Θέατρο του παραλόγου… - Φαιακία

Θέατρο του παραλόγου…

Το κεί­με­νο, που ακο­λου­θεί  έχει συγ­γρα­φέα την Λιά­να Βρα­χλιώ­τη, που μας το κοι­νο­ποί­η­σε ηλε­κτρο­νι­κά… Πολύ μας άρε­σε και γι’ αυτό σας το παρου­σιά­ζου­με… Σκια­γρά­φη­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ένθεν κακεί­θεν με σκω­πτι­κή και αυτο­σαρ­κα­στι­κή διά­θε­ση. Γρα­φή, βέβαια, μαρ­τυ­ρού­σα το τάλα­ντον της Λιά­νας. Δια­βά­στε το…


Θέα­τρο του παραλόγου
Θέα­τρο του παρα­λό­γου με συμ­με­το­χή του κοι­νού: «Δημο­κρα­τία έχου­με». Κι όμως,
ναι! Δημο­κρα­τία έχου­με! Που σημαί­νει πως ό,τι βιώ­νου­με, είναι επι­λο­γή μας. Μας
αρέ­σει ή όχι, εμείς είμα­στε οι υπεύ­θυ­νοι, αφού τους εκλέ­γου­με. Ενα θέα­τρο με
δύο θιά­σους που στην ουσία ανε­βά­ζουν χρό­νια παραλ­λα­γές του ίδιου έργου.
Δια­πλο­κή, μίζες, ρου­σφέ­τια, η υπό­θε­ση ίδια, οι ηθο­ποιοί δια­φο­ρε­τι­κοί. Μέχρι την
τελευ­ταία παρά­στα­ση, όπου όλοι οι θία­σοι ανέ­βη­καν επί σκη­νής, ενωμένοι.
 Ως εκεί, καλά. Με τους ηθο­ποιούς δεν έχω πρό­βλη­μα. Τη δου­λειά τους κάνουν,
το ψωμά­κι τους βγά­ζουν, τις οικο­γε­νεια­κές παρα­δό­σεις συνε­χί­ζουν οι
περισ­σό­τε­ροι, κατα­νοη­τό. Εκεί­νο που με μπερ­δεύ­ει, είναι το κοι­νό. Ενα κοι­νό που
ουρ­λιά­ζει δια­μαρ­τυ­ρό­με­νο και χει­ρο­κρο­τεί ανεχόμενο.
 Που βρί­ζει και ζητω­κραυ­γά­ζει ταυ­τό­χρο­να. Απει­λεί πως θα πετά­ξει ντο­μά­τες και
στέ­κει με τα χέρια ανοι­χτά να αρπά­ξει ό,τι του πετά­ξουν. Που κλαί­ει για τα
χάλια του και εκλι­πα­ρεί τους δήμιους να το σώσουν. Το ίδιο κοι­νό που ανέχτηκε
επτά χρό­νια τους άλλους σωτή­ρες, εκεί­νους του ’67, μίζε­ρα και δουλοπρεπώς,
χει­ρο­κρο­τώ­ντας και στην καλύ­τε­ρη περί­πτω­ση σιωπώντας.
 Κάπο­τε στην ιδιαί­τε­ρη πατρί­δα μου την Κέρ­κυ­ρα, το κοι­νό του San Giacomo
καθό­ρι­ζε την πορεία των ευρω­παϊ­κών λυρι­κών θεα­μά­των. Αν επικροτούσε
συνε­χι­ζό­ταν, αλλιώς η παρά­στα­ση κατέ­βαι­νε ορι­στι­κά και αμετάκλητα.
 Ατυ­χής η σύγκρι­ση. Τι σχέ­ση έχει η όπε­ρα με την επι­θε­ώ­ρη­ση της σύγχρονης
ιστο­ρί­ας! Ειδι­κά από τότε που χάθη­κε από το ρεπερ­τό­ριο της παγκό­σμιας σκη­νής ο
θία­σος του αντί­πα­λου δέους…
 Τι να σου κάνει και το κοι­νό, όταν έχει να δια­λέ­ξει από μία και μόνο
παρά­στα­ση! Στέ­κει απο­χαυ­νω­μέ­νο, σφυ­ρί­ζο­ντας και ζητω­κραυ­γά­ζο­ντας και πώς να του
επιρ­ρί­ψεις ευθύ­νες. Στην ερώ­τη­ση «ποιος φταί­ει;», ο νεα­ρός Βάρ­να­λης είπε πως
«κανείς ποτέ, κανέ­να στό­μα δεν το “βρε και δεν το “πε ακό­μα». Μετά, ανα­κά­λυ­ψε τον
Μαρξ και πίστε­ψε κι αυτός πως βρή­κε τον φταίχτη.
 Ναι, είναι αυτό ένα βήμα, αλλά δεν φτά­νει. Ειδι­κά μετά το ’90, τότε που σε
μια νύχτα κατέρ­ρευ­σε ο κατ” άλλους υπαρ­κτός, κατ” άλλους ανύπαρκτος.
 Από τότε, κάποιοι της Αρι­στε­ράς ξέχα­σαν τον Μαρξ, ενώ κάποιοι άλλοι έμειναν
κοκα­λω­μέ­νοι, με το δάχτυ­λο τεντω­μέ­νο να δεί­χνει τον φταί­χτη. Ούτε το ένα φτάνει
ούτε το άλλο.
Το κοι­νό χρειά­ζε­ται μια νέα παρά­στα­ση. Κι αυτή δεν ανε­βαί­νει μόνο με
αρνη­τι­κή κρι­τι­κή της υπάρ­χου­σας. Θέλει κρι­τι­κή και του δικού σου παλιού έργου,
νέο σενά­ριο, υπό­θε­ση, σκηνοθέτη.
Και ξανά τα θεμέ­λια από την αρχή, καθα­ρά και ξάστε­ρα, με λόγια στα­ρά­τα και
ειλι­κρι­νή. Οσο αυτό δεν γίνε­ται, κιν­δυ­νεύω να δικαιο­λο­γή­σω και το κοι­νό. Το
οποίο αν και δεν έχει παρά τις αλυ­σί­δες του, ανη­συ­χεί μήπως τις χάσει κι αυτές.
Πώς να σπά­σεις τις αλυ­σί­δες ως κοι­νό, όταν ελπί­δες για ριζι­κή αλλα­γή δεν
δια­φαί­νο­νται που­θε­νά; Ετσι, χαϊ­δεύ­εις την αλυ­σι­δί­τσα σου και γλεί­φεις τα χέρια
που ελπί­ζεις να σου πετά­ξουν ένα ξερο­κόμ­μα­το, γαβγί­ζο­ντας πού και πού. “Η πας
στην άκρη σου και περι­μέ­νεις, μήπως γίνει κάπο­τε το θαύμα.
Και βρε­θεί σκη­νο­θέ­της για το και­νούρ­γιο έργο. Την και­νούρ­για αρχή, που
λέγα­με. Στη οποία ο Μαρξ θα είναι παρών. Οχι για­τί χρεια­ζό­μα­στε έναν θεό, αλλά
για­τί δεν δια­θέ­του­με τίπο­τε άλλο, πιο σύγ­χρο­νο. Ο σοσια­λι­σμός του Μαρξ
εξα­κο­λου­θεί να είναι η μονα­δι­κή αντι­πρό­τα­ση στη βαρ­βα­ρό­τη­τα του καπιταλισμού
που ζούμε.
Ναι, αλλά ποιος σοσια­λι­σμός; Του ΠΑΣΟΚ; Του ΣΥΡΙ­ζΑ; Ο υπαρ­κτός ή ανύπαρκτος;
Τελι­κά πόσοι σοσια­λι­σμοί υπάρ­χουν; Μήπως όσοι και οι σοσια­λί­ζο­ντες; Αν είναι
έτσι, δικαιού­μαι κι εγώ να ονει­ρεύ­ο­μαι τον δικό μου. Αυτόν που δεν έχει σχέση
με κανε­νός είδους δικτα­το­ρία και καταπίεση.
Που θα ελευ­θε­ρώ­σει τον άνθρω­πο από τα δεσμά της ιδιο­κτη­σί­ας, των ανούσιων
«θέλω», των ηλί­θιων εδα­φι­κών διεκδικήσεων.
Που θα ζού­με για τη ζωή και τη χαρά της, ως μέλος της φύσης, με σεβα­σμό σε
κάθε φυλή, φύλο, ιδιαι­τε­ρό­τη­τα, ζώο, φυτό, τον ίδιο τον πλα­νή­τη και το σύμπαν.
Ο δικός μου σοσια­λι­σμός απέ­χει τόσο πολύ από κάτι «άλλους», που αναρωτιέμαι
μερι­κές φορές, άρα­γε είναι στρα­βός ο για­λός ή στρα­βά αρμενίζω;
Κι επει­δή τελι­κά ο φίλος μου ο Γιώρ­γος έχει δίκιο και όντως ο Μαρξ πέθανε
νωρίς, θα πεθά­νω κι εγώ, φοβά­μαι, με την απορία.
Καθώς θα ήταν ο μόνος να μου απα­ντή­σει, αν αυτά που έγι­ναν και γίνο­νται στο
όνο­μα του σοσια­λι­σμού, έχουν καμιά σχέ­ση με το όρα­μά του. Ισως πάλι, να είναι
καλύ­τε­ρα που πέθα­νε νωρίς ο άνθρωπος.
Για­τί, φαντά­σου τον υπε­ραιω­νό­βιο ξεκού­τη να ξύνει το κεφά­λι του και να
ψελ­λί­ζει όλο απο­ρία: «Σοσια­λι­σμός;.. Ποιος σοσιαλισμός;…».
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted