Κανένας δεν πόνεσε, ούτε ένα δάκρυ… - Φαιακία

Κανένας δεν πόνεσε, ούτε ένα δάκρυ…

Δ Ι Α Β Α Σ Τ Ε   ΤΟ ! ! !

Ένα εκπλη­κτι­κό κεί­με­νο μας έστει­λε ο φίλ­τα­τος Στέ­φα­νος Πάντος,
από το
facebook (εμείς δεν έχου­με fB). Το κεί­με­νο έχει συγγραφέα
την Εσθήρ Κοέν, Γιαν­νιώ­τισ­σα Εβραία, που εβί­ω­σε την …”εμπει­ρία” του
Αου­σβιτς και έφυ­γε από κοντά μας το 2020… 

Το κεί­με­νο παρου­σί­α­σε στο fB η Αλε­ξάν­δρα Κου­κου­ρά­κη με
δικά της σχό­λια, με τα οποία ταυ­τι­ζό­μα­στε… Η ναζι­στι­κή κτη­νω­δία έχει συγκεκριμένο
σενά­ριο, που το γνω­ρί­ζου­με λίγο-πολύ… Καλό είναι να ανα­γνω­ρί­ζου­με και τις …παραλ­λα­γές
του στην δική μας σύγ­χρο­νη καθημερινότητα…

Παρα­θέ­του­με…  

 

«Κανέ­νας δεν
πόνε­σε, ούτε ένα δάκρυ
.

Τι τους κάναμε;

Δεν τρά­βη­ξε
κανείς γεί­το­νας το κουρ­τι­νά­κι να δει να μας σέρ­νουν στους δρό­μους. Φτωχοί
άνθρω­ποι ήμα­σταν, στη μεγά­λη πλειο­ψη­φία, νοι­κο­κυ­ραί­οι, δεν είχα­με πειράξει
κανέ­ναν, αιώ­νες ολό­κλη­ρους ζού­σα­με στα Γιάννενα.

Δεν μας αγάπησε
κανείς…» 

«Όρμη­σαν στα
σοκά­κια ουρ­λιά­ζο­ντας και πυρο­βο­λώ­ντας, χτυ­πώ­ντας πόρ­τες και σπά­ζο­ντας τζάμια…
Πάρ­τε από έναν μπό­γο και σε μια ώρα να είστε όλοι στην πλατεία. 

Τι να
πρω­το­κά­νου­με σε μια ώρα;

Ήμα­σταν εφτά
αδέρ­φια και οι γονείς μου. 

Η νύφη μου ήταν
έγκυος στον όγδοο μήνα, ήταν μία τρέλα». 

Έντε­κα μέρες
ταξί­δι χωρίς φαγη­τό, νερό, στα παγω­μέ­να βαγό­νια και τα τρέ­να του θανάτου
φτά­νουν στο Άου­σβιτς στα­μα­τώ­ντας στη ράμπα του κοντι­νού Μπίρ­κε­να­ου, ενώ το
χιό­νι πέφτει πυκνό. 

Είναι η στιγμή
που βλέ­πει για τελευ­ταία φορά την οικο­γέ­νειά της. 

«Μεί­να­με άφωνες,
δεν έβγαι­νε φωνή, είχε κολ­λή­σει η γλώσ­σα, δεν ήξε­ρες τι να πεις. Μας βάλανε
στην γραμ­μή και εκεί μας έκα­ναν το τατουάζ στο χέρι. Να εδώ είναι το
νούμερο:77102. Το είχα μάθει και γερ­μα­νι­κά και το φώνα­ζα σε κάθε προ­σκλη­τή­ριο. Δεν
ήμουν πλέ­ον ένας άνθρω­πος, ήμουν ένα νού­με­ρο. Δεν είχα όνο­μα, δεν με είχε
γεν­νή­σει μάνα, δεν είχα οικο­γέ­νεια πλέον. 

Τελεί­ω­σε.

Από εκεί μας
πήγαν να μας κόψουν τα μαλλιά. 

Εκεί ήταν πολλές
Θεσ­σα­λο­νι­κιές όμη­ροι, που είχαν πάει γρη­γο­ρό­τε­ρα. Κομ­μώ­τριες, δήλωσαν.

Σε
παρα­κα­λώ,  είπα σε μια κοπέ­λα που με
κού­ρευε, που μπο­ρεί να πήγαν τους γονείς μου;

Θέλεις τόσο
γρή­γο­ρα να μάθεις; μου είπε.

Ναι θέλω, σε
παρα­κα­λώ, της απά­ντη­σα και μου δεί­χνει απέναντι. 

Βλέ­πεις αυτή τη
φλόγα;

Βλέ­πω.

Εκεί καί­νε την
μάνα σου και την οικο­γέ­νειά σου. 

Λιπο­θύ­μη­σα. Με συνέ­φε­ραν, κακήν κακώς με τρά­βη­ξαν και
ξημέ­ρω­σα σ ένα μπλοκ που ήτα­νε σαν το κοτέ­τσι. Και το πρωί σηκω­νό­μα­σταν η ώρα
τέσ­σε­ρις και κάνα­με  προ­σκλη­τή­ριο και
κατα­μέ­τρη­ση στην βροχή.

Φώνα­ζαν τα
νούμερα. 

Έβρε­χε, χιόνιζε,
εσύ ήσουν “Απελ”, όλα τα μπλοκ.

Μας έβα­ναν στην
δουλειά. 

Τι κάνα­με;
Σπά­ζα­με πέτρες, τις φορ­τώ­να­με σ ένα βαγο­νά­κι. Γεμά­το το βαγο­νά­κι και εμείς
κάνα­με την μηχανή» . 

Η Εσθήρ θα καταφέρει
να επι­ζή­σει μέχρι την απε­λευ­θέ­ρω­ση του Αου­σβιτς. Αυτή και η αδερ­φή της από την
εφτα­με­λή οικο­γέ­νεια. Δύο σκε­λε­τω­μέ­νες νεα­ρές κοπέ­λες, χωρίς γονείς πνιγ­μέ­νες σ’
ένα φοβε­ρό εφιάλ­τη, καλού­νται να ανέ­βουν έναν νέο Γολ­γο­θά, ελπί­ζο­ντας στην περιουσία
που είχαν αφή­σει φεύγοντας. 

Φτά­νο­ντας στα
Γιάν­νε­να θα πάει κατευ­θεί­αν στο σπί­τι τους στην οδό Γεν­να­δί­ου 1.

«Όταν έκα­να να
μπω μέσα εμφα­νί­στη­κε στο πρώ­το σκα­λο­πά­τι ένας άγνω­στος και μου είπε: που πας; 

Στο σπί­τι μου,
του απάντησα.

Μου λέει, μην προχωρείς,
θα σου πω κάτι.

Λέω: ορί­στε.

Ξέρεις αν η μαμά
σου είχε φούρ­νο στην κουζίνα;

Όλο χαρά εγώ,
απά­ντη­σα: βέβαια, ψήνα­με το ψωμί, δεν ξέρω το σπί­τι μου;

Ε, αφού δεν σ’
έκα­ψαν οι Γερ­μα­νοί θα σε κάψω εγώ αν τολ­μή­σεις μπεις μέσα, μου είπε.

Τι ήταν αυτό; Έλληνας,
να με κάψει; Αυτός εμέ­να; Θεέ μου…».

Καθώς έπρε­πε να
ζήσει, η Εσθήρ, άρχι­σε να ψάχνει για τα περιου­σια­κά στοι­χεία των γονέ­ων της. 

Όπως λέει το
κρα­σο­πω­λείο του πατέ­ρα της το είχε οικειο­ποι­η­θεί μια χρι­στια­νή συγ­γε­νής της

«που εμφά­νι­σε δήθεν πωλη­τή­ριο της μητέ­ρας μου η οποία όμως είχε καεί στα
κρε­μα­τό­ρια»
,
όταν πήγε στην τρά­πε­ζα να ανα­ζη­τή­σει τις κατα­θέ­σεις, της είπαν ότι
τις πήραν οι Γερ­μα­νοί και ανα­ζη­τώ­ντας τις δυο singer μηχα­νές για να ράβει και
να βγά­ζει ένα μερο­κά­μα­το έμα­θε ότι είχαν κατα­λή­ξει στα «χέρια» της μητρόπολης.

«Πήγα στον
μητρο­πο­λί­τη και εκεί­νος με παρέ­πεμ­ψε στη νομαρ­χία. Εκεί μου είπαν πως δεν
ξέρουν τι απέ­γι­ναν οι μηχα­νές και πως για να τις βρουν έπρε­πε να τους δώσουν
τους αριθ­μούς τους. Που να ξέρω εγώ αριθμούς; 

Σήκω­σα το μανίκι
και τους έδει­ξα τον αριθ­μό του Αουσβιτς.

Αυτόν μόνο
θυμά­μαι τους είπα και έφυγα…» 

Εσθήρ Κοέν

1924-2020,  Ν. 77102

Υ.Γ. Στρα­τό­πε­δα
συγκέ­ντρω­σης έχου­με και σήμε­ρα για ανθρώ­πους που με κίν­δυ­νο να πνι­γούν άφησαν
πίσω πολέ­μους, διώ­ξεις, πεί­να διεκ­δι­κώ­ντας μια καλύ­τε­ρη ζωή και φυλα­κί­ζο­νται σε
άθλιες συν­θή­κες για­τί “δεν χωρά­με” σε μια Ευρώ­πη αδιανόητα
αραιο­κα­τοι­κη­μέ­νη, όπου έχουν σωρευ­τεί τα κλεμ­μέ­να όλων των ηπείρων . 

Βέβαια, δεν έχουμε
φούρ­νους, μόνο νάρ­κες, τεί­χη, πους μπακς και βυθί­σεις πλοιαρίων.

 

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted