Πιο επίκαιρος από ποτέ … - Φαιακία

Πιο επίκαιρος από ποτέ …

Τον θυμό­μα­στε αλλά το θυμη­θή­κα­με ειδι­κό­τε­ρα καθώς δια­βά­σα­με το πολύ εμπε­ρι­στα­τω­μέ­νο σημεί­ω­μα του ιστό­το­που imerodromos.gr για τον μεγά­λο επαν­στά­τη και δια­νοη­τή Αντό­νιο Γκράμ­σι, που πριν λίγες μέρες συμπλή­ρω­σε 78 χρό­νια απου­σί­ας την ίδια ώρα που ο λόγος του είναι τόσο κοντά μας… Πολύ επί­κα­ρος… Οχι για νεκρο­λο­γί­ες αλλά εργα­λείο ανά­λυ­σης και πρακτικής… 

ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ: Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ 
ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

---000_Antonio_GramsciΣαν σήμε­ρα «έφυ­γε» ο Αντό­νιο Γκράμ­σι, ένας από τους σημα­ντι­κό­τε­ρους ηγέ­τες του διε­θνούς κομ­μου­νι­στι­κού κινήματος. 
Ο Αντό­νιο Γκράμ­σι γεν­νή­θη­κε στη Σαρ­δη­νία στις 22 Ιανουα­ρί­ου 1891.  
Παρά την ιδιαί­τε­ρη κλί­ση του στην ιστο­ρία και τον πολι­τι­σμό, υπο­χρε­ώ­θη­κε να δια­κό­ψει για κάποια χρό­νια τις γυμνα­σια­κές του σπου­δές. Κατα­φέρ­νει ωστό­σο, μετά το απο­λυ­τή­ριο, να πάρει μια μικρή υπο­τρο­φία για σπου­δές στη Σχο­λή Φιλο­λο­γί­ας του Τορίνο.
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟ ΤΟΡΙΝΟ
Στο Τορί­νο, βιο­μη­χα­νι­κό κέντρο της Ιτα­λί­ας με ανε­πτυγ­μέ­νο εργα­τι­κό κίνη­μα, ο Γκράμ­σι ήρθε σε επα­φή με τους σοσια­λι­στι­κούς κύκλους της πόλης και το 1913 γίνε­ται μέλος του Ιτα­λι­κού Σοσια­λι­στι­κού Κόμ­μα­τος. Παράλ­λη­λα με την πολι­τι­κή του δρά­ση, συνε­χί­ζει τις σπου­δές του στη Γλωσ­σο­λο­γία, την ιτα­λι­κή λογο­τε­χνία, το δίκαιο και τη φιλο­σο­φία. Την ίδια περί­ο­δο συνερ­γά­ζε­ται με διά­φο­ρα έντυ­πα, όπου δια­μορ­φώ­νει ένα προ­σω­πι­κό στυλ γραφής. 
Από το 1915 αρχί­ζει τη συνερ­γα­σία του με το περιο­δι­κό «Il Grido del Popolo» και μπαί­νει στη συντα­κτι­κή επι­τρο­πή του περιο­δι­κού «Avanti!».  
Η Οκτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση στη Ρωσία και η επα­φή του με το έργο του Λένιν παί­ζουν απο­φα­σι­στι­κό ρόλο στην ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κή του διαμόρφωση. 
Εκεί­νη την περί­ο­δο το Σοσια­λι­στι­κό Κόμ­μα ήταν χωρι­σμέ­νο σε δυο πτέ­ρυ­γες. Τη δεξιά, με πυρή­να τους βου­λευ­τές, δημάρ­χους και γρα­φειο­κρά­τες των συν­δι­κά­των που κήρυτ­ταν ότι ο μόνος δρό­μος για το κίνη­μα είναι η εφαρ­μο­γή μεταρ­ρυθ­μί­σε­ων μέσα από το κοι­νο­βού­λιο σε συνερ­γα­σία με τους φιλε­λεύ­θε­ρους αστούς πολι­τι­κούς. Ωστό­σο, η πλειο­ψη­φία στο κόμ­μα στή­ρι­ζε την αρι­στε­ρή πτέ­ρυ­γα τους «μαξι­μα­λι­στές». Αυτοί δια­κή­ρυτ­ταν την πίστη τους στο σοσια­λι­σμό και την επα­νά­στα­ση. Αλλά μέχρι εκεί­νη τη «μεγά­λη στιγ­μή» οι εργά­τες το μόνο που είχαν να κάνουν είναι να ψηφί­ζουν το κόμ­μα και να περι­μέ­νουν ν’ αλλά­ξουν οι «συσχε­τι­σμοί». Τίπο­τα δεν ένω­νε τους αγώ­νες του σήμε­ρα με τη πάλη για τον σοσια­λι­σμό.  
Η «ΚΟΚΚΙΝΗ ΔΙΕΤΙΑ»
Ο Γκράμ­σι δυσφο­ρού­σε από την αρχή με αυτή την στρα­τη­γι­κή. Όμως, την απά­ντη­ση τη βρή­κε στοζωντα­νό κίνη­μα. Το 1919-1920 η Ιτα­λία έζη­σε ένα επα­να­στα­τι­κό κύμα, την «κόκ­κι­νη διε­τία». Εκα­τομ­μύ­ρια εργά­τες δια­δή­λω­σαν, κατέ­βη­καν σε απερ­γί­ες, έκα­ναν κατα­λή­ψεις των εργο­στα­σί­ων τους. Το κύμα της εξέ­γερ­σης απλώ­θη­κε στην ύπαι­θρο, στους εργά­τες γης του βορ­ρά και του κέντρου της Ιτα­λί­ας, στους φτω­χούς αγρό­τες του Νότου. Το πιο προ­ω­θη­μέ­νο τμή­μα αυτού του κινή­μα­τος ήταν οι εργά­τες του Τορί­νο και οι νέες μορ­φές οργά­νω­σης που δημιούρ­γη­σαν, οι «εργο­στα­σια­κές επι­τρο­πές».  
Οι «εργο­στα­σια­κές επι­τρο­πές» είχαν πρω­το­εμ­φα­νι­στεί λίγα χρό­νια πριν σαν απερ­για­κές επι­τρο­πές. Ξανα­ζω­ντά­νε­ψαν μετά το τέλος του Πρώ­του Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου. Ο Γκράμ­σι και μια σει­ρά σύντρο­φοί του, όπως ο Τολιά­τι, ο Τερα­τσί­νι, ο Τάσκα κ. ά., ίδρυ­σαν μια εφη­με­ρί­δα την «L’ Ordine Nuovo» που σύντο­μα έγι­νε η «φωνή των εργο­στα­σια­κών συμ­βου­λί­ων». Οι «ορντι­νο­βί­στι» – το ρεύ­μα του Γκράμ­σι – υπο­στή­ρι­ζαν ότι τα εργο­στα­σια­κά συμ­βού­λια πρέ­πει να αγκα­λιά­σουν όλους τους εργά­τες, και ότι μπο­ρού­σαν να παί­ξουν το ρόλο που έπαι­ξαν τα σοβιέτ στη ρώσι­κη επα­νά­στα­ση: να είναι όργα­να της βάσης στις μάχες της αλλά και οι μορ­φές οργά­νω­σης της νέας κοι­νω­νί­ας όπου η πλειο­ψη­φία θα ορί­ζεισυλ­λο­γι­κά και δημο­κρα­τι­κά τις τύχες της. 
Αυτό το μήνυ­μα απλώ­θη­κε σαν τη φωτιά στην εργα­τι­κή τάξη του Τορί­νο. Αλλά δεν απλώ­θη­κε πέρα από τα όρια εκεί­νης της περιο­χής. Τον Σεπτέμ­βρη του 1920 ήρθε η απο­φα­σι­στι­κή ανα­μέ­τρη­ση. Οι εργο­δό­τες αρνή­θη­καν να υπο­γρά­ψουν συλ­λο­γι­κή σύμ­βα­ση με το συν­δι­κά­το των μεταλ­λερ­γα­τών. Ξεκί­νη­σε μια απερ­γία από το Μιλά­νο που σύντο­μα απλώ­θη­κε σε όλη την Ιτα­λία. Και αυτή τη φορά οι εργά­τες κατέ­λα­βαν τα εργο­στά­σια, πάνω από 2 εκα­τομ­μύ­ρια συμ­με­τεί­χαν στις κατα­λή­ψεις. Σε πολ­λά απ’ αυτά συγκρό­τη­σαν «κόκ­κι­νες φρου­ρές» για αυτο­ά­μυ­να. Και σε άλλα συνέ­χι­σαν την παρα­γω­γή με εργα­τι­κό έλεγχο. 
Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΙΤΑΛΙΑΣ
Όμως, αντί για την επα­νά­στα­ση οι ηγε­σί­ες του κινή­μα­τος το οδή­γη­σαν στο συμ­βι­βα­σμό. Τον Γενά­ρη του1921 οι επα­να­στά­τες – ανά­με­σά τους κι ο Γκράμ­σι – έφυ­γαν από το Σοσια­λι­στι­κό Κόμ­μα και ίδρυ­σαν τοΚομ­μου­νι­στι­κό Κόμ­μα της Ιτα­λί­ας.  
Το 1922, ο Γκράμ­σι ταξι­δεύ­ει στη Μόσχα ως αντι­πρό­σω­πος του ΚΚΙ στην Εκτε­λε­στι­κή Επι­τρο­πή τηςΔιε­θνούς. Παίρ­νει μέρος στο 4ο Συνέ­δριό της. 
Στα δύο χρό­νια που θα λεί­ψει από την Ιτα­λία, απο­χτά μια σημα­ντι­κή εμπει­ρία και αρχί­ζει σιγά σιγά να δια­μορ­φώ­νει ένα συνο­λι­κό­τε­ρο σχέ­διο δρά­σης για το ΚΚΙ. Κατά τον Γκράμ­σι, για να γίνει αυτό, χρειά­ζε­ται μια περί­ο­δος προ­ε­τοι­μα­σί­ας. Στις εκλο­γές του 1924 εκλέ­γε­ται βου­λευ­τής και επι­στρέ­φει στην Ιτα­λία. Ανα­λαμ­βά­νει Γενι­κός Γραμ­μα­τέ­ας του κόμ­μα­τος, και μέσα στα δύο χρό­νια που καθο­δη­γεί το κόμ­μα, έρχο­νται πολ­λές επι­τυ­χί­ες στο πολι­τι­κό και μαζι­κό επίπεδο. 
Στις τοτι­νές συν­θή­κες, όπου ο φασι­σμός άρχι­σε να εδραιώ­νει την κυριαρ­χία του, ο Γκράμ­σι επε­ξερ­γά­ζε­ται μια νέα ταχτι­κή και στρα­τη­γι­κή. Δίνει ιδιαί­τε­ρη έμφα­ση στο πρό­βλη­μα του νότου, επε­ξερ­γά­ζε­ται συν­θή­μα­τα και θέσεις που να σχε­τί­ζο­νται με την ταχτι­κή του κόμ­μα­τος για εκεί­νη την περί­ο­δο, οργα­νώ­νει όσο είναι δυνα­τό μια πλα­τιά ιδε­ο­λο­γι­κή συγκρό­τη­ση. Όλη αυτή η προ­σπά­θεια κορυ­φώ­νε­ται με το συνέ­δριο της Λυόν το 1926.  
Εν τω μετα­ξύ, τον Οκτώ­βριο του 1922 η άρχου­σα τάξη της Ιτα­λί­ας παρέ­δω­σε την εξου­σία στουςφασί­στες. Ο Μου­σο­λί­νι χρειά­στη­κε τέσ­σε­ρα περί­που χρό­νια για να στα­θε­ρο­ποι­ή­σει τη δικτα­το­ρία του.Το 1926 ο Γκράμ­σι, που ήταν βου­λευ­τής και επι­κε­φα­λής του ΚΚΙ συνε­λή­φθηδικά­στη­κε και οδη­γή­θη­κε στη φυλα­κή.  
ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ
Ήταν βαριά άρρω­στος. Έπα­σχε από φυμα­τί­ω­ση, από την ασθέ­νεια του Χοτζ που κατα­τρώ­ει το μυε­λό των οστών, και από άλλες σοβα­ρές ασθέ­νειες. Ήταν απο­μο­νω­μέ­νος με πολύ λίγες επα­φές με τον έξω κόσμο. Ο μεγα­λύ­τε­ρος φόβος του ήταν μήπως «σπά­σει» – γι’ αυτόν «σπά­σι­μο» σήμαι­νε ακό­μα και να ζητή­σει ιδιαί­τε­ρη μετα­χεί­ρι­ση ως ασθε­νής. Δεν το έκα­νε ποτέ. Ο φασί­στας εισαγ­γε­λέ­ας είχε δηλώ­σει όταν ανα­κοί­νω­νε τη ποι­νή ότι «πρέ­πει να στα­μα­τή­σου­με αυτόν τον εγκέ­φα­λο να δου­λεύ­ει για 20 χρό­νια».  
Ούτε αυτό το κατά­φε­ραν. Ο Γκράμ­σι συνέ­χι­σε να γρά­φει στη φυλα­κή. Το «προ­ϊ­όν» ήταν 33 τετρά­δια με πυκνο­γραμ­μέ­νες σημειώ­σεις που έχουν μεί­νει γνω­στά ως «Τετρά­δια της Φυλα­κής». Η γλώσ­σα τους είναι «αισώ­πεια» εξαι­τί­ας της λογο­κρι­σί­ας. Ο Γκράμ­σι χρη­σι­μο­ποιεί παρα­δείγ­μα­τα από την ιστο­ρία τηςιτα­λι­κής ενο­ποί­η­σης του 19ου αιώ­να ή ακό­μα και από τη περί­ο­δο της Ανα­γέν­νη­σης, για να μιλή­σει για την ταξι­κή πάλη, το τρό­πο που κυριαρ­χεί η άρχου­σα τάξη αλλά και πως αυτή η κυριαρ­χία μπαί­νει σε κρί­ση. Κάνει αυτές τις παρα­τη­ρή­σεις στη­ρι­ζό­με­νος στην εμπει­ρία των εργα­τι­κών συμ­βου­λί­ων και της «κόκ­κι­νης διε­τί­ας» αλλά και της δρά­σης του Κομμου­νι­στι­κού Κόμμα­τος της Ιτα­λί­ας μέχρι τα μέσα της δεκα­ε­τί­ας του ’20.  
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ
Ο Γκράμ­σι εξη­γεί ότι η άρχου­σα τάξη δεν κυβερ­νά μόνο με την γυμνή βία, αλλά και απο­σπώ­ντας τησυναί­νε­ση των «υπο­τε­λών τάξε­ων» μέσα από ένα ολό­κλη­ρο σύστη­μα ανα­πα­ρα­γω­γής των ιδε­ών της. Αυτή η «ηγε­μο­νία» είναι που εξα­σφα­λί­ζει τη διαιώ­νι­ση της κυριαρ­χί­ας της. Όμως, οι ιδέ­ες της «κοι­νής λογι­κής» δεν είναι οι μόνες που υπάρ­χουν στο νου των εργα­τών. Δίπλα σ’ αυτές, ανα­κα­τε­μέ­νες, υπάρ­χουν κι οι ιδέ­ες που γεν­νά­ει η καθη­με­ρι­νή εμπει­ρία της εκμε­τάλ­λευ­σης και της αντί­στα­σης.  
Αυτή η σύγκρου­ση δεν μπο­ρεί να λήξει επι­τυ­χη­μέ­να αν δεν διε­ξά­γε­ται οργα­νω­μέ­να και συστη­μα­τι­κά. Γι’ αυτό το λόγο ο Γκράμ­σι πίστευε ότι είναι ανα­γκαίο ένα επα­να­στα­τι­κό κόμ­μα – κι αφιέ­ρω­σε τη ζωή του για να το χτί­σει. Δεν το αντι­με­τώ­πι­ζε σαν την ελίτ των απο­φα­σι­σμέ­νων που θα δασκά­λευε κου­νώ­ντας το δάχτυ­λο στους «καθυ­στε­ρη­μέ­νους» εργά­τες δίνο­ντας τελε­σί­γρα­φα. Οι επα­να­στά­τες υπο­στή­ρι­ζε ο Γκράμ­σι έπρε­πε να είναι κομ­μά­τι κάθε αγώ­να, οσο­δή­πο­τε «μερι­κού» ή «αμυ­ντι­κού», να είναι έτοι­μοι να συνερ­γα­στούν με κόσμο και ηγε­σί­ες που δεν πιστεύ­ουν στην επα­να­στα­τι­κή ανα­τρο­πή του καπι­τα­λι­σμού και να δεί­χνουν ότι αυτοί είναι οι καλύ­τε­ροι αγω­νι­στές. Αλλά μέσα σε όλα τα κινή­μα­τα λει­τουρ­γούν γιανα γενι­κεύ­ουν τις εμπει­ρί­ες, να συνε­νώ­νουν τα δια­φο­ρε­τι­κά ρυά­κια της πάλης σε ένα ορμη­τι­κό ποτά­μιπου η προ­ο­πτι­κή του είναι η ανα­τρο­πή του συστή­μα­τος. Αυτήν την αξία είχε για τον Γκράμ­σι ομαρ­ξι­σμός.  
Στα­μα­τά να γρά­φει το 1935, κατα­βε­βλη­μέ­νος και εξου­θε­νω­μέ­νος από τις απαί­σιες συν­θή­κες κρά­τη­σής του και τη χει­ρο­τέ­ρευ­ση της υγεί­ας του. Πεθαί­νει στις 27 Απρί­λη 1937, μόλις έχει αποφυλακιστεί. 
To 1917 έγρα­ψε ένα από τα σημα­ντι­κά του κεί­με­να, που έμει­νε και για τη φρά­ση «Μισώ τους αδιά­φο­ρους».  
ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ: ΜΙΣΩ ΤΟΥΣ ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΣ!
«Μισώ τους αδιά­φο­ρους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαί­νει να εντάσ­σε­σαι κάπου. Όποιος ζει πραγ­μα­τι­κά δεν μπο­ρεί να μην είναι πολί­της και ενταγ­μέ­νος. Η αδια­φο­ρία είναι αβου­λία, είναι παρα­σι­τι­σμός, είναι δει­λία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους. 
Η αδια­φο­ρία είναι το νεκρό βάρος της ιστο­ρί­ας. Η αδια­φο­ρία δρα δυνα­τά πάνω στην ιστο­ρία. Δρα παθη­τι­κά, αλλά δρα. Είναι η μοι­ρο­λα­τρία. Είναι αυτό που δεν μπο­ρείς να υπο­λο­γί­σεις. Είναι αυτό που δια­τα­ράσ­σει τα προ­γράμ­μα­τα, που ανα­τρέ­πει τα σχέ­δια που έχουν κατα­σκευα­στεί με τον καλύ­τε­ρο τρό­πο. Είναι η κτη­νώ­δης ύλη που πνί­γει την ευφυΐα. 
Αυτό που συμ­βαί­νει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμ­βαί­νει για­τί η μάζα των ανθρώ­πων απαρ­νεί­ται τη βού­λη­σή της, αφή­νει να εκδί­δο­νται νόμοι που μόνο η εξέ­γερ­ση θα μπο­ρέ­σει να καταρ­γή­σει, αφή­νει να ανέ­βουν στην εξου­σία άνθρω­ποι που μόνο μια ανταρ­σία θα μπο­ρέ­σει να ανατρέψει. 
Μέσα στη σκό­πι­μη απου­σία και στην αδια­φο­ρία λίγα χέρια, που δεν επι­τη­ρού­νται από κανέ­ναν έλεγ­χο, υφαί­νουν τον ιστό της συλ­λο­γι­κής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, για­τί δεν ανη­συ­χεί. Φαί­νε­ται λοι­πόν σαν η μοί­ρα να συμπα­ρα­σύ­ρει τους πάντες και τα πάντα, φαί­νε­ται σαν η ιστο­ρία να μην είναι τίπο­τε άλλο από ένα τερά­στιο φυσι­κό φαι­νό­με­νο, μια έκρη­ξη ηφαι­στεί­ου, ένας σει­σμός όπου όλοι είναι θύμα­τα, αυτοί που τον θέλη­σαν κι αυτοί που δεν τον θέλη­σαν, αυτοί που γνώ­ρι­ζαν κι αυτοί που δεν γνώ­ρι­ζαν, αυτοί που ήταν δρα­στή­ριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν. 
Κάποιοι κλα­ψου­ρί­ζουν αξιο­θρή­νη­τα, άλλοι βλα­στη­μά­νε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι ανα­ρω­τιού­νται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέ­ος μου, αν είχα προ­σπα­θή­σει να επι­βάλ­λω τη βού­λη­σή μου, θα συνέ­βαι­νε αυτό που συνέβη; 
Μισώ τους αδιά­φο­ρους και γι’ αυτό: για­τί με ενο­χλεί το κλα­ψού­ρι­σμά τους, κλα­ψού­ρι­σμα αιω­νί­ων αθώ­ων. Ζητώ να μου δώσει λογα­ρια­σμό ο καθέ­νας απ’ αυτούς με ποιον τρό­πο έφε­ρε σε πέρας το καθή­κον που του έθε­σε και του θέτει καθη­με­ρι­νά η ζωή, γι’ αυτό που έκα­νε και ειδι­κά γι’ αυτό που δεν έκα­νε. Και νιώ­θω ότι μπο­ρώ να είμαι αδυ­σώ­πη­τος, ότι δεν μπο­ρώ να χαλα­λί­σω τον οίκτο μου, ότι δεν μπο­ρώ να μοι­ρα­στώ μαζί τους τα δάκρυά μου. 
Είμαι ενταγ­μέ­νος, ζω, νιώ­θω ότι στις συνει­δή­σεις του χώρου μου ήδη πάλ­λε­ται η δρα­στη­ριό­τη­τα της μελ­λο­ντι­κής πόλης, που ο χώρος μου χτί­ζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοι­νω­νι­κή αλυ­σί­δα δεν βαραί­νει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμ­βάν δεν οφεί­λε­ται στην τύχη, στη μοί­ρα, μα είναι ευφυ­ές έργο των πολι­τών. Δεν υπάρ­χει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέ­κε­ται να κοι­τά­ζει από το παρά­θυ­ρο ενώ οι λίγοι θυσιά­ζο­νται, κόβουν τις φλέ­βες τους. Ζωείμαι ενταγ­μέ­νοςΓι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμ­με­τέ­χουνμισώ τους αδιά­φο­ρους.  
Αντό­νιο Γκράμ­σι.  
11 Φεβρουα­ρί­ου 1917»
*Βασι­κή πηγή: imerodromos.gr


0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted