη­ρο­φο­ριών, παρου­σιά­ζο­νταν στο πλέ­ον αρχαιό­τρο­πο
ανα­φαν­δόν,
ώστε ο
τελι­κός θεα­τής να πρέ­πει κάθε φορά να ενα­γκα­λί­ζε­ται ασμέ­νως, όλα τα
επι­φω­νή­μα­τα της ευή­θειας
…!!!

Κι έτσι ο Κολο­κο­τρώ­νης αηδια­σμέ­νος κι
ανα­γκα­σμέ­νος απ` τους και­ρούς, δρα­πέ­τευ­σε απ` το βάθρο του στην οδό Σταδίου,
ουσια­στι­κά δε δρα­πέ­τευ­σε απ` αυτό το πολ­λά υπο­σχό­με­νο δημο­κρα­τι­κό σύνθεμα,
κατά­κο­πος κι αποσβολωμένος…!!!
Και να φαντα­στεί­τε πως όλοι αυτοί ζεσταίνουν
το σίδε­ρο, μ` αγα­πούν τη φωτιά…

Η ιδε­ο­λο­γία τους ξέφτι­σε ορι­στι­κά και πλέον
παρα­δό­θη­κε στους από­στρα­τους στρα­τη­γούς και στους συντα­ξιού­χους της πολιτικής… 
Ακο­λου­θώ­ντας τους δασκά­λους τους, δεν είν` μακριά ο χρό­νος, που
απευ­θυ­νό­με­νοι σε μας θα ουρ­λιά­ξουν: «
Get
out of here you low life scum
s» (Φευ­γά­τε
κατώ­τε­ρης ζωϊ­κής μορ­φής απο­βρά­σμα­τα
)…

Ε και τότε, σύντρο­φοι, θα
`ναι πια πολύ αργά για δάκρυα…
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted