ΠΕΡΙ ΣΥΜΒΟΛΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ - Φαιακία

ΠΕΡΙ ΣΥΜΒΟΛΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Ετσι επι­γρά­φε­ται η “πολι­τι­κή νου­βέ­λα”, που μας έστει­λε η φίλ­τα­τη Τατούμ και την οποία σας παρουσιάζουμε.

ΠΕΡΙ ΣΥΜΒΟΛΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Τίπο­τε δεν έμα­θες. Τα πάντα γύρω άλλα­ξαν και τα πάντα
έμει­ναν ίδια. Κι εσύ περί­με­νες. Απλά περί­με­νες. Γύρω χαλα­σμός. Πόλε­μος. Αλλαγές
απί­στευ­τες. Κι εσύ κλει­σμέ­νος στο καβού­κι σου, στα ίδια επι­χει­ρή­μα­τα, στον ίδιο
τρό­πο σκέ­ψης, στο εγώ θα τα κατα­φέ­ρω. Πέρα­σαν και δε σε άγγι­ξαν. Οι απολύσεις.
Οι δια­θε­σι­μό­τη­τες. Οι μειώ­σεις. Οι περι­κο­πές. Η ανερ­γία. Οι αυτο­κτο­νί­ες. Τα νέα
παι­διά που φεύ­γουν έξω. Οι εγκλω­βι­σμέ­νοι εδώ, στα ασή­κω­τα δάνεια και στη
μιζέ­ρια. Τα λιπο­θυ­μι­κά επει­σό­δια στα σχο­λεία. Ψέμ­μα­τα, είπες,  αστι­κοί μύθοι, τα γρά­φουν στο ίντερ­νετ έτσι,
ποιός δεν έχει να δώσει στο παι­δί του μαρέ­ντα για το σχο­λείο, αλή­θεια, ποιός;
Είσαι καλά; Σε ταρα­κού­νη­σε ο  Δημήτρης
που δού­λευε στην Γκρά­βα. Ξέρεις ότι την τυρό­πι­τα την τρώω κρυ­φά και ντρέπομαι;
Ξέρεις ότι δεν μπο­ρώ να αγο­ρά­σω τυρό­πι­τα σε όλα αυτά τα παι­διά που με κοιτάνε
κάθε μέρα με πει­να­σμέ­να μάτια; Μη λαϊ­κί­ζεις άλλο, του είπες. Εσύ, από την άλλη,
μεί­ω­σες τα παπού­τσια που αγό­ρα­ζες κάθε σεζόν και νοιώ­θεις Γερ­μα­νί­δα στη
δια­χεί­ρι­ση, θα τα κατα­φέ­ρω είπες, παρό­λο που το εισό­δη­μά σου πέφτει κατακόρυφα,
αυτά τα υψη­λά οικο­νο­μι­κά ποτέ δεν τα κατά­λα­βες. Είναι κι άλλοι σαν κι εσένα,
πολ­λοί. Αλλά δεν πάει άλλο, κάτι σίγου­ρα δεν πάει καλά, καλές οι περι­κο­πές, στα
περιτ­τά, στην πολυ­τέ­λεια αλλά στην υγεία, στην παι­δεία, τρό­μα­ξες με τις ουρές
στους για­τρούς για τις μηνιαί­ες συντα­γές και με το κόστος στα φάρ­μα­κα, ξέρεις,
σου είπε η φαρ­μα­κο­ποιός τι είναι να είσαι γέρος, να πρέ­πει να βγά­λεις το μήνα
με τετρα­κό­σια ευρώ και να πρέ­πει κάθε μήνα να έχεις μεγα­λύ­τε­ρη συμ­με­το­χή στα
φάρμακα; 
Και μετά έρχο­νταν οι λογα­ρια­σμοί, νερό, ΔΕΗ και πάει λέγο­ντας. Κι
άρχι­σες να γίνε­σαι προ­σε­κτι­κή. Έβλε­πες το φωτι­σμό αρρύθ­μι­στο στο δρό­μο και
προ­σπα­θού­σες να τηλε­φω­νή­σεις, ελά­τε είναι μέρα μεση­μέ­ρι και οι λάμπες καί­νε, κι
εσέ­να τι σε νοιά­ζει κυρά μου, τι σε νοιά­ζει εσέ­να, τι σε νοιά­ζει εμέ­να, φαύλος
κύκλος… Και ξαφ­νι­κά, όλοι θέλουν αλλα­γή κι ελπί­δα, χαμό­γε­λο κι αισιο­δο­ξία. Κι
εσύ μαζί. Κι όλοι πιστεύ­ουν ότι αυτό συνέ­βη σε ένα βρά­δυ. Επει­δή κάποιος είπε
ένα όχι, επει­δή κάποιος άλλος είπε ότι θα ξανα­δώ­σει αυτά που πήραν. Για­τί, δεν
τα θέλεις αυτά; Τρε­λός είσαι; Και βέβαια τα θέλω. Αλλά­ζουν όμως έτσι όλα σε μια
στιγ­μή; Και τότε έπε­σε το γεφύ­ρι. Κι είδες για πρώ­τη φορά κόσμο πραγ­μα­τι­κά συγκινημένο,
ανθρώ­πους που δεν είχες δει να προ­βλη­μα­τί­ζο­νται ή να το δεί­χνουν για την
ανερ­γία του γεί­το­να ή για το φαί του περα­στι­κού που ζητού­σε ένα ευρώ. Είδαν το
σύμ­βο­λο να πέφτει, να κατα­κρη­μνί­ζε­ται. Έτσι είναι, είμα­στε μια χώρα χτισμένη
πάνω σε μύθους, σύμ­βο­λα, κόκ­κα­λα, ιδέ­ες, σαν να μην μπο­ρού­με να διαχειριστούμε
το καθη­με­ρι­νό, λες αυτό να πλη­ρώ­νου­με; Κι είναι σαν να κατά­λα­βαν για πρώ­τη φορά
τις ελλεί­ψεις, τις ανε­πάρ­κειες και την κορο­ΐ­δία ενός συστή­μα­τος χρό­νων, ενός
συστή­μα­τος ριζω­μέ­νου τόσο βαθιά μέσα μας που θέλει να γκρε­μι­στεί συθέ­με­λα για
ν’ αλλά­ξει και να ταρα­κου­νή­σει και ν’ αλλά­ξει. κι εμάς.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted