Δεκαπενταύγουτος στην Ελλάδα του 2013 - Φαιακία

Δεκαπενταύγουτος στην Ελλάδα του 2013

Κεί­με­νο ελά­χι­στα …τεχνο­κρα­τι­κό, ελά­χι­στα ανα­πτυ­ξια­κό με το μειο­νέ­κτη­μα της κατά­θε­σης ψυχής και της διά­χυ­σης ανθρω­πιάς… Παρά το σοβα­ρά αυτά μειο­νε­κτή­μα­τα η ΦΑΙΑΚΙΑ σας κατα­θέ­τει το κεί­με­νο της Λιά­νας Βρα­χλώ­τη και σας προ­τεί­νει την ανά­γνω­σή του… Αντι­λη­πτό, ότι δεν το προ­τεί­νου­με σε “προ­ο­δευ­τι­κούς” και ” τολ­μη­ρούς” δια­νο­ού­με­νους, που υπε­ρα­σπί­ζο­νται τον τύπο της νομι­μό­τη­τας στο όνο­μα τη ανα­πτυ­ξια­κής προ­σπά­θειας των μνη­μο­νια­κών Ελλή­νων και φιλελλήνων… 
Εχου­με ξανα­γρά­ψει για το θέμα στην ΦΑΙΑΚΙΑ, γι’ αυτό το συγκυ­ρια­κά αλλά και δια­χρο­νι­κά επί­και­ρο ζήτημα…
Δεκα­πε­νταύ­γου­τος στην
Ελλά­δα του 2013
  

Φέρ­νουν στη μάνα το μαντάτο.
– Ο γιός σου κυρία μου, είναι νεκρός
– Νεκρός; Μα είναι μόλις 18 χρο­νών. Λάθος κάνε­τε. Εμέ­να ο
γιός μου είναι νέος και γερός. Και δεν έχει μηχα­νή αν και θέλει. Οι νέοι
σκο­τώ­νο­νται με τις μηχα­νές. Αλλά ο γιός μου μηχα­νή δεν έχει. Όταν είχα­με λεφτά,
έπαιρ­νε το λεω­φο­ρείο. Τώρα, μόνο με τα πόδια. Με τα πόδια δεν κινδυνεύεις.
Εκτός κι αν… Μήπως έπε­σε πάνω του κανέ­να αυτο­κί­νη­το;  Καμιά μηχα­νή από
αυτές που 
θα θελε να είχε, αλλά δεν έχει;
– Όχι κυρία μου. Ο γιός σου μπή­κε στο τρόλει.
-Δόξα το Θεό! Είδα­τε που σας το είπα; Λάθος κάνε­τε. Στο
τρό­λει δεν κινδυνεύει!
-Κι όμως κυρία μου! Στο τρό­λει που μπή­κε, δεν είχε
ειση­τή­ριο. Και τον έπια­σε ο ελεγ­κτής. Και ήθε­λε να του κόψει πρό­στι­μο. 40 ευρό
το πρό­στι­μο κυρία μου. Για­τί έχει παρα­γί­νει το κακό τελευ­ταία με τους
τζα­μπα­τζή­δες. Το ταμείο πάει 
να γίνει μεί­ον. Οι έλεγ­χοι πρέ­πει να εντα­θούν. Για­τί το
ταμείο πρέ­πει να έχει λεφτά. Για να μπο­ρεί να πλη­ρώ­νει τους εργαζόμενους.
Οδη­γούς, εισπρά­κτο­ρες, ελεγκτές.
Ο ελεγ­κτής κυρία μου, εκεί­νη την ώρα έκα­νε τη δου­λειά του.
Και σκε­φτό­ταν τα έσο­δα της εται­ρεί­ας, που μειώ­νο­νται από τους τζα­μπα­τζή­δες. Τη
δική του θέση, που κιν­δυ­νεύ­ει αν μειω­θούν κι άλλο τα έσο­δα της εταιρείας. 
Γινό­ταν και μια φασα­ρία εκεί­νη την ώρα! Να χει τον
τζα­μπα­τζή, ναχει τον καη­μό του για τη δου­λειά του και την εται­ρεία, να χει και
τον κόσμο να του φωνά­ζει πως θα πλη­ρώ­σουν αυτοί το ειση­τή­ριο του νεα­ρού για να
τελειώσει 
το θέμα.
Αν είναι δυνα­τόν κυρία μου, να τελειώ­σει εκεί το θέμα.
Πλη­ρώ­νο­ντας οι επι­βά­τες το 1.40.
Ο ελεγ­κτής, κυρία μου, είναι ένας εργα­ζό­με­νος κι αυτός. Με
μισθό κατά πάσα πιθα­νό­τη­τα κάτω του χιλιά­ρι­κου. Ίσως έχει κι αυτός γιό ή
γυναί­κα άνερ­γους. Ίσως πάλι να μην έχει ούτε γιό, ούτε γυναίκα.
Έχει όμως ευθύνη.
Και φόβο έχει. Για τα έσο­δα της εται­ρεί­ας. Από τα οποία
εξαρ­τά­ται η δική του μισθο­δο­σία. Από την οποία εξαρ­τά­ται ο δικός του γιός και η
γυναί­κα, αν έχει γυναί­κα και γιό.
Γι αυτό κάνει σωτά τη δου­λειά του. Και αυτοί οι περίεργοι
του λένε να του δώσουν 1.40 και να τελειώ­σει εκεί το θέμα. Λες και το θέμα
είναι το 1.40.
Όχι κυρία μου! Το θέμα είναι ο παρα­δειγ­μα­τι­σμός. Για­τί οι
τζα­μπα­τζή­δες πλη­θαί­νουν τελευταία.
Ο ευσυ­νεί­δη­τος υπάλ­λη­λος της εται­ρεί­ας, ζήτη­σε από τον γιό
σου το νόμι­μο πρό­στι­μο των 40 ευρό. Ο γιός σου κάτι έπα­θε όταν το άκου­σε. Μετά,
του είπε για την αστυ­νο­μία. Και ήρθαν στα χέρια. Κι αυτός, ο γιός σου, τότε
τρά­βη­ξε το μοχλό κιν­δύ­νου. Και η πόρ­τα άνοι­ξε. Κι αυτός πήδη­ξε έξω.
Τα μαντά­τα στις άλλες μάνες, ίσως να μην έφτασαν
ακόμα. 
Είναι μακριά. Ίσως τα παι­διά τους να μην είχαν χαρ­τιά, ίσως
εκεί που είναι οι μάνες τους να μην έχει φαξ, ίσως ούτε τηλέφωνο.
Κάπο­τε όμως θα φτά­σουν. Και θα μάθουν κι αυτές, πως τα
παι­διά τους μαχαι­ρώ­θη­καν επει­δή ήταν μαύ­ρα, από κάποιους λευ­κούς που φορούσαν
μαύρα 
ρού­χα. Σε ένα νησί, σε μια χώρα που το παρα­δο­σια­κό άσπρο
αντι­κα­θί­στα­ται στα­δια­κά από το μαύ­ρο. Στο θυμι­κό των ανθρώ­πων, στις καρ­διές και
το μυα­λό μερι­κών, στις οθόνες.
Τέτοια μέρα πριν πολ­λά – πολ­λά χρό­νια, πέθα­νε μια άλλη
πονε­μέ­νη μάνα.
Αυτής τον γιό τον σκό­τω­σαν, για­τί τόλ­μη­σε να τα βάλει με την
αδι­κία της επο­χής του και να ονει­ρευ­τεί έναν κόσμο χωρίς πλού­σιους και φτωχούς,
χωρίς δια­κρί­σεις χρώ­μα­τος και φυλής, χωρίς τελώ­νες και φαρισαίους.
Αυτόν, τον σταύρωσαν.
Άλλες επο­χές, άλλα έθι­μα. Όχι όμως και ήθη.
Μπο­ρεί να καταρ­γή­θη­καν οι σταυροί.
Όμως οι τελώ­νες αντι­κα­τα­στά­θη­καν από ευσυ­νεί­δη­τους ελεγκτές.
Οι φαρι­σαί­οι από υπουρ­γούς που συλλυπούνται.
Οι πει­θή­νιοι σταυ­ρω­τές από νομο­τα­γείς πολίτες.
Οι Χρι­στοί βαστούν μολότωφ.
Και οι μάνες συνε­χί­ζουν να κλαίνε.
14 Αυγού­του 2013
Λιά­να Βρα­χλιώ­τη 
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted