Μαγκάλι - Φαιακία

Μαγκάλι

Επει­δή ανή­κου­με στην κατη­γο­ρία των “λαϊ­κι­στών”, που πιστεύ­ουν ότι τα μαγκά­λια δεν τα ανά­βει η “κακιά η ώρα” αλλά το αγα­θό και φιλάν­θρω­πο κοι­νω­νι­κό μας σύστη­μα, “κλέ­βου­με” από τον einikos.gr, το σημεί­ω­μα του Νίκου Μπο­γιό­που­λου και το ανα­δη­μο­σιεύ­ου­με αυτού­σιο στην μνή­μη του 13χρονου άγγε­λου, που πλή­ρω­σε και αυτή το τίμη­μα του “πρω­το­γε­νούς πλεονάσματος”…





Τον περα­σμέ­νο Μάρ­τη ήταν τα δυο παι­διά, οι δυο φοι­τη­τές, στη Λάρι­σα. Τότε κάτι καθί­κια (σσ: ελπί­ζου­με να θεω­ρούν αρκού­ντως «λαϊ­κι­στι­κό» τον χαρα­κτη­ρι­σμό μας) είχαν πει ότι η αιτία του θανά­του τους δεν ήταν η οικο­νο­μι­κή δυσπρα­γία. Οτι δεν ήταν το μαγκά­λι της φτώ­χειας που σκό­τω­σε τους φοι­τη­τές. Αλλά η ελλι­πής… παι­δεία τους καθώς δεν γνώ­ρι­ζαν τις βλα­βε­ρές συνέ­πειες του μονο­ξει­δί­ου του άνθρα­κα! Χτες ήταν το 13χρονο παι­δί στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τα καθί­κια – μέχρι τη στιγ­μή που γρά­φο­νταν αυτές οι γραμ­μές – δεν είχαν μιλή­σει. Θα είχε μεγά­λη σημα­σία η γνώ­μη τους. Ειδι­κά η γνώ­μη τους για τις βλα­βε­ρές συνέ­πειες του άνθρα­κα, όταν έρχε­ται σε επα­φή με την ανερ­γία και με το κομ­μέ­νο λόγω ανέ­χειας ηλε­κτρι­κό ρεύμα…

Η χτε­σι­νή τρα­γω­δία ανα­δει­κνύ­ει τη συνο­λι­κή τρα­γω­δία και τη
συνο­λι­κή απει­λή που βιώ­νου­με. Η απει­λή, η τρα­γω­δία, είναι όλα όσα ζού­με, όλα
όσα «μαύ­ρα» και «κανι­βα­λι­κά» μας περι­βάλ­λουν, να τα… συνη­θί­σου­με! Ο μεγαλύτερος
κίν­δυ­νος, τελι­κά, δεν είναι να έχουν γεμί­σει τα πάρ­κα και οι πλα­τεί­ες με
άστε­γους. Δεν είναι να ψάχνεις δου­λειά για 300 και 400 ευρώ το μήνα. Δεν είναι
να ψάχνουν άνθρω­ποι φαγη­τό στα σκου­πί­δια και στα συσ­σί­τια. Δεν είναι το μισό
εκα­τομ­μύ­ριο παι­διά που γεμί­ζουν τις στα­τι­στι­κές της ασι­τί­ας. Δεν είναι ότι στην
Ελλά­δα του 2013 πεθαί­νουν άνθρω­ποι από τα μαγκά­λια. Η μεγά­λη τρα­γω­δία, εκείνο
που θα προ­κα­λέ­σει μη ανα­στρέ­ψι­μη βλά­βη, θα είναι να μας μάθουν ως κοι­νω­νία να
ζήσου­με υπο­κύ­πτο­ντας και απο­δε­χό­με­νοι πως όλα αυτά που συμ­βαί­νουν γύρω μας
είναι… «κανο­νι­κά»!


Αν κατορ­θώ­σουν όλη αυτή την απαν­θρω­πιά να τη συνηθίσουμε,
αν κατα­φέ­ρουν να μας κάνουν να απο­δε­χτού­με ότι όλα αυτά είναι «κανο­νι­κά», ότι
είναι «κανο­νι­κό» πράγ­μα να πεθαί­νουν άνθρω­ποι από μαγκά­λια, ότι είναι «κανο­νι­κό»
πράγ­μα οι άστε­γοι και οι ζητιά­νοι στους δρό­μους, ότι είναι «κανο­νι­κό» πράγ­μα η
ασι­τία, ότι είναι «κανο­νι­κό» πράγ­μα η φτώ­χεια, ότι είναι «κανο­νι­κό» πράγ­μα οι
αυτο­κτο­νί­ες, ότι είναι «κανο­νι­κό» πράγ­μα η χαμο­ζωή η δική μας ή του διπλανού
μας, τότε δεν θα έχουν απλά νική­σει. Θα μας έχουν κατα­τρο­πώ­σει. Θα
μας έχουν τσα­κί­σει. Θα μας έχουν συντρί­ψει. Κι απ’ έξω κι από μέσα μας. Γιατί
τελι­κά υπάρ­χει κάτι χει­ρό­τε­ρο, υπάρ­χει κάτι πιο επι­κίν­δυ­νο από τη δυστυ­χία: Να
συνη­θί­σεις τη δυστυ­χία. Υπάρ­χει κάτι χει­ρό­τε­ρο, έγρα­ψε ο Καμύ στην «Πανού­κλα»,
από την πανού­κλα. Να συνη­θί­σεις την πανούκλα.

Η «πανού­κλα» τους δεν είναι κάτι το «κανο­νι­κό». Ο κόσμος
τους δεν είναι «κανο­νι­κός». Ότι πριν από μισόν αιώ­να ο άνθρω­πος πάτη­σε στη
Σελή­νη, αλλά μισόν αιώ­να μετά, σε συν­θή­κες πρω­τό­γνω­ρων επι­στη­μο­νι­κών και
τεχνο­λο­γι­κών δυνα­το­τή­των, η μισή ανθρω­πό­τη­τα δεν μπο­ρεί να εξα­σφα­λί­σει ένα
πιά­το φαΐ, δεν είναι «κανο­νι­κό». Δεν είναι «κανο­νι­κό» στη χώρα με τους πιο
πλού­σιους εφο­πλι­στές στον κόσμο, το 68% των Ελλή­νων να ζει στα όρια και κάτω
από τα όρια της φτώ­χειας. Δεν είναι «κανο­νι­κό» στη χώρα των επιδοτούμενων
τρα­πε­ζών με 200 δισ. ευρώ, να σε χρε­ο­κο­πούν και να σου λένε ότι σε «σώζουν».
Δεν είναι «κανο­νι­κό» να σε έχουν φτω­χο­ποι­ή­σει και να θέλουν να σου βγά­λουν και
το σπί­τι σε πλει­στη­ρια­σμό. Δεν είναι «κανο­νι­κό» να σε απο­λύ­ουν και να σου λένε
ότι τίθε­σαι σε «δια­θε­σι­μό­τη­τα». Δεν είναι «κανο­νι­κό» να βλέ­πεις τα παι­διά σου
να μετα­να­στεύ­ουν. Δεν είναι «κανο­νι­κό» να μετρά­με νεκρούς από τις αναθυμιάσεις
των μαγκα­λιών. Δεν είναι «κανο­νι­κό» σε χίλιες οικο­γέ­νειες την ημέ­ρα να
κόβε­ται το ρεύ­μα. Δεν είναι «κανο­νι­κό» οκτώ στους δέκα Έλλη­νες να μην
μπο­ρούν να αγο­ρά­σουν πετρέ­λαιο θέρ­μαν­σης. Στον αιώ­να της πλη­ρο­φο­ρι­κής και της
βιο­τε­χνο­λο­γί­ας, στην Ελλά­δα και στον κόσμο, οι ανι­σό­τη­τες, η ανελευθερία,
ο κατα­να­γκα­σμός, η μετα­τρο­πή του ανθρώ­που σε στα­τι­στι­κό υπό­δειγ­μα της
δυστυ­χί­ας, απο­τε­λούν παγκο­σμιο­ποι­η­μέ­νο δόγ­μα. Ένα δόγ­μα που διεκ­δι­κεί να
επι­βάλ­λε­ται ως «ρεα­λι­σμός» και ως «λογι­κός μονό­δρο­μος» μέσα από τη
δια­στρέ­βλω­ση, την προ­πα­γάν­δα, την παρα­πλη­ρο­φό­ρη­ση, την κατα­στο­λή, τον εκβιασμό,
την τρο­μο­κρα­τία. Ε, λοι­πόν, αυτό δεν είναι «κανο­νι­κό»!

Ακού­γε­ται και ξανα­κού­γε­ται: «Και τι να κάνου­με;». Αλλά για­τί θα πρέ­πει να μας πει κάποιος τρί­τος, κάποιος άλλος, «τι να κάνου­με»; Για­τί πρέ­πει να ανα­θέ­σου­με σε κάποιον «σωτή­ρα» ό,τι ο καθέ­νας από εμάς και όλοι μαζί πρέ­πει και μπο­ρού­με να κάνου­με. «Τι να κάνου­με», λοι­πόν: Μα να αντι­με­τω­πί­σου­με ξανά τον «ρινό­κε­ρο»! Ναι, τον «ρινό­κε­ρο». Όπως ο Μπε­ραν­ζέ, ο ήρω­ας του Ιονέ­σκο, που αρνή­θη­κε την «κανο­νι­κό­τη­τα» της κτη­νω­δί­ας. Που έμει­νε όρθιος όσο κι αν έβλε­πε τους γύρω του να συν­θη­κο­λο­γούν με τη δυστυ­χία. Να μετα­τρέ­πο­νται σε δού­λους υπο­ταγ­μέ­νους στους νόμους της ζού­γκλας. Να ενσω­μα­τώ­νο­νται, να προ­σαρ­μό­ζο­νται στη φρί­κη και να μεταλ­λάσ­σο­νται. Να γίνο­νται ο ένας μετά τον άλλον ρινό­κε­ροι. Να ενστερ­νί­ζο­νται την ασχή­μια και να παραι­τού­νται από κάθε διά­θε­ση αντί­στα­σης. Να απο­δέ­χο­νται ότι θα ζήσουν με τα λίγα χωρίς να διεκ­δι­κούν ό,τι τους ανή­κει. Να υπο­τάσ­σο­νται στο φόβο και στη «μοί­ρα». Να αρνού­νται τη δυνα­τό­τη­τα να σηκώ­σουν ανά­στη­μα απέ­να­ντι στο «ζωώ­δες», στο παρά­λο­γο, στο απε­χθές, στο ψεύ­τι­κο, στο βάρβαρο.

Σε μια πόλη που ο ένας μετά τον άλλο μεταλ­λάσ­σο­νται σε ρινό­κε­ρους, ο Μπε­ραν­ζέ, κόντρα στην «κανο­νι­κό­τη­τα» της κτη­νω­δί­ας, κραυ­γά­ζει: «Ενά­ντια σε όλο τον κόσμο! Θα υπε­ρα­σπί­σω τον εαυ­τό μου ενά­ντια σε όλον τον κόσμο, δεν θα καθί­σω με σταυ­ρω­μέ­να χέρια, θα πολε­μή­σω. Είμαι ο τελευ­ταί­ος άνθρω­πος και μέχρι να ‘ρθει το τέλος θα παρα­μεί­νω άνθρω­πος! Όχι, δεν θα συν­θη­κο­λο­γή­σω»! Ο Μπε­ραν­ζέ -ο καθέ­νας από εμάς δηλα­δή- πρέ­πει να ξανα­βρεί τη φωνή του. Να ορθώ­σει το ανά­στη­μα του. Όχι μόνο για λόγους ατο­μι­κής αξιο­πρέ­πειας. Όχι μόνο ως υπο­χρέ­ω­ση απέ­να­ντι στον εαυ­τό μας ή πολύ περισ­σό­τε­ρο σαν επί­δει­ξη ότι «ξεχω­ρί­ζου­με» από όσους δεν αντέ­χουν το βάρος και γονατίζουν.


Πρέ­πει να παρα­μεί­νου­με όρθιοι, να μη συν­θη­κο­λο­γή­σου­με, να μην συνη­θί­σου­με – αυτός είναι ο πραγ­μα­τι­κός μονό­δρο­μος – για­τί μόνο έτσι θα πάρει σάρ­κα το «ένας για όλους και όλοι για έναν». Για­τί αυτή είναι η πρώ­τη και ανα­γκαία συν­θή­κη να σηκώ­σου­με και τους άλλους και να σμί­ξου­με τον κόσμο στο μέγα πολι­τι­κό πρό­σταγ­μα του και­ρού μας: Να απαλ­λα­γού­με απ΄ ό,τι μας σκο­τώ­νει κι απ’ ό,τι μας απο­κτη­νώ­νει. Αυτό είναι το κανο­νι­κό! Να μεί­νου­με όρθιοι και ανυ­πο­χώ­ρη­τοι, οικο­δο­μώ­ντας μια λαϊ­κή ενό­τη­τα που δεν θα εκφρά­ζει τίπο­τα λιγό­τε­ρο από την (αδια­πραγ­μά­τευ­τη) άρνη­ση – εμείς, τα παι­διά μας, οι σύντρο­φοί μας στο εργο­στά­σιο, στο γρα­φείο, στη γει­το­νιά, στο σχο­λείο – να ζήσου­με συμ­βι­βα­σμέ­νοι με τα μαγκά­λια. Με τα μαγκα­νο­πή­γα­δα. Με τις ανα­θυ­μιά­σεις. Και με την «κανο­νι­κό­τη­τα» της κτη­νω­δί­ας τους. 

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted