Ζητήματα κριτικής & αυτοκριτικής… - Φαιακία

Ζητήματα κριτικής & αυτοκριτικής…

...περιέ­χει το άρθρο του Ρού­ντι Ρινάλ­ντι, που μας κοι­νο­ποι­ή­θη­κε από τον φίλ­τα­το Στέ­φα­νο Πάντο και που προ­τεί­νου­με προς ανάγνωση…

Ναι, ήμα­σταν εκεί…
Του Ρού­ντι Ρινάλντι

Ορι­σμέ­να απο­λο­γι­στι­κά ζητήματα

Σε προη­γού­με­νο σημεί­ω­μα με τίτλο Σύμ­φω­νο συμ­βί­ω­σης με το σύστη­μα – Η
Αρι­στε­ρά ως πρό­βλη­μα
 είχα­με υπο­σχε­θεί μια συνέ­χεια, στην
οποία θα ανα­φε­ρό­μα­στε στη δική μας ιδιαί­τε­ρη συλ­λο­γι­κό­τη­τα μέσα στο πλαί­σιο των
όσων εξε­λί­χθη­καν την κρί­σι­μη για τον τόπο 5ετία και πιο ειδι­κά μέσα στο
εγχεί­ρη­μα του ΣΥΡΙΖΑ.

Για­τί με τον ΣΥΡΙΖΑ κι όχι έξω από αυτόν

Κάθε επι­λο­γή πρέ­πει να κρί­νε­ται με βάση τη συγκυ­ρία και τους όρους που έγινε
και όχι μονά­χα από το απο­τέ­λε­σμά της. Οι επι­λο­γές δεν γίνο­νται με βάση ποια θα
είναι η τελι­κή έκβα­ση, διό­τι κάτι τέτοιο θα μπο­ρού­σε να οδη­γή­σει στην εξής
λαν­θα­σμέ­νη επα­γω­γή: Αφού ο ΣΥΡΙΖΑ σήμε­ρα έχει κατα­λή­ξει ένα μεταλλαγμένο
μνη­μο­νια­κό κεντρο­α­ρι­στε­ρό κόμ­μα, ολό­κλη­ρη η πορεία του είναι λαθε­μέ­νη, άρα η
όποια συμ­με­το­χή σε αυτόν ήταν εξ ορι­σμού μεγά­λο πολι­τι­κό λάθος.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ως εγχεί­ρη­μα πρέ­πει να κρι­θεί από το τι έδω­σε και πώς συμπεριφέρθηκε
στην περί­ο­δο πριν από τα μνη­μό­νια (2004-2010) αλλά και να εξε­τα­στεί η στά­ση και
ο ρόλος του στη μνη­μο­νια­κή περί­ο­δο. Στην περί­ο­δο 2004-2010 η δρά­ση του αφορά
την πορεία και συσπεί­ρω­ση δυνά­με­ων της Αρι­στε­ράς η οποία δοκι­μά­στη­κε από
κρί­σεις, εντά­σεις, μέχρι και δια­κο­πές στη λει­τουρ­γία του. Η εμβέ­λειά του παρ’
ότι μικρή αρχι­κά, ως προς το κοι­νω­νι­κό της εύρος, κατόρ­θω­σε εντού­τοις να θέσει
σε κίνη­ση δυνά­μεις που ήταν παρο­πλι­σμέ­νες όλο το προη­γού­με­νο διάστημα.
Η δεύ­τε­ρη περί­ο­δος, ανα­γκα­στι­κά, πρέ­πει να χωρι­στεί σε 3 ιδιαί­τε­ρες φάσεις: α)
2010-2012, όπου ο λόγος του και η επα­νεκ­κί­νη­ση του ΣΥΡΙΖΑ (θυμί­ζου­με ότι με την
κρί­ση κορυ­φής Αλα­βά­νου-Τσί­πρα είχε πάψει να λει­τουρ­γεί) συνα­ντιέ­ται με ένα
μεγά­λο ριζο­σπα­στι­κό ρεύ­μα το οποίο βρί­σκει στον ΣΥΡΙΖΑ πολι­τι­κή έκφραση,
ιδιαί­τε­ρα μετά τις πλα­τεί­ες, και έτσι στις εκλο­γές του Μαΐ­ου και του Ιουνίου
του 2012, το σχή­μα εκτι­νάσ­σε­ται στο 27% και καθί­στα­ται αξιωματική
αντι­πο­λί­τευ­ση. β) Το 2012-2014 είναι διά­στη­μα στα­θε­ρο­ποί­η­σης στη θέση αυτή αλλά
και προ­ε­τοι­μα­σί­ας να ανα­λά­βει τη δια­κυ­βέρ­νη­ση. Πρω­ταρ­χι­κός ρόλος του ήταν ο
κατευ­να­σμός του λαϊ­κού κινή­μα­τος της προη­γού­με­νης περιό­δου, η προ­σαρ­μο­γή και η
ποδη­γέ­τη­σή του στις προ­τε­ραιό­τη­τες της κοι­νο­βου­λευ­τι­κής πάλης, η αντιμετώπιση
της πίε­σης που δέχο­νταν από τα διά­φο­ρα κέντρα, αλλά και το στή­σι­μο γεφυ­ρών και
επι­κοι­νω­νιών μαζί τους ώστε να διευ­κο­λυν­θεί ο στό­χος της δια­κυ­βέρ­νη­σης. γ) Η
περί­ο­δος της δια­κυ­βέρ­νη­σης (ολό­κλη­ρο το 2015), η πορεία της «δια­πραγ­μά­τευ­σης»
και η κατά­λη­ξή της.
Ο ΣΥΡΙΖΑ εξαρ­χής ήταν ένα ενδια­φέ­ρον και αντι­φα­τι­κό εγχεί­ρη­μα, καθώς οι
δυνά­μεις που τον συνα­πο­τε­λού­σαν δεν λει­τούρ­γη­σαν ως δορυ­φό­ροι του ΣΥΝ (παρ’ όλο
που αντι­με­τώ­πι­ζαν τον ηγε­μο­νι­σμό του πολ­λα­πλά) αλλά ήθε­λαν να δημιουρ­γή­σουν ένα
μόρ­φω­μα ζωντα­νό, που να αντι­πα­λεύ­ει ουσια­στι­κά τον νεο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό. Η δυναμική
που παρου­σί­α­σε ήταν απόρ­ροια αλλα­γών που εξε­λί­χθη­καν στο εσω­τε­ρι­κό του αλλά και
δια­δι­κα­σιών που κατο­χυ­ρώ­θη­καν με αγώ­να (συν­δια­σκέ­ψεις) και οδή­γη­σαν στην
υπέρ­βα­ση του σχή­μα­τος: «ΣΥΡΙΖΑ σαμπρέ­λα εκλο­γι­κής διά­σω­σης του ΣΥΝ».
Στη δεύ­τε­ρη περί­ο­δο κατορ­θώ­νει να ανα­δει­χθεί σε ελπί­δα για το λαό, σε ένα κόμμα
που ενδέ­χε­ται να βάλει φρέ­νο στην κατη­φό­ρα των μνη­μο­νί­ων. Βαθ­μιαία καθί­στα­ται η
βασι­κή πολι­τι­κή δύνα­μη του τόπου η οποία υπό­σχε­ται μια δια­φο­ρε­τι­κή πορεία,
συνα­ντώ­ντας, παράλ­λη­λα, την εχθρό­τη­τα από τις δυνά­μεις του συστήματος
(του­λά­χι­στον στα λόγια).
Η κλί­μα­κα αυτής της δεύ­τε­ρης περιό­δου ανα­δει­κνύ­ει δυνα­τό­τη­τες, αλλά και
τερά­στιες ελλεί­ψεις στον αν μπο­ρού­σε να προ­ω­θή­σει μια τέτοια αλλα­γή. Ωστό­σο, η
δυνα­μι­κή της κατά­στα­σης δεν επέ­τρε­πε να απο­φύ­γει την ευθύ­νη της διακυβέρνησης.
Αντι­κει­με­νι­κά, πάντως, η κλί­μα­κα έθε­τε προ­βλή­μα­τα προς επί­λυ­ση και καθήκοντα
για προ­ώ­θη­ση που ο ΣΥΡΙΖΑ δύσκο­λα θα μπο­ρού­σε να αντα­πο­κρι­θεί. Η προετοιμασία
της περιό­δου 2012-2014 ήταν αστεία υπό­θε­ση (μια καρι­κα­τού­ρα για να στη­θεί η συμβιβαστική
πρό­τα­ση «δια­πραγ­μά­τευ­ση χωρίς σύγκρου­ση» που μας σερ­βι­ρί­στη­κε αμέ­σως μετά τις
ευρω­ε­κλο­γές του 2014), για να ολο­κλη­ρω­θεί με τη φού­σκα του προγράμματος
Θεσ­σα­λο­νί­κης (παρο­χο­λο­γία με λεφτά που δεν θα υπήρ­χαν) που όμως έκα­νε τη
δου­λειά του, δίνο­ντας άνε­μο νίκης στον ΣΥΡΙΖΑ.
Μα ακό­μα και όταν έγι­νε κυβέρ­νη­ση, ορι­σμέ­νες συμ­βο­λι­κές κινή­σεις (κατά­θε­ση
στε­φα­νιού στην Και­σα­ρια­νή, ομι­λία στη Βου­λή όπου απορ­ρί­πτο­νταν οι όροι των
δανει­στών, το επει­σό­διο Βαρου­φά­κη- Νταϊ­σελ­μπλουμ, η από­συρ­ση των κάγκε­λων από
το Σύνταγ­μα) εκτί­να­ξαν την δημο­τι­κό­τη­τα της κυβέρ­νη­σης. Απο­κο­ρύ­φω­μα ήταν το
δημο­ψή­φι­σμα που έγι­νε όταν η κυβέρ­νη­ση είχε ήδη δρο­μο­λο­γή­σει την παρά­δο­ση (από
20 Φλε­βά­ρη και ύστε­ρα) και απέ­δει­ξε ότι η δεξα­με­νή του λαού και η παρου­σία του
ήταν ιδιαί­τε­ρα ισχυ­ρή, ανε­ξάρ­τη­τα του τι έκα­νε την επό­με­νη μέρα ο Τσίπρας.
Πήρα­με, λοι­πόν, μέρος σε ένα εγχεί­ρη­μα, που ενώ ήταν εξαρ­χής αντι­φα­τι­κό και
πολ­λά από αυτά που τελι­κά συνέ­βη­σαν μπο­ρού­σαν να έχουν εκτι­μη­θεί και
δια­πι­στω­θεί από και­ρό, διό­τι αφο­ρού­σε μια μεγά­λη υπό­θε­ση, τη διέ­ξο­δο της χώρας
από τα μνη­μό­νια, συνα­ντιό­ταν με ευρύ­τα­τα στρώ­μα­τα που επέν­δυαν τις ελπί­δες τους
σε αυτήν την προ­σπά­θεια. Γνω­ρί­ζα­με ότι η παρ­τί­δα ήταν ρευ­στή, γνω­ρί­ζου­με ότι τα
ερμη­νευ­τι­κά σχή­μα­τα της προ­δο­σί­ας την τελευ­ταία στιγ­μή ή της στρα­το­λό­γη­σης του
επι­τε­λεί­ου από και­ρό, δεν αρκούν για να ερμη­νεύ­σουν τι έγι­νε. Δεν πήρα­με μέρος
σε ένα σοσιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό ενσω­μα­τω­μέ­νο κόμ­μα, σε ένα κόμ­μα που έφε­ρε ευθύ­νες για
πολ­λά από όσα έγι­ναν στο παρελ­θόν, πήρα­με μέρος σε ένα εγχεί­ρη­μα σημαντικό,
αντι­φα­τι­κό σε δύσκο­λες περιό­δους και με ενερ­γό τον λαϊ­κό παράγοντα.
Όσοι σήμε­ρα υπο­στη­ρί­ζουν το απλοϊ­κό «τα λέγα­με εμείς» και φυσι­κά έμει­ναν έξω
από όσα συνέ­βη­σαν την τελευ­ταία 5ετία, φέρουν ευθύ­νη, για­τί γενικά
«τρα­βή­χτη­καν», δεν έκα­ναν πρό­τα­ση συμπό­ρευ­σης, δεν νοιά­στη­καν ούτε καν να
δεσμεύ­σουν τον ΣΥΡΙΖΑ σε 3-4 σημεία ώστε να κινη­θούν μαζί του, είτε μέσα στην
Βου­λή είτε και έξω από αυτήν. Μια πολι­τι­κή ενό­τη­τας και πάλης, δια­χω­ρι­σμού και
στή­ρι­ξης σε ορι­σμέ­νες επι­λο­γές καθώς και μια πίε­ση, πιθα­νόν να δημιουργούσαν
άλλες προ­ϋ­πο­θέ­σεις ή να δυσκό­λευαν χει­ρι­σμούς που έγιναν.

Συνει­σφέ­ρα­με με τη συμ­με­το­χή στον ΣΥΡΙΖΑ;

Η κατά­λη­ξη του ΣΥΡΙΖΑ μπο­ρεί να οδη­γή­σει σε μια γενι­κή απόρ­ρι­ψη και όλου του
εγχει­ρή­μα­τος. Δεν συμ­φω­νού­με με μια τέτοια μηδε­νι­στι­κή στά­ση. Σκε­φτεί­τε τον ΣΥΝ
από μόνο του τι θα μπο­ρού­σε να δημιουρ­γή­σει. Σχε­δόν τίπο­τα πέρα από μια ισχνή
κοι­νο­βου­λευ­τι­κή παρου­σία, που στην καλύ­τε­ρη περί­πτω­ση θα έπαιρ­νε μέρος σε μια
μορ­φή κεντρο­α­ρι­στε­ρών ανοιγ­μά­των στα οποία θα κυριαρ­χού­σαν δυνά­μεις σαν τον
Κου­βέ­λη και άλλους. Η παρου­σία στον ΣΥΡΙΖΑ ζωντα­νών αγω­νι­στι­κών και
ριζο­σπα­στι­κών δυνά­με­ων οργα­νω­μέ­νων και ανέ­ντα­χτων είναι το στοι­χείο που έδωσε
ειδι­κή χροιά στο όλο εγχεί­ρη­μα. Βέβαια, στις κορυ­φές η κατά­στα­ση ήταν
βαλ­τω­μέ­νη, αλλά χάρις σε αυτές τις δυνά­μεις και ορι­σμέ­να σκιρ­τή­μα­τα που μπορεί
να ενέ­πνευ­σε π.χ. ο Αλα­βά­νος ή ακό­μα η επι­λο­γή του Τσί­πρα (από τον Αλα­βά­νο) οι
εσω­τε­ρι­κές δια­δι­κα­σί­ες που όλες γίνο­νταν με κόντρα τον ΣΥΝ, έδει­χναν ότι κάτι
κινείται.
Ο ριζο­σπα­στι­κός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ, οι επι­λο­γές και η στά­ση του για ένα μεγά­λο διάστημα
καθο­ρί­στη­κε από την ύπαρ­ξη τέτοιων δυνά­με­ων. Και τού­τος ήταν ο λόγος που η
καθα­ρό­αι­μη δεξιά πτέ­ρυ­γα του ΣΥΝ δεν ήθε­λε καθό­λου το εγχεί­ρη­μα και το
σαμπό­τα­ρε, ενώ ο ΣΥΝ ολό­κλη­ρος πάντα επε­δί­ω­κε να ελέγ­χει και να ηγε­μο­νεύ­ει το
σχή­μα. Το 2003 στις κινη­το­ποι­ή­σεις της Θεσ­σα­λο­νί­κης οι δυνά­μεις που αποτέλεσαν
τον ΣΥΡΙΖΑ στην συνέ­χεια είχαν μεγά­λη συμ­βο­λή. Το ίδιο και στο Ευρωπαϊκό
Κοι­νω­νι­κό Φόρουμ της Αθή­νας το 2006. Το 2008 με τη δολο­φο­νία του Γρηγορόπουλου
ο ΣΥΡΙΖΑ δοκι­μά­στη­κε και γενι­κά κρά­τη­σε μια στά­ση που η παρα­δο­σια­κή Αριστερά
μέχρι τότε δεν κρα­τού­σε. Στην υπό­θε­ση του άρθρου 16 του Συντάγ­μα­τος για την
ιδιω­τι­κο­ποί­η­ση των ΑΕΙ πάλι ο ΣΥΡΙΖΑ έπαι­ξε ουσια­στι­κό ρόλο.
Στις πλα­τεί­ες ο ΣΥΡΙΖΑ σχε­δόν δεν λει­τουρ­γεί (λόγω της κρί­σης του) αλλά οι
δυνά­μεις που τον συνα­πο­τε­λούν παρεμ­βαί­νουν, έχουν παρου­σία, δεν κρα­τούν εχθρική
στά­ση απέ­να­ντι στο λαϊ­κό μαζι­κό κίνη­μα. Παρ’ όλο που δεν υιο­θε­τεί την
κατεύ­θυν­ση του λαϊ­κού κινή­μα­τος και είναι πιο συγκρα­τη­μέ­νος (τιμω­ρία υπευθύνων,
πολι­τι­κό σύστη­μα, ρόλος Βου­λής κ.λπ.) κρα­τά επα­φές και σχέ­σεις με το κίνημα
αυτό. Αυτό του επι­τρέ­πει, όταν γίνε­ται επα­νεκ­κί­νη­ση της λει­τουρ­γί­ας του να
δια­τυ­πώ­νει ριζο­σπα­στι­κό λόγο με αιχ­μές, ιδιαί­τε­ρα απέ­να­ντι στη Μέρ­κελ και την
τρόικα.
Η ύπαρ­ξη δυνά­με­ων οργα­νω­μέ­νων και ανορ­γά­νω­των που ορί­ζο­νταν πέρα από το χώρο
φιλο­ευ­ρω­παϊ­σμού και του κλασ­σι­κού ρεφορ­μι­σμού καθώς και η συνά­ντη­ση με τον
λαϊ­κό ριζο­σπα­στι­σμό (παρό­τι έγι­νε με ατε­λή τρό­πο) προ­σέ­δω­σαν στον ΣΥΡΙΖΑ διεθνή
ακτι­νο­βο­λία και σχε­δόν ολό­κλη­ρη η προ­ο­δευ­τι­κή ανθρω­πό­τη­τα έστρε­ψε το βλέμ­μα της
στην Ελλά­δα και στο αρι­στε­ρό εγχεί­ρη­μα. (Δεν πιά­στη­καν όλοι αυτοί κορόι­δα, κάτι
παί­ζο­νταν και παί­χτη­κε με επί­κε­ντρο την Ελλάδα).
Η προ­σπά­θειά μας, σε όλο αυτό το διά­στη­μα προ­βάλ­λει εκτι­μή­σεις, από­ψεις και μια
γραμ­μή διε­ξό­δου της χώρας και αυτό δεν έχει παρά να το δια­πι­στώ­σει κανείς
φυλ­λο­με­τρώ­ντας έστω τον Δρό­μο της Αρι­στε­ράς, τους κύριους τίτλους και τα άρθρα
της περιό­δου 2010-2012, της περιό­δου 2012-2014 όπως και στην περί­ο­δο που ο
ΣΥΡΙΖΑ είναι στην κυβέρ­νη­ση. Το 2010-2012 δώσα­με ιδιαί­τε­ρο βάρος στην κατανόηση
ότι έχου­με μπει σε μια νέα καθε­στω­τι­κή φάση, στην ανα­γκαιό­τη­τα του πολιτικού
αγώ­να, στον ριζο­σπα­στι­σμό ως ιδιαί­τε­ρη έκφρα­ση του λαϊ­κού παρά­γο­ντα. Το δίχρονο
2012-2014, μέσα στις δια­δι­κα­σί­ες του ΣΥΡΙΖΑ, αντι­πα­λέ­ψα­με ενερ­γά πολ­λές φωνές
και από­πει­ρες συμ­βι­βα­στι­κές σε όλα τα επί­πε­δα, και αν δεν υπήρ­χε η Γραμματεία
του ΣΥΡΙΖΑ, η δεξιά στρο­φή θα είχε γίνει πραγ­μα­τι­κό­τη­τα από πολύ νωρίς.
Πιο χαρα­κτη­ρι­στι­κά οι ταλα­ντεύ­σεις και φόβοι απέ­να­ντι στην εσω­τε­ρι­κή διαπλοκή
μπο­ρού­σαν να θέσουν σε μεγά­λες περι­πέ­τειες το εγχεί­ρη­μα. Αγω­νι­στή­κα­με ώστε ο
ΣΥΡΙΖΑ να μην απο­κτή­σει χαρα­κτη­ρι­στι­κά ενός κλα­σι­κού αρι­στε­ρού κόμματος.
Προ­βάλ­λα­με την άπο­ψη ότι χρεια­ζό­μα­στε μια μορ­φή «κόμ­μα-κίνη­μα» κι όχι ένα
κόμ­μα, δώσα­με μάχη να περά­σουν πράγ­μα­τα μέσα από το Κατα­στα­τι­κό (που έχει κατακουρελιαστεί)
και είμα­στε μάλ­λον οι μόνοι που κάνα­με προ­τά­σεις για ένα ανοι­κτό και σε
ανά­πτυ­ξη κόμ­μα, όταν όλοι αδια­φο­ρού­σαν γι’ αυτό, ανα­πα­ρά­γο­ντας στην πρά­ξη την
μορ­φή κόμ­μα­τος που είχε ο ΣΥΝ. Ανα­στεί­λα­με τη δημό­σια έκφρα­ση της ΚΟΕ σαν
απά­ντη­ση στο εκβια­στι­κό 3πτυχο (διά­λυ­ση συνι­στω­σών, λει­τουρ­γία ως τάση ή
παρα­τη­ρη­τές) που έθε­σε μέσω του Ραδιο­σταθ­μού Κόκ­κι­νο λίγες
μέρες πριν το ιδρυ­τι­κό Συνέ­δριο ο Τσί­πρας, δεί­χνο­ντας ότι δεν αδια­φο­ρού­σα­με για
την δημιουρ­γία ενός οργα­νι­σμού σύγ­χρο­νου και ενιαίου.
Δώσα­με έμφα­ση στα γεω­πο­λι­τι­κά ζητή­μα­τα, επι­μεί­να­με να μην υπο­βαθ­μί­ζο­νται τα
ζητή­μα­τα της αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κής πάλης κάνα­με παρέμ­βα­ση στο ζήτη­μα του
Κυπρια­κού, κατα­δει­κνύ­ο­ντας ότι ένα μέρος της Ελλη­νι­κής Αρι­στε­ράς δεν στέκεται
τόσο αδιά­φο­ρο σε ένα εθνι­κό ζήτη­μα. Μαζί με άλλες δυνά­μεις θέσα­με το ζήτη­μα της
«προ­ε­τοι­μα­σί­ας», το δού­λε­μα στο ζήτη­μα του «προ­γράμ­μα­τος» (εργα­σί­ες στα
συρ­τά­ρια των υπεύ­θυ­νων και τίπο­τα άλλο) κι όταν ασκή­σα­με κρι­τι­κή στο θέμα αυτό,
κάνο­ντας λόγο και για τυχο­διω­κτι­σμό απει­λη­θή­κα­με με παραί­τη­ση από τη Γραμματεία
με υπα­γο­ρευ­μέ­νο σημεί­ω­μα από κύκλους του προ­έ­δρου στην Εφη­με­ρί­δα των Συντακτών,
που έμελ­λε να γίνει το μεση­με­ρια­νό όργα­νο του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα.
Δια­χω­ρι­στή­κα­με από τη «δια­πραγ­μά­τευ­ση», δεν πανη­γυ­ρί­σα­με την «ιστο­ρι­κή νίκη»,
κρι­τι­κά­ρα­με τον κυβερ­νη­τι­σμό (σε όλα τα κεί­με­να και τις τοπο­θε­τή­σεις μας η
φρά­ση «μια μεγά­λη αλλα­γή δεν εξαρ­τιέ­ται από ένα κόμ­μα, ένα ποσο­στό, έναν ηγέτη»
έχει δεσπό­ζου­σα θέση), κατα­ψη­φί­σα­με στην συμ­φω­νία 20ής Φλεβάρη,
παραι­τη­θή­κα­με από την γραμ­μα­τεία του ΣΥΡΙΖΑ στις 20 Ιου­λί­ου και 17 μέλη από την
κεντρι­κή επι­τρο­πή στις 30 Ιου­λί­ου. Απο­χω­ρή­σα­με από το σχή­μα μετά την ψήφι­ση του
3ου Μνημονίου.

Οι ελλεί­ψεις μας

Δεν ήταν μικρές, ούτε αμε­λη­τέ­ες. Και αυτές βαραί­νουν όταν γίνο­νται απολογισμοί.
Σε όλες τις φάσεις του ΣΥΡΙΖΑ δεν είχα­με ποτέ τον πρώ­το λόγο σε ό,τι γίνονταν
και επο­μέ­νως σχε­τι­κο­ποιεί­ται το θέμα για­τί οι συσχε­τι­σμοί ήταν τέτοιοι που δεν
μπο­ρού­σες να δοκι­μά­σεις σε μεγά­λο ποσο­στό ιδέ­ες, προ­τά­σεις, εκτι­μή­σεις κ.λπ.
Για πολ­λούς λόγους δεν υπήρ­χε ισο­τι­μία ανά­με­σα σε όσους συνα­πάρ­τι­ζαν το
εγχεί­ρη­μα και πολ­λές φορές έπρε­πε να στρογ­γυ­λευ­τούν θέσεις και από­ψεις για να
υπάρ­ξει συνύ­παρ­ξη και τρό­πος λει­τουρ­γί­ας. Απο­λο­γι­στι­κά, μάλ­λον για όλους όσοι
δεν προ­έρ­χο­νταν από τον ΣΥΝ, ίσως δεν παλεύ­τη­κε όπως θα έπρε­πε το θέμα αυτό.
Στην πρώ­τη περί­ο­δο του ΣΥΡΙΖΑ μέσα από επει­σό­δια, συγκέ­ντρω­ση δύνα­μης και
πρω­το­βου­λί­ες μπο­ρού­σες να κάνεις αισθη­τή την παρου­σία σου, του­λά­χι­στον σε
επί­πε­δο κινη­το­ποί­η­σης ή εσω­τε­ρι­κών δια­δι­κα­σιών. Στην δεύ­τε­ρη περί­ο­δο, όταν ο
ΣΥΡΙΖΑ άλλα­ξε κλί­μα­κα και σαλ­πά­ρι­σε για την δια­κυ­βέρ­νη­ση, έγι­ναν φανε­ρές μια
σει­ρά ελλεί­ψεις και αδυ­να­μί­ες. Δεν είμα­στε σε θέση να αντι­με­τω­πί­σου­με πιο
σύν­θε­τα προ­βλή­μα­τα, δεν είχα­με θέσεις και από­ψεις για μια πολι­τι­κή που πρέπει
να εφαρ­μο­στεί, οι κλί­μα­κες των καθη­κό­ντων μάς ξεπερ­νού­σαν. Δεν έφτα­νε η
καταγ­γε­λία. Αυτή είναι μια πρώ­τη κομ­βι­κή έλλει­ψη της προ­σπά­θειάς μας. Έπρεπε
«εν πτή­σει» να απο­κτή­σου­με μια σύν­θε­τη αρι­στε­ρή οπτι­κή για θέμα­τα που μας
υπε­ρέ­βαι­ναν και μάλι­στα με δια­δι­κα­σί­ες επεί­γο­ντος. Κάτι που δεν έγι­νε και μας
κόστι­σε σε όλη την πορεία.
Η δεύ­τε­ρη -σημα­ντι­κή και σχε­τι­ζό­με­νη με την πρώ­τη- ήταν πως η γραμ­μή της
«πολι­τι­κής οικο­νο­μι­κής και κοι­νω­νι­κής διε­ξό­δου» απαι­τού­σε «γεμί­σμα­τα» και
στη­ρίγ­μα­τα, ειδι­κές επε­ξερ­γα­σί­ες κ.λπ. για να προ­βλη­θεί και να παλευ­τεί και
αυτό το έργο δεν προ­ω­θού­νταν για­τί λει­τουρ­γού­σαν διά­φο­ροι περι­σπα­σμοί, μας
απορ­ρο­φού­σαν μικρο­ε­πει­σό­δια της πολι­τι­κής λει­τουρ­γί­ας και ζωής του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι
μένα­με στην εκφώ­νη­ση μιας φρά­σης, ενός συν­θή­μα­τος – κλι­σέ, χωρίς να το
στη­ρί­ζου­με, να το επι­χει­ρη­μα­το­λο­γού­με, να το επεξεργαζόμαστε.
Η τρί­τη έλλει­ψη αφο­ρά στην προ­σαρ­μο­γή στην ευκο­λία, μιας λει­τουρ­γί­ας και
δια­δι­κα­σί­ας που δεν ήταν ιδιαί­τε­ρα απαι­τη­τι­κές και την επί­δρα­ση που είχαν πάνω
μας τα αρνη­τι­κά και τα χού­για του ΣΥΝ.
Η τέταρ­τη έλλει­ψη σχε­τί­ζε­ται με την τρί­τη, αλλά σε πολι­τι­κό και ιδεολογικό
επί­πε­δο: συνυ­πήρ­χε η εκτί­μη­ση για την προ­σαρ­μο­γή του ΣΥΡΙΖΑ στο συστημικό
πλαί­σιο μαζί με την αυτα­πά­τη ότι κάτι παλεύ­ε­ται, κάτι μπο­ρεί να προ­κύ­ψει έστω
την τελευ­ταία στιγ­μή. Δεν έγι­ναν κτή­μα μας οι θέσεις για την ανι­κα­νό­τη­τα του
κυβερ­νη­τι­σμού να δώσει λύσεις σε μεγά­λα ζητή­μα­τα ούτε κατα­νο­ή­θη­κε σε βάθος ο
κεντρο­α­ρι­στε­ρός άξο­νας εφαρ­μο­γής της μνη­μο­νια­κής πολιτικής.
Η πέμ­πτη έλλει­ψη είναι απόρ­ροια των προη­γού­με­νων. Δεν κατορ­θώ­σα­με να
ξεχω­ρί­σου­με ως ένας πόλος εντός του ΣΥΡΙΖΑ που παλεύ­ει μια δια­κρι­τή άπο­ψη. Όσα
κάνα­με σε αυτήν την κατεύ­θυν­ση ήταν ελά­χι­στα, σκόρ­πια, μη κατα­νοη­τά από όλη την
οργά­νω­ση που βρέ­θη­κε σε πρω­τό­γνω­ρες συν­θή­κες μέσα στον ενιαίο ΣΥΡΙΖΑ.
Η έκτη έλλει­ψη είναι ότι δεν δώσα­με το βάρος που έπρε­πε και σε όλες τις φάσεις
γύρω από το θέμα της δημο­κρα­τί­ας μέσα στο κόμ­μα. Σαν να υπήρ­ξε απο­δο­χή των
ορί­ων και των κανό­νων που θα λει­τουρ­γού­σε το μόρ­φω­μα αυτό. Η εσω­τε­ρι­κή ζωή του
ενιαί­ου πλέ­ον ΣΥΡΙΖΑ ήταν εξαρ­χής ανώ­μα­λη και υπο­νο­μευ­μέ­νη πολλαπλά.
Η έβδο­μη έλλει­ψη αφο­ρά τη μικρή έως αναι­μι­κή παρου­σία, ως φωνής εντός και εκτός
Βου­λής διά μέσου των βου­λευ­τών μας. Και αυτο­κρι­τι­κά πρέ­πει να πού­με πως δεν
ήταν μόνο θέμα εμπειρίας.
Ας το γενι­κεύ­σου­με λίγο. Οι εσω­τε­ρι­κοί συσχε­τι­σμοί στον ΣΥΡΙΖΑ και με δεδομένη
την προ­σαρ­μο­γή του ριζο­σπα­στι­σμού και την υπο­χώ­ρη­ση του λαϊ­κού μαζικού
κινή­μα­τος, δεν μπο­ρού­σαν να ανα­σχέ­σουν την πορεία που χάρα­ζαν κέντρα και
παρά­κε­ντρα μέσα και έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ για αυτό που είδα­με τελι­κά. Όλες οι
ελλεί­ψεις πρέ­πει να παίρ­νουν κι αυτό σαν δεδο­μέ­νο, απλά η ζημιά δεν θα ήταν
τόση και σε τόσο βάθος εάν έγκαι­ρα και με πρω­το­βου­λί­ες είχε επι­ση­μαν­θεί η
πορεία πλεύσης…

Για­τί φύγα­με από τον ΣΥΡΙΖΑ; 

Από την πρώ­τη στιγ­μή που απο­χω­ρή­σα­με από τον ΣΥΡΙΖΑ το σημείο που τονίζουμε
είναι η αυτο­κρι­τι­κή μας στά­ση. Για όσα δεν κάνα­με ενώ μπο­ρού­σα­με, για όσα
έπρε­πε να κάνου­με και για διά­φο­ρους λόγους δεν κάνα­με και κυρί­ως για­τί ανοίξαμε
με τον ένα ή τον άλλο τρό­πο το δρό­μο σε αυτό που γίνε­ται. Είτε επειδή
χρη­σι­μο­ποι­η­θή­κα­με (αγα­θά… κορόι­δα) είτε επει­δή το θέλαμε.
Ο καθέ­νας είναι ό,τι παλεύ­ει και στη βάση αυτή κρί­νε­ται. Συμπο­ρευ­τή­κα­με με
άλλες δυνά­μεις, μπή­κα­με στον ΣΥΡΙΖΑ, αγω­νι­στή­κα­με όπως μπο­ρού­σα­με για­τί θέλαμε
η χώρα να βγει από τα αδιέ­ξο­δα, να μπει τέρ­μα στην πολι­τι­κή των μνη­μο­νί­ων. Όταν
ο ΣΥΡΙΖΑ άρχι­ζε να εφαρ­μό­ζει τα μνη­μό­νια, να τα ψηφί­ζει και να τα προ­ω­θεί μέσα
σ’ ένα ασύ­στο­λο ψέμα, ήταν ζήτη­μα χρό­νου, η απο­χώ­ρη­σή μας. Δεν είμαστε
μνη­μο­νια­κοί, δεν μας ενδια­φέ­ρουν τα πόστα και οι καριέ­ρες (είναι θλι­βε­ρός ο
ρόλος πολ­λών μέσα στη Βου­λή…). Είναι άλλα αυτά που επι­θυ­μού­με και αγωνιζόμαστε.
Η απο­χώ­ρη­σή μας δεν γίνε­ται, όμως, απλώς σε μια «αντι­μνη­μο­νια­κή» βάση. Γίνεται
συνο­λι­κά σε μια βάση ανα­στο­χα­σμού σχε­τι­κά με την φυσιο­γνω­μία, τα
χαρα­κτη­ρι­στι­κά, τη συμπε­ρι­φο­ρά και τις ευθύ­νες που έχει η Ελλη­νι­κή Αριστερά.
Δεν απορ­ρί­πτου­με την Αρι­στε­ρά της μετάλ­λα­ξης και ενσω­μά­τω­σης για να πέσουμε
στην αγκα­λιά της Αρι­στε­ράς της καταγ­γε­λί­ας, των στε­ρε­ο­τύ­πων, της άρνη­σης των
κινη­μά­των, της αδυ­να­μί­ας να δια­βα­στεί σε βάθος το ελλη­νι­κό πρό­βλη­μα. Επομένως,
με πλή­ρη επί­γνω­ση κάνου­με έναν διπλό δια­χω­ρι­σμό από την Αρι­στε­ρά της
ενσω­μά­τω­σης και από την Αρι­στε­ρά της ουσια­στι­κής ακινησίας-καταγγελίας.

 Τι ίχνος αφή­νει η συμ­με­το­χή στον ΣΥΡΙΖΑ για το μετά

Ο διπλός δια­χω­ρι­σμός για τον οποίο κάνου­με λόγο δεν μας οδη­γεί σε απόρ­ρι­ψη του
πρό­σφα­του παρελ­θό­ντος μας. Αντί­θε­τα, η συμ­με­το­χή μας στο εγχεί­ρη­μα αυτό, μας
έβγα­λε από την περιο­χή των «εγχει­ρη­μά­των πρω­το­πο­ρί­ας», «μονα­δι­κό­τη­τας»,
«απο­κλει­στι­κό­τη­τας», «αυτο­α­να­φο­ρι­κό­τη­τας». Μας οδη­γεί στην περιο­χή και την
ανά­γκη μιας σύγ­χρο­νης σύν­θε­της αρι­στε­ρής οπτι­κής που δεν υπάρ­χει σε έτοιμη
μορ­φή, που πρέ­πει να την ανα­κα­λύ­ψου­με, να την εφεύ­ρου­με, να μην φοβη­θού­με να
την ανα­ζη­τή­σου­με ακό­μα και μπου­σου­λώ­ντας. Ο διπλός δια­χω­ρι­σμός μας οδη­γεί σε
μια συλ­λο­γι­κό­τη­τα ή σε εγχει­ρή­μα­τα ανα­ζή­τη­σης δρό­μων και ανα­μέ­τρη­σης με καίρια
ζητή­μα­τα και προ­βλή­μα­τα της επο­χής μας. Αυτήν την «συνεί­δη­ση» δεν θα την είχαμε
αν δεν είχα­με πάρει μέρος στο αντι­φα­τι­κό (αλλά με τρα­γι­κή κατά­λη­ξη) ταξί­δι του
ΣΥΡΙΖΑ. Ο ύστε­ρος ΣΥΡΙΖΑ θα έχει την τύχη του ΠΑΣΟΚ (που έχει ήδη γίνει δεύτερη
φύση του) και θα συνα­ντή­σει δίκαια την οργή του κόσμου.
Έτσι κι αλλιώς η Ιστο­ρία θα δώσει, θα φέρει στην επι­φά­νεια ενδιαφέροντα
εγχει­ρή­μα­τα και ιστο­ρι­κά κινή­μα­τα. Η ματιά προς αυτά θα κατευ­θυν­θεί χωρίς
βια­σύ­νη -με αίσθη­ση του κατε­πεί­γο­ντος για την διέ­ξο­δο της χώρας- και χωρίς να
έχου­με στο μυα­λό μας τη μορ­φή κόμ­μα με απα­ραί­τη­τη την κοι­νο­βου­λευ­τι­κή παρουσία.
Άλλω­στε, το ζητού­με­νο πανευ­ρω­παϊ­κά και ελλα­δι­κά είναι μια δημοκρατική
επα­νά­στα­ση. Τίπο­τα λιγό­τε­ρο, τίπο­τα περισσότερο.

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted