Τη μέρα αυτή που διάλεξα… - Φαιακία

Τη μέρα αυτή που διάλεξα…

Δεν είναι επί­και­ρο με την στε­νή ημε­ρο­λο­για­κή έννοια. Πέρα­σαν σχε­δόν 20 μέρες από την 40η επέ­τειο του Πουλ­τε­χνεί­ου… Είναι όμως στα­θε­ρά δια­χρο­νι­κά επί­κα­ρο το μήνυ­μα και κυρί­ως το ήθος του κει­μέ­νου… Με άπο­ψη αλλά χωρίς φανα­τι­σμό… Με γνή­σιο, πρω­το­γε­νή σεβα­σμό στην δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τα. Με ιδα­νι­κή τοπο­θέ­τη­ση των ορί­ων, που μας χωρί­ζου­νε, για να υπο­γραμ­μι­στεί ο κοι­νός μας χώρος… Σ’ αυτό το ήθος η ΦΑΙΑΚΙΑ ανα­γνω­ρί­ζει την προ­ο­δευ­τι­κό­τη­τα χωρίς εισα­γω­γι­κά και όχι στην ανερ­μά­τι­στη, πολι­τι­κό­μορ­φη “επα­να­στα­τι­κή” υβρε­ο­λο­γία, που συνι­στά έστω και ασυ­νεί­δη­τα βαθύ­τα­το και επι­κίν­δυ­νο συντη­ρη­τι­σμό… Γι’ αυτό κλέ­ψα­με αυτό το κεί­με­νο του Διο­νύ­ση Τσα­κνή από τον ιστό­το­πο του ΠΡΙΝ, όπου φιλο­ξε­νή­θη­κε πριν από μερι­κές μέρες και σας το προτείνουμε… 

Τη μέρα αυτή που διάλεξα…

Έτσι ξεκι­νά­ει ένα τρα­γού­δι µου, που έγρα­φα λίγες µέρες πριν από τη 17η
επέ­τειο του Πολυ­τε­χνεί­ου και έµελ­λε να αγα­πη­θεί και να µπει στα χεί­λη πολλών
νέων ανθρώ­πων. Νέων κυρί­ως, για­τί πολ­λοί της δικής µου ηλι­κί­ας είχαν την εποχή
εκεί­νη άλλες προ­τε­ραιό­τη­τες. Τους ήταν άβο­λο να θυµού­νται ή να ξύνουν πληγές.
Στο έµπα της δεκα­ε­τί­ας του 1990 άλλω­στε µοντέρ­νες δου­λειές µε ευρωπαϊκές
επι­δο­τή­σεις έκα­ναν την εµφά­νι­σή τους και αρκε­τοί συνο­µή­λι­κοί µου έπε­φταν µε τα
µού­τρα στη… δουλειά.

Αθροι­σµέ­νοι οι Νοέ­µβρη­δες απ’ το 1973 µάς κάνουν τον αρι­θµό 40, κι όταν στις
πορεί­ες ακούω το σύν­θη­µα «Ψωµί-παι­δεία-ελευ­θε­ρία, η Χού­ντα δεν τελεί­ω­σε το ‘73»
αισθά­νο­µαι πως υπο­δη­λώ­νει και υπο­γρα­µµί­ζει το ανεκ­πλή­ρω­το µεν αλλά όχι το
ανέ­φι­κτο του ονεί­ρου. Νέοι άνθρω­ποι, αγέν­νη­τοι τότε, πιά­νουν το νήµα των αγώνων
όπως άλλο­τε κάνα­µε κι εµείς, κρα­τώ­ντας ζωντα­νές τις µνή­µες της Εθνικής
Αντί­στα­σης και των Λαµπρά­κη­δων. Και στο νήµα των αγώ­νων βρί­σκε­ται το νόη­µα της
ιστο­ρί­ας ενός λαού – κι αλί­µο­νο σε όσους το αγνοούν.

Κατα­λα­βαί­νω τους «βια­στι­κούς» που ζητά­νε εκπλή­ρω­ση εδώ και τώρα, πιο πολύ
όµως κατα­λα­βαί­νω την ίδια τη ζωή, που έχει τους δικούς της κανό­νες, ανεξάρτητα
από τις προ­σω­πι­κές επι­θυ­µί­ες και τη βου­λη­σιαρ­χία µερικών.

Κάθε χρό­νο τέτοια µέρα ανα­γκά­ζο­µαι ν’ αρνη­θώ πολ­λές προ­τά­σεις σχο­λεί­ων για να
παρευ­ρε­θώ στις γιορ­τές της επε­τεί­ου, να µιλή­σω στους µαθη­τές και να κλεί­σου­µε τη
σεµνή τελε­τή µε το συγκε­κρι­µέ­νο τρα­γού­δι µου, µαζί ίσως µε κάποια άλλα αγαπηµένα
των παι­διών. Έχω εξη­γή­σει πολ­λές φορές πως δεν είµαι η… Βέµπο του Πολυτεχνείου,
πως η όποια συµµε­το­χή µου στο φοι­τη­τι­κό κίνη­µα της επο­χής δεν µε νοµι­µο­ποιεί να
µιλή­σω εκ µέρους µιας ολό­κλη­ρης γενιάς.

Άλλο και τού­το πάλι: Η γενιά. Μα ποια γενιά; Αυτή που προσ­διο­ρί­ζε­ται απ’ τη
χρο­νο­λο­γία γέν­νη­σης ή αυτό το  µειο­ψη­φι­κό κοµµά­τι της που συµµε­τεί­χε στις
φοι­τη­τι­κές κινη­το­ποι­ή­σεις στις τέσ­σε­ρις πόλεις οι οποί­ες διέ­θε­ταν τότε
πανεπιστήµια;

Στη γενιά µου άλλω­στε ανή­κει κι ο Γιώρ­γος, αλλά πού λεφτά για να σπουδάσει…
Αµέ­σως µετά το δηµο­τι­κό, άντε και µια-δυο τάξεις του γυµνα­σί­ου, έγι­νε αµα­ξάς κι
αυτός σαν τον πατέ­ρα του, για τον µέγι­στο αγώ­να της επιβίωσης.

Έτυ­χε, συνη­θί­ζω να λέω. Γεν­νή­θη­κα την κατάλ­λη­λη επο­χή και βρέ­θη­κα την
κατάλ­λη­λη στι­γµή στο κέντρο των πρώ­των αντι­φα­σι­στι­κών διερ­γα­σιών και κινήσεων.
Διά­λε­ξα θέση. Αυτό. Τίποτ’ άλλο. Άντε και η οικο­γε­νεια­κή παρά­δο­ση. Μέχρις εκεί
όµως.

Τού­τες τις µέρες κάνει το γύρο του δια­δι­κτύ­ου µια φωτο­γρα­φία νεα­ρών της
µετα­δι­κτα­το­ρι­κής επο­χής που ποζά­ρουν πλάι στον τότε ισχυ­ρό άνδρα της Νέας
Δηµο­κρα­τί­ας Ευαγ­γε­λο Αβέ­ρωφ. Ανά­µε­σά τους ο νυν πρω­θυ­πουρ­γός και ο
προ­φυ­λα­κι­σµέ­νος φασί­στας Μιχα­λο­λιά­κος. Τα σηµειο­λο­γι­κά συµπε­ρά­σµα­τα προ­φα­νή αλλά
η επι­κιν­δυ­νό­τη­τα των γενι­κεύ­σε­ων είναι πάντα παρού­σα. Θα υπάρ­χουν φαντά­ζο­µαι και
φωτο­γρα­φί­ες του Μπα­ρό­ζο µε οµά­δες µαοϊ­κών της Ισπα­νί­ας ή της Μέρ­κελ σε
κατα­σκή­νω­ση της κοµµου­νι­στι­κής νεο­λαί­ας της τότε Ανα­το­λι­κής Γερµα­νί­ας, του Μίµη
και της Μαρί­ας πλάι στον Χαρί­λαο ή του Λαζα­ρί­δη µε τον Γιάν­νη Μπα­νιά. Τι
σηµαί­νει άρα­γε αυτό; Οτι παρα­µέ­νουν και σήµε­ρα κοµµου­νι­στές και µάλι­στα πιο
ακραίοι;

Το να αλλά­ζει κάποιος στρα­τό­πε­δο είναι δικαί­ω­µά του. Και άλλο τόσο δικαίωµα
των υπο­λοί­πων να κρί­νουν. «Με το χτε­σι­νό εισι­τή­ριο δεν πας σινε­µά» έλε­γε ο
γνω­στός κοµµου­νι­στής για­τρός στην παρέα της πλα­τεί­ας των Ιλι­σί­ων την περί­ο­δο της
Χού­ντας, και οι συνο­µή­λι­κοι  κνί­τες της επο­χής θα το θυµούνται.

Γι’ αυτό και δεν θα κατα­λά­βω ποτέ αυτή τη µικρο­α­στι­κή και επι­κίν­δυ­νη εκδοχή
της συλ­λο­γι­κής γενε­α­λο­γι­κής (επι­τρέψ­τε µου τον όρο) ευθύ­νης. Στρέ­φω το κεφάλι
µου στις πορεί­ες και στις συγκε­ντρώ­σεις και σφίγ­γω πολ­λά χέρια παλιών συντρόφων,
ανοί­γουν πολ­λές αγκα­λιές ανδρών και γυναι­κών για να µε δεχτούν και να ρωτήσουν
απλά, καθη­µε­ρι­νά και τετρι­µµέ­να αλλά και υπέ­ρο­χα συνά­µα. Υπάρ­χουν εκατοντάδες
απ’ αυτούς που δια­φω­νώ µαζί τους, όπως κι εκεί­νοι µε µένα, αλλά τιµώ τη στάση
τους και το εφη­βι­κό τους πεί­σµα. Δεν άλλα­ξαν όχθη. Στην ίδια πλευ­ρά βαδίζουµε.
Άλλος κοντύ­τε­ρα, άλλος µακρύ­τε­ρα απ’ το νερό.

Και τι κρί­µα αλή­θεια! Αυτούς δεν τους ξέρει ή κάνει πως δεν τους ξέρει η
επί­ση­µη τηλε­ο­πτι­κή – προ­πα­γαν­δι­στι­κή σκο­τού­ρα, όπως επί­σης και η χωρίς
ονο­µα­τε­πώ­νυ­µο δια­δι­κτυα­κή φλυα­ρία, που ισχυ­ρί­ζο­νται από κοι­νού πως η λεγόµενη
γενιά του Πολυ­τε­χνεί­ου παρα­δό­θη­κε σύσ­σω­µη και αµα­χη­τί στη νοµή της εξου­σί­ας και
του πλούτου.

Κου­φά­λες, δεν ξοφλήσαµε….

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted