Η ΧΙΛΗ ΚΑΙ Η ΑΔΙΕΞΟΔΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΙΚΟΥ ΔΡΟΜΟΥ - Φαιακία

Η ΧΙΛΗ ΚΑΙ Η ΑΔΙΕΞΟΔΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΙΚΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Πέρα­σαν 40 χρό­νια από το ματο­βα­μέ­νο Χιλια­νό πρα­ξι­κό­πη­μα, την πιο ξετσί­πω­τη και βάρ­βα­ρη επί­δει­ξη των αρε­τών του νεοφιλελευθερισμού. 
Η εισή­γη­ση του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΛΑΝΤΗ, που παρα­θέ­τει η ΦΑΙΑΚΙΑ (την κλέ­βου­με από την ISKRA) ίσως αδι­κεί­ται από την φυσιο­λο­γι­κή γενι­κό­τη­τα του τίτλου. Για­τί, κατά τη γνώ­μη μας, πρό­κει­ται για κεί­με­νο πλού­σιο σε πλη­ρο­φό­ρη­ση για τα γεγο­νό­τα της Χιλής, τις ιδιαι­τε­ρό­τη­τές τους και την γενι­κευ­μέ­νη σημα­σία τους και όχι κάποιο στε­ρε­ό­τυ­πο, που ανα­μα­σά εκφρά­σεις και ιδέ­ες μηχα­νι­σμών αγκίτ- προπ. 
Πριν την παρά­θε­ση του κει­μέ­νου θεω­ρού­με σκό­πι­μο να θυμί­σου­με, ότι το Σοσια­λι­στι­κό κόμ­μα της Χιλής δεν είχε καμία σχέ­ση με τα κλασ­σι­κά σοσιαλ­δη­μορ­κα­τι­κά κόμ­μα­τα και τον γνω­στό εκφυ­λι­σμό τους. Αντί­θε­τα προς τα συνη­θι­σμέ­να, το ΣΚ δημιουρ­γή­θη­κε το 1932 ενώ το ΚΚΧ είχε πρω­το­δη­μιουρ­γη­θεί το 1921 από τον Αναρ­χι­κό Συν­δι­κα­λι­στή Λού­ις Εμί­λιο Ρεκα­μπά­ρεν. Το ΣΚΧ δεχό­ταν στο κατα­στα­τι­κό του την “δικτα­το­ρία του προ­λε­τα­ριά­του”, που ονό­μα­ζε “οργα­νω­μέ­νη εξου­σία της εργα­τι­κής τάξης”. Τέλος, πρέ­πει να υπεν­θυ­μί­σου­με, ότι η “γραμ­μή” της Unidad Popular για επι­στρο­φή των εργο­στα­σί­ων στους προη­γού­με­νους ιδιο­κτή­τες τους (μετά τα σαμπο­τάζ, τα κλει­σί­μα­τά τους από την εργο­δο­σία και την συνέ­χι­ση της παρα­γω­γής από τις “εργα­τι­κές επι­τρο­πές”) ανή­κει στον Υπουρ­γό των Οικο­νο­μι­κών Τόμας Μίλιας μέλος του Π.Γ. του ΚΚΧ. 
Ενδια­φέ­ρου­σα είναι -κατά τη γνώ­μη μας- η διά­κρι­ση του ειρη­νι­κού από το δημο­κρα­τι­κό, που γίνε­ται στο κεί­με­νο αλλά και πολ­λές άλλες επι­ση­μάν­σεις. Δια­βά­στε το… 

Ο ΕΙΡΗΝΙΚΟΣ
ΔΡΟΜΟΣ
Όπως τραγούδαγε
πριν από αρκε­τά χρό­νια ο γερ­μα­νός μου­σουρ­γός Βολφ Μπίερμαν
αμέ­σως μετά την τρα­γω­δία της Χιλής, η Χιλή έδει­ξε ότι «η δύνα­μη βγαί­νει από τα
στό­μια και όχι από τα στό­μα­τα». Το ζήτη­μα της κατά­λη­ψης της πολιτικής
εξου­σί­ας από την εργα­τι­κή τάξη και τους συμ­μά­χους της τέθη­κε με δρι­μύ­τη­τα στη
Χιλή του 1970-1973
και λύθη­κε κατα­στρο­φι­κά για την
Αρι­στε­ρά και το λαϊ­κό κίνη­μα με την επι­κρά­τη­ση του στρα­τιω­τι­κού πραξικοπήματος,
την επι­βο­λή της δικτα­το­ρί­ας Πινο­σέτ για περί­που 20 χρό­νια και τη
θανά­τω­ση και βασα­νι­σμό χιλιά­δων αγω­νι­στών της Αρι­στε­ράς
. Αυτά συνέβησαν
τον Σεπτέμ­βριο του 1973, σε μια ιστο­ρι­κή περί­ο­δο πλού­σια σε γεγο­νό­τα, όταν
ξεκί­να­γε η διε­θνής καπι­τα­λι­στι­κή κρί­ση υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης με την πρώ­τη πετρελαϊκή
κρί­ση, όταν ο αμε­ρι­κά­νι­κος και διε­θνής ιμπε­ρια­λι­σμός αντιμετώπιζε
σοβα­ρές προ­κλή­σεις και κρί­σεις όπως η απο­χώ­ρη­ση των Αμε­ρι­κά­νων από το Βιετ­νάμ, ο
πόλε­μος του Γιομ Κιπούρ στη Μέση Ανα­το­λή
, η κατα­στο­λή του φοιτητικού
κινή­μα­τος στην Ταϋ­λάν­δη και λίγο αργό­τε­ρα η κινη­το­ποί­η­ση των φοι­τη­τών και του
λαού της Αθή­νας κατά της δικτα­το­ρί­ας, το Πολυτεχνείο.
Το ζήτη­μα της Χιλής
έχει δυο ιστο­ρι­κές και θεω­ρη­τι­κές δια­στά­σεις εξαι­ρε­τι­κά σημα­ντι­κές για την
εργα­τι­κή τάξη και το λαό σε διε­θνή κλί­μα­κα. Η πρώ­τη αφο­ρά τη
στρα­τη­γι­κή κατά­κτη­σης της εξου­σί­ας και η δεύ­τε­ρη αφο­ρά το ζήτη­μα της συμμαχίας
της αστι­κής τάξης με τον ιμπεριαλισμό. 
Η «Λαϊ­κή Ενότητα»,
το πολι­τι­κό μέτω­πο της Αρι­στε­ράς στη Χιλή , απο­τε­λού­με­νο από το ΣΚ του Σαλβαδόρ
Αλιέ­ντε, το ΚΚ, το Ριζο­σπα­στι­κό Κόμ­μα, το Σοσιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό Κόμ­μα, το
MAPU (κόμ­μα της χρι­στια­νι­κής Αρι­στε­ράς) και
άλλα μικρό­τε­ρα αρι­στε­ρά κόμ­μα­τα, κυβέρ­νη­σε τη χώρα από τις προ­ε­δρι­κές εκλογές
του 1970 ως τα πρα­ξι­κό­πη­μα του Σεπτέμ­βρη 1973
. Το Μέτω­πο αυτό, που είχε
τη μορ­φή μιας ριζο­σπα­στι­κής και «αρι­στε­ρής» εκδο­χής του Λαϊ­κού Μετώπου,
εμπε­ριεί­χε μια σοβα­ρή αντί­φα­ση: από τη μια πλευ­ρά  η κυβέρ­νη­σή του ήταν
δεσμευ­μέ­νη να προ­χω­ρή­σει σε μέτρα πολύ ριζο­σπα­στι­κά για τις συν­θή­κες της Χιλής,
όπως η εθνι­κο­ποί­η­ση των ορυ­χεί­ων χαλ­κού και σιδή­ρου καθώς και ορισμένων
μεγά­λων ιδιω­τι­κών τρα­πε­ζών, η αύξη­ση των μισθών και το προ­χώ­ρη­μα της αγροτικής
μεταρ­ρύθ­μι­σης
. Τα μέτρα αυτά, όπως σωστά έχει επι­ση­μαν­θεί   (2) δεν υπε­ρέ­βαι­ναν το πλαί­σιο εθνικοποιήσεων
που πραγ­μα­το­ποιού­νταν την ίδια περί­ο­δο στην Ευρώ­πη. Όμως, σε διαφορετικές
κοι­νω­νι­κές και οικο­νο­μι­κές συν­θή­κες, όπως αυτές της Χιλής και της Λατινικής
Αμε­ρι­κής του 1970-όπου οι ταξι­κές αντι­θέ­σεις ήταν ιδιαί­τε­ρα οξυμ­μέ­νες και
υπήρ­χαν δυο καθα­ρά αντα­γω­νι­στι­κά κοι­νω­νι­κά μπλοκ- και απέ­να­ντι σε μια ντόπια
αστι­κή και διε­θνή ιμπε­ρια­λι­στι­κή τάξη αδιάλ­λα­κτη και με στε­νά περιθώρια
δια­πραγ­μά­τευ­σης, οι πολι­τι­κές αυτές ενί­σχυαν ένα κοι­νω­νι­κό ρεύμα
λαϊ­κής ριζο­σπα­στι­κο­ποί­η­σης, εργα­τι­κού ελέγ­χου και μαχη­τι­κής ταξι­κής διεκδίκησης,
που υπε­ρέ­βαι­νε συχνά τα πολι­τι­κά όρια της αριστερής
δια­κυ­βέρ­νη­σης
. Συνε­πώς, στο βαθ­μό που πραγματοποιήθηκαν
και ιδί­ως μέσα από τη σύγκρου­ση της κυβέρ­νη­σης με τη βορειοαμερικάνικη
πολυ­ε­θνι­κή ITT, τα μέτρα αυτά προ­κά­λε­σαν μια έντο­νη ταξι­κή αντι­συ­σπεί­ρω­ση και
πόλε­μο από τη σκο­πιά της αστι­κής τάξης και του ιμπε­ρια­λι­σμού. Προ­τού η
αστι­κή τάξη προ­χω­ρή­σει στην επι­λο­γή της δικτα­το­ρί­ας, είχε προ­χω­ρή­σει σε έναν
πόλε­μο φθο­ράς κατά της κυβέρ­νη­σης, εκμε­ταλ­λευό­με­νη οικο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα και
επι­μέ­ρους συγκρού­σεις της περιό­δου και συγκρο­τώ­ντας τους οδη­γούς φορ­τη­γών και
άλλα μικρο­α­στι­κά και αστι­κά στρώ­μα­τα
( «κίνη­μα της κατσα­ρό­λας») σε μια
πορεία σύγκρου­σης με την κυβέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς. Είναι φανε­ρό ότι το κεφάλαιο
είχε προ­κρί­νει πριν από τον πόλε­μο κινή­σε­ων (το πρα­ξι­κό­πη­μα) έναν φθοροποιό
πόλε­μο θέσεων. 

Από την
άλλη πλευ­ρά, η κυβέρ­νη­ση Αλιέ­ντε κινή­θη­κε στα πλαί­σια μιας λαϊκομετωπικής
ρεφορ­μι­στι­κής στρα­τη­γι­κής, του ειρη­νι­κού δρό­μου προς το σοσια­λι­σμό, του αργού
και ειρη­νι­κού περά­σμα­τος
. Όμως, ο ειρη­νι­κός δρό­μος του μαρξιστή
προ­έ­δρου Αλιέ­ντε δεν ταυ­τι­ζό­ταν καθό­λου με τη σοσιαλ­δη­μο­κρα­τία ακό­μη και της
επο­χής του, η οποία μετά τον πόλε­μο είχε διο­λι­σθή­σει σε μια καθα­ρή διαχείριση
του καπι­τα­λι­σμού. Μιλώ­ντας για έναν μαρ­ξι­στι­κό ρεφορ­μι­σμό, δεν το κάνου­με λέμε
τόσο για να ψέξου­με το ΣΚ και το ΚΚ Χιλής,
με δεδο­μέ­νο μάλι­στα ότι ο
Αλιέ­ντε υπήρ­ξε μια ευγε­νής και ηρω­ϊ­κή μορ­φή
, ή ένας από τους ελάχιστους
αρι­στε­ρούς σοσια­λι­στές ηγέ­τες ( με τρό­πο που θυμί­ζει στον ισπα­νι­κό Εμφύ­λιο τη
μορ­φή του Λάρ­γο Καμπα­λέ­ρο) με μαρ­ξι­στι­κή τοπο­θέ­τη­ση και μεγά­λο ηθι­κό κύρος που
κατα­νό­η­σαν   τον ειρη­νι­κό δρό­μο
όχι ως μια στρα­τη­γι­κή δια­χεί­ρι­σης του
κεφα­λαί­ου αλλά ως μια πραγ­μα­τι­κή στρα­τη­γι­κή δυνα­τό­τη­τα και επι­λο­γή
.
Το λέμε για να επι­κυ­ρώ­σου­με την αίσθη­ση ότι όποιος μεν κατα­χρά­ται την
έννοια του ειρη­νι­κού δρό­μου απλώς για να δια­χει­ρι­στεί τον καπιταλισμό

(όπως οι Μιτε­ράν και Παπαν­δρέ­ου λίγο αργό­τε­ρα στην Ευρώ­πη) κατα­λή­γει σε μια
πλα­στο­γρα­φία και μια φάρ­σα του σοσια­λι­σμού, ενώ όποιος προ­χω­ρά πραγ­μα­τι­κά με τα
μέσα του ειρη­νι­κού δρό­μου προς το σοσια­λι­σμό,
ενώ έχει ήδη εξαπολύσει
πολι­τι­κές ταξι­κού πολέ­μου και σύγκρου­σης και απε­λευ­θε­ρώ­σει το λαϊ­κό παράγοντα
κατα­λή­γει σε μια αιμα­τη­ρή τρα­γω­δία.
Αν η Νότια Ευρώ­πη στη δεκα­ε­τία του
1980 υπήρ­ξε το πεδίο της φάρ­σας, η Χιλή του 1973 υπήρ­ξε το αιμα­το­βαμ­μέ­νο πρόσωπο
της τρα­γω­δί­ας. Με έναν τρό­πο που θυμί­ζει έντο­να τόσο την Ισπα­νία του 1936 αλλά
και την ελλη­νι­κή κοι­νω­νία και Αρι­στε­ρά της δεκα­ε­τί­ας του 1940.

Η βασι­κή επιλογή
της «Λαϊ­κής Ενό­τη­τας», όσον αφο­ρά τα όρια του ειρη­νι­κού δρό­μου, ήταν η
προ­ώ­θη­ση των ριζο­σπα­στι­κών μεταρ­ρυθ­μί­σε­ων και ρήξε­ων χωρίς μια συνολική
κατα­νό­η­ση του προ­βλή­μα­τος του αστι­κού κρά­τους και των δομι­κών του ορί­ων και
χωρίς μια στρα­τη­γι­κή ρήξης και διά­λυ­σης του σκλη­ρού πυρή­να του αστι­κού κράτους,
με τους λενι­νι­στι­κούς όρους της «συντρι­βής» του­λά­χι­στον αυτού του σκληρού
πυρή­να
. Η βασι­κή λογι­κή του Αλιέ­ντε και των κομ­μά­των της Λαϊκής
Ενό­τη­τας ήταν να μην υπάρ­ξει στο ζήτη­μα των κατα­σταλ­τι­κών μηχα­νι­σμών μια
πολι­τι­κή συνο­λι­κού ελέγ­χου τους και δρα­στι­κών παρεμ­βά­σε­ων στη δομή τους,
με τη ριζι­κή αντι­κα­τά­στα­ση της ηγε­σί­ας τους και τη διά­λυ­ση ιδί­ως των
μηχα­νι­σμών των ειδι­κών δυνά­με­ων του στρα­τού και της αστυ­νο­μί­ας και της ηγεσίας
της Δικαιο­σύ­νης
, οι οποί­ες πρω­το­στα­τούν πάντο­τε στην ανά­λη­ψη της
αστι­κής εξου­σί­ας από το στρατό[3]. Αντίθετα,
ο Αλιέ­ντε δεν αμφι­σβή­τη­σε βασι­κά ούτε το πλαί­σιο συνταγ­μα­τι­κής και νομοθετικής
νομι­μό­τη­τας στη λει­τουρ­γία των ενό­πλων δυνά­με­ων ούτε, ακό­μη περισ­σό­τε­ρο, τη
«νομι­μο­φρο­σύ­νη» των στρα­τη­γών, ως προς δε τον Πινο­σέτ είχε εκφρα­σθεί και
επαι­νε­τι­κά, θεω­ρώ­ντας τον ως «προ­στά­τη του δημο­κρα­τι­κού καθεστώτος».

Ακό­μη και μετά τη δολο­φο­νία του στρα­τη­γού Σνάι­ντερ, που προ­σέ­κει­το στη
δημο­κρα­τι­κή κυβέρ­νη­ση από πρά­κτο­ρες της εκτρο­πής και των υπη­ρε­σιών των ΗΠΑ, η
εκτί­μη­ση του Αλιέ­ντε δεν τρο­πο­ποι­ή­θη­κε ριζι­κά. Όμως, αν ο Αλιέ­ντε δεν
υπήρ­ξε λενι­νι­στής, είχε να αντι­με­τω­πί­σει μια «λενι­νι­στι­κή» αστι­κή τάξη
,
η οποία γνώ­ρι­ζε με ακρί­βεια το «ποιός-ποιόν» και οργά­νω­σε μια στρα­τη­γι­κή πολέμου
φθο­ράς και τελι­κά πολέ­μου κινή­σε­ων. Θεω­ρού­σε , λοι­πόν, ο Αλιέ­ντε ότι
κάτω από την πίε­ση της κυβέρ­νη­σης και των μαζών η άρχου­σα τάξη στα­δια­κά θα
εκχω­ρού­σε δημο­κρα­τι­κά την εξου­σία της και θα απο­συ­ρό­ταν στο περι­θώ­ριο της
Ιστο­ρί­ας.
Άρα, ο στε­νός πολι­τι­κός έλεγ­χος στους κατασταλτικούς
μηχα­νι­σμούς και η τάση αφο­πλι­σμού και διά­λυ­σης του πιο επι­θε­τι­κού τους τμήματος
κατα­νο­ή­θη­κε εσφαλ­μέ­να ως «αρι­στε­ρί­στι­κος τυχο­διω­κτι­σμός». Λίγα χρό­νια
αργό­τε­ρα, ο υπ’ αριθ­μόν 2 του ΚΚ Χιλής Βολό­ντια Τέιτελμποιμ

(μετά τον γραμ­μα­τέα του Λουίς Κορ­βα­λάν) , ο οποί­ος είχε δια­φύ­γει στη Μόσχα,
παρα­δέ­χθη­κε ότι και η ΛΕ αλλά και ειδι­κά το ΚΚ Χιλής υποτίμησαν
δρα­μα­τι­κά την ένο­πλη στρα­τη­γι­κή του αντι­πά­λου
και την ανταγωνιστική
δομή του καπι­τα­λι­στι­κού κρά­τους [4]
Η στρα­τη­γι­κή της
Αρι­στε­ράς στη Χιλή ήταν κατά κάποιο τρό­πο μια εναλ­λα­κτι­κή στρα­τη­γι­κή προς τον
ένο­πλο αγώ­να, που εκεί­νη την επο­χή ακο­λου­θού­νταν σε μια σει­ρά χώρες της ΛΑ,
όπως το Περού, η Βρα­ζι­λία ή η Κολομ­βία και ιδί­ως προς τη γκεβαρική
στρα­τη­γι­κή του «φοκι­σμού» . Από μια άπο­ψη, η εκτί­μη­ση ότι σε μια χώρα τόσο
σχε­τι­κά ανα­πτυγ­μέ­νη καπι­τα­λι­στι­κά όσο και με μια μεγά­λη δημο­κρα­τι­κή παράδοση
όπως η Χιλή έπρε­πε να περά­σει από ένα δημο­κρα­τι­κό πλειο­ψη­φι­κό μπλοκ
που
θα κατα­λάμ­βα­νε την κυβερ­νη­τι­κή εξου­σία αλλά και θα προ­χω­ρού­σε στη συνέ­χεια και
στην κατά­λη­ψη της κρα­τι­κής εξου­σί­ας δεν ήταν καθ’ εαυ­τήν εσφαλ­μέ­νη. Επρόκειτο
κατ’ αρχήν για μια στρα­τη­γι­κή δημο­κρα­τι­κού δρό­μου, η οποία διέ­φε­ρε από τη
στρα­τη­γι­κή του παρα­τε­τα­μέ­νου λαϊ­κού πολέ­μου, αλλά δεν κατέ­λη­γε ανα­γκα­στι­κά σε
μια στρα­τη­γι­κή ειρη­νι­κού-κοι­νο­βου­λευ­τι­κού δρό­μου. Παρ’όλα αυτά, η ΛΕ
κατα­νό­η­σε, δυστυ­χώς, το δημο­κρα­τι­κό δρό­μο ως ειρη­νι­κό δρό­μο
. Όμως, τόσο
η μεγά­λη εμπει­ρία του εργα­τι­κού κινή­μα­τος διε­θνώς όσο και η ιδιαί­τε­ρη σχέ­ση όλης
της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής με τον παρά­γο­ντα ΗΠΑ έπρε­πε να καθο­ρί­σουν ένα σχέδιο
πολέ­μου θέσε­ων ανοι­χτό και αλλη­λο­συ­μπλη­ρού­με­νο με την εναλ­λα­κτι­κή του πολέμου
ελιγ­μών ή κινή­σε­ων. Μόνο αυτού του τύπου ο γκραμ­σια­νι­σμός θα μπο­ρού­σε να
νική­σει στη Χιλή αλλά και μπο­ρεί να νική­σει διε­θνώς και μέχρι σήμε­ρα, όπου και
όπο­τε δοκι­μά­ζε­ται το πλειο­ψη­φι­κό- δημο­κρα­τι­κό πεί­ρα­μα προς το
σοσια­λι­σμό
. Η προ­σκόλ­λη­ση στο λεγκα­λι­σμό και στην μη παρα­βί­α­ση των
ορί­ων του αστι­κού κρά­τους όχι μόνο απέ­τυ­χε αλλά και οφεί­λει να προβληματίσει
όλους όσους νοιά­ζο­νται ακό­μη και σήμε­ρα για τη σοσια­λι­στι­κή μετάβαση.
Τι θα μπο­ρού­σε να
έχει κάνει η ΛΕ ; Σίγου­ρα, δεν υπάρ­χουν ασφα­λείς απα­ντή­σεις. Υπάρ­χουν,
όμως, κάποιες λογι­κές που υπο­στη­ρί­χθη­καν κυρί­ως από το
MIR, το MAPU
και την Αρι­στε­ρά του ΣΚ (περι­λαμ­βα­νο­μέ­νου και του γραμ­μα­τέα του Αλτα­μι­ρά­νο) και
ήταν αντί­θε­τες στην εξει­δί­κευ­ση της στρα­τη­γι­κής από την τάση Αλιέ­ντε και το ΚΚ
.
Κατ’ αρχήν, η ΛΕ θα μπο­ρού­σε να εμπι­στευ­θεί περισ­σό­τε­ρο και να
οργα­νώ­σει συστη­μα­τι­κά τις δομές εργα­τι­κής και λαϊ­κής αντιε­ξου­σί­ας απέ­να­ντι στο
κεφά­λαιο, όπως ήταν οι ανα­δυό­με­νες εργα­τι­κές επι­τρο­πές και συμ­βού­λια στα μεγάλα
εργο­στά­σια ( cordones industriales) και στον αγρο­τι­κό τομέα (comandos
communales), να τους δώσει θεσμι­κή υπό­στα­ση και να προ­ε­τοι­μά­σει μέσω αυτών μια
γενι­κευ­μέ­νη εξέ­γερ­ση σε περί­πτω­ση στρα­τιω­τι­κού πρα­ξι­κο­πή­μα­τος. Αυτή
ήταν η κύρια πλευ­ρά, να οργα­νώ­σει δηλα­δή την κινη­μα­τι­κή ριζοσπαστικοποίηση
ένα­ντι της ριζο­σπα­στι­κο­ποί­η­σης των αστι­κών και μεσαί­ων στρω­μά­των από το κεφάλαιο
και το κρά­τος του
. Θα μπο­ρού­σε, ακό­μη, να προ­ε­τοι­μα­σθεί μετά από
τις πρώ­τες ενδεί­ξεις της μετά­βα­σης στην εκτρο­πή και να οργα­νώ­σει έναν ισχυρό
παρά­νο­μο μηχα­νι­σμό της Αρι­στε­ράς , ανοι­χτό και προ­ε­τοι­μα­σμέ­νο και για το
ενδε­χό­με­νο της ένο­πλης πάλης και του εξο­πλι­σμού του λαού. Αυτό δεν έγι­νε και,
επί­σης, πλη­ρώ­θη­κε ακριβά.
Επί­σης, είναι
αρκε­τά ανε­ξή­γη­το το πώς και το πόσο υπο­τι­μή­θη­κε η παρέμ­βα­ση του
αμε­ρι­κά­νι­κου ιμπε­ρια­λι­στι­κού παρά­γο­ντα
. Αντί­θε­τα προς μια λογι­κή που
λέει ακό­μη και σήμε­ρα ότι η ιμπε­ρια­λι­στι­κή αλυσ­σί­δα είναι απλώς μια παράθεση
εθνι­κών καπι­τα­λι­σμών, η εμπει­ρία της Χιλής απέ­δει­ξε ότι όπου δια­κυ­βεύ­ο­νται με
πραγ­μα­τι­κό τρό­πο σημα­ντι­κά οικο­νο­μι­κά αλλά και γεω­πο­λι­τι­κά συμ­φέ­ρο­ντα του
ιμπε­ρια­λι­σμού, η απά­ντη­σή της ιμπε­ρια­λι­στι­κής αστι­κής τάξης    σε συνερ­γα­σία με
τις εθνι­κές αστι­κές τάξεις δεν μπο­ρεί παρά να είναι αμεί­λι­κτη και να αναπαράγει
βίαια τις σχέ­σεις διε­θνούς ιεραρ­χί­ας και υπο­τα­γής . Από αυτό μπο­ρεί να
συνα­χθεί και ένα ακό­μη συμπέ­ρα­σμα : δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει νικη­φό­ρα σοσιαλιστική
διέ­ξο­δος αν δεν ανα­τρα­πούν σημα­ντι­κές θέσεις
, δομές και μοχλοί εξουσίας
όχι μόνο του εθνι­κού κεφα­λαί­ου αλλά και του στε­νά συνερ­γα­ζό­με­νου με αυτό
ιμπε­ρια­λι­στι­κού παράγοντα.
2.Η ΧΙΛΗ ΚΑΙ Ο ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ
Παρά το ότι όσα
συνέ­βη­σαν στη Χιλή θα έπρε­πε να απο­δει­κνύ­ουν ότι ο δημο­κρα­τι­κός δρό­μος δεν
μπο­ρεί να είναι βασι­κά ένας ειρη­νι­κός και κοι­νο­βου­λευ­τι­κός δρό­μος προς το
σοσια­λι­σμό και ότι ένα μετα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα ρήξε­ων δεν μπο­ρεί παρά να οδηγεί
τελι­κά στην ανα­τρο­πή των μορ­φών και ορί­ων του καπι­τα­λι­στι­κού κρά­τους και των
καπι­τα­λι­στι­κών παρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων ή, αντί­θε­τα, στην ήττα, ένα σημαντικό
τμή­μα της ευρω­παϊ­κής κομ­μου­νι­στι­κής Αρι­στε­ράς, το ΙΚΚ , προ­έ­βη σε μια
ριζι­κά άλλη ανά­γνω­ση, σε μια «δεξιά» ερμη­νεία της Χιλής
. Ο
ευρω­κομ­μου­νι­σμός, στην κυρί­αρ­χη δεξιά του εκδο­χή, διά­βα­σε τη Χιλή δια του ίδιου
του Ενρί­κο Μπερ­λίν­γκου­ερ ως την ανά­γκη ματαί­ω­σης κάθε δυνα­τής σύγκρου­σης με το
κεφά­λαιο
. Τα κεί­με­νά του τού 1973 για τον Ιστο­ρι­κό Συμ­βι­βα­σμό ξεκινούν
από την εμπει­ρία της Χιλής. Το πρό­βλη­μα δεν ήταν πια το πόσο προ­χώ­ρη­σε η
σύγκρου­ση και τι έπρε­πε να γίνει αλλά το ότι υπήρ­ξε σύγκρου­ση ανά­με­σα στην
Αρι­στε­ρά και στην παρά­τα­ξη του κεφα­λαί­ου.
Κατά τον Μπερ­λίν­γκου­ερ, η
Χιλή απέ­δει­ξε ότι η Αρι­στε­ρά δεν μπο­ρεί να κυβερ­νή­σει απέ­να­ντι στη Δεξιά ούτε
καν με το 51 %.
Θα πρέ­πει να συγκυ­βερ­νή­σει με κάποιο τρό­πο μαζί με τη
Δεξιά στην Ιτα­λία για να απο­φύ­γει μια γενί­κευ­ση της «στρα­τη­γι­κής της έντασης» .
Ή έστω, η Δεξιά θα μπο­ρού­σε να κυβερ­νή­σει με την συναί­νε­ση της Αρι­στε­ράς. Με την
ίδια λογι­κή ο Αλιέ­ντε ή θα έπρε­πε να παραι­τη­θεί ή θα έπρε­πε να τα βρει
με τη χιλια­νή Χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τία και να εγκα­τα­λεί­ψει τα μέτρα που με θετικό
τρό­πο προχώρησε. 
Η θέση του
Μπερ­λίν­γκου­ερ όχι μόνο χαρα­κτη­ρί­ζε­ται από αφέ­λεια και θεω­ρη­τι­κή ένδεια αλλά και
συνι­στά μια απο­φα­σι­στι­κή μετά­βα­ση από τη στρα­τη­γι­κή των Λαϊ­κών Μετώ­πων (η οποία, αν και εξι­δα­νί­κευε την αστι­κή δημο­κρα­τία, παρέ­με­νε κάπως σε μια λογική
αντα­γω­νι­στι­κή μετα­ξύ των δυο κοι­νω­νι­κών μπλοκ) προς το «εθνι­κό μέτω­πο» και
την «εθνι­κή ενό­τη­τα» με την αστι­κή τάξη
. Λίγο αργό­τε­ρα, θα
συμπρά­ξει στη δημιουρ­γία του «συνταγ­μα­τι­κού τόξου των έξι κομ­μά­των» (1977) και
θα στη­ρί­ξει τις αστι­κές κυβερ­νή­σεις του Αντρε­ό­τι επι­φέ­ρο­ντας τραγικά
απο­τε­λέ­σμα­τα στην ιτα­λι­κή Αρι­στε­ρά και στο ιτα­λι­κό εργα­τι­κό κίνη­μα, ιδί­ως κατά
την περί­ο­δο της επί­θε­σης του κεφα­λαί­ου κατά των εργα­ζο­μέ­νων στην ΦΙΑΤ
(1980)
. Θα στη­ρί­ξει τη λιτό­τη­τα ως «αξία του εργα­τι­κού κινή­μα­τος» και
την ανά­δυ­ση μιας σιδε­ρέ­νιας κρα­τι­κής κατα­στο­λής στο όνο­μα της αντι­με­τώ­πι­σης των
«Ταξιαρχιών»-ιδίως μετά τη δολο­φο­νία του Μόρο. Θα στη­ρί­ξει, ακό­μη, και τη θέση
της Ιτα­λί­ας στο ΝΑΤΟ ως ανά­χω­μα απέ­να­ντι στην πιθα­νή επι­θε­τι­κό­τη­τα του «Υπαρ­κτού
Σοσια­λι­σμού». Φτά­νο­ντας στα όρια της εκλο­γι­κής του επιρ­ρο­ής (35 % το 1973, ), το
ΙΚΚ μετα­το­πί­ζε­ται καθα­ρά προς μια κομ­μου­νι­στι­κής ανα­φο­ράς σοσιαλ­δη­μο­κρα­τία, η
οποία μετά από δεκα­πέ­ντε χρό­νια θα προ­σαρ­μό­σει τη φυσιο­γνω­μία της στα πραγματικά
προ­γραμ­μα­τι­κά της χαρακτηριστικά.
Σήμε­ρα στην Ελλάδα
θα πρέ­πει να οδη­γη­θού­με σε μα ριζι­κά άλλη ανά­γνω­ση της Χιλής από εκεί­νη του
Ε.Μπερλίνγκουερ λίγους μήνες μετά το πρα­ξι­κό­πη­μα. Το πρώ­το συμπέ­ρα­σμα είναι αυτό
της ανα­γκαί­ας φθο­ράς, απο­δό­μη­σης και τελι­κά ανα­τρο­πής του καπι­τα­λι­στι­κού κράτους
και των μηχα­νι­σμών του σε οποιο­δή­πο­τε πεί­ρα­μα σοσια­λι­στι­κής μετά­βα­σης και της
ανα­γκαί­ας εξέ­λι­ξης του πολέ­μου θέσε­ων σε έναν πόλε­μο ελιγ­μών και σε μια περίοδο
απο­φα­σι­στι­κών ανα­με­τρή­σε­ων, που θα αμφι­σβη­τεί και θα δια­λύ­ει την νομι­μό­τη­τα και
τα δομι­κά όρια των μηχα­νι­σμών του αντι­πά­λου και μόνο έτσι θα απο­τρέ­ψει έναν
εμφύ­λιο πόλε­μο από την πλευ­ρά του «εχθρού». Το δεύ­τε­ρο συμπέ­ρα­σμα είναι
αυτό της οργά­νω­σης του λαϊ­κού παρά­γο­ντα χωρίς όρια και της έντα­σης της
δυα­δι­κο­ποί­η­σης της εξου­σί­ας, όσο ο αντί­πα­λος προ­ε­τοι­μά­ζει τις δικές του
κινή­σεις. Το τρί­το είναι αυτό της ανα­μο­νής κάθε δυνα­τής και πιθα­νής αντίδρασης ,
περι­λαμ­βα­νό­με­νης και της βίαι­ης εκτρο­πής, από τον καπι­τα­λι­στι­κό και
ιμπε­ρια­λι­στι­κό παρά­γο­ντα και την θωρά­κι­ση και προ­ε­τοι­μα­σία απέ­να­ντι σε αυτήν-
στην περί­πτω­ση της Ελλά­δας αυτό συμπε­ρι­λαμ­βά­νει και έναν τερά­στιο οικονομικό
πόλε­μο από την πλευ­ρά της Ε.Ε. και της ευρω­ζώ­νης
, που θα συνο­δέ­ψει μια
ειλι­κρι­νή και συνε­πή αντι­μνη­μο­νια­κή πολι­τι­κή. Το τέταρ­το και τελευταίο
συμπέ­ρα­σμα είναι αυτό που συν­δέ­ει τον Γκράμ­σι με τον Λένιν αλλά και με αυτήν
ακό­μη την παρά­δο­ση των αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κών επα­να­στά­σε­ων και σύμ­φω­να με το οποίο
κάθε επα­νά­στα­ση που φτά­νει στη μέση και στα­μα­τά είναι υπο­χρε­ω­μέ­νη να ζήσει την
εξό­ντω­ση και το σβή­σι­μο από την ιστο­ρία. Το γεγο­νός ότι σήμε­ρα μιλά­με για την
11η Σεπτέμ­βρη και σκε­φτό­μα­στε βασι­κά τους «δίδυ­μους πύρ­γους» και όχι
τη Χιλή απο­δει­κνύ­ει του λόγου το αληθές.
*Το παρόν κεί­με­νο απο­τε­λεί την
εισή­γη­ση του Δ. Μπε­λα­ντή στην εκδή­λω­ση που διορ­γά­νω­σε η
Iskra και το
Rproject για τα 40 χρόνια
μετά το πρα­ξι­κό­πη­μα του Πινο­σέτ στη Χιλή.

Βλ. σε
Ρ.Ντεμπρέ «Ο δρό­μος της Χιλής», «Χιλή , η ταξι­κή ανα­μέ­τρη­ση», Αθή­να 1975,
εκδό­σεις Βέργος.

Βλ. σε
Α.Νταβανέλου «Χιλή 1970-1973:Κυβέρνηση της Αρι­στε­ράς, κρά­τος και εξουσία»,
Rproject, 10-9-2013.

Βλ. και
σε Π.Άντερσον «Οι αντι­νο­μί­ες του Αντό­νιο Γκράμ­σι», Αθή­να 1979, Μαρξιστική
Συσπείρωση.

Βλ. σε
Ερ..Μαντέλ «Κρι­τι­κή του Ευρω­κομ­μου­νι­σμού», Αθή­να 1981, Νέα Σύνορα.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted