ΣΑΝ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ 3ο μέρος (τελευταίο ) - Φαιακία

ΣΑΝ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ 3ο μέρος (τελευταίο )

Με το κεί­με­νο αυτό ο φίλ­τα­τος Δημή­τρης Λεβέ­ντης ολο­κλη­ρώ­νει την
ιστο­ρι­κή και καλ­λι­τε­χνι­κή του ανα­φο­ρά στην πρώ­τη συναυ­λία του Μίκη στην Κέρκυρα…
Σημα­ντι­κό­τα­τη δου­λειά για όσους έχου­με ανά­γκη να θυμη­θού­με και ακό­μη σπουδαιότερη
για όσους έχουν ανά­γκη να μάθουν… Ιδιαί­τε­ρα στην επο­χή μας, που μας γεμί­ζουν απολύτως
συνει­δη­τά και σκό­πι­μα με …αμφί­βο­λη ιστορία…

Είμα­στε ξεχω­ρι­στά ικα­νο­ποι­η­μέ­νοι, που φιλοξενήσαμε
αυτή την τριά­δα κει­μέ­νων στην ΦΑΙΑΚΙΑ…

 

Τελειώ­νω σήμε­ρα την διή­γη­σή μου από την πρώ­τη συναυλία
στην Κέρ­κυ­ρα του Μίκη Θεο­δω­ρά­κη που μας άφη­σε εδώ κι ένα χρόνο.

Μετά τις πρώ­τες ερμη­νεί­ες του Γρη­γό­ρη από την Γειτονιά
των Αγγέ­λων του Καμπα­νέλ­λη (το Στρώ­σε το στρώ­μα σου για δυό, το Δόξα
τω θεώ
) ***** και από την Πολι­τεία Β’ του Βάρ­να­λη (Οι μοι­ραί­οι, η Μπαλλάντα
του Αντρί­κου) μπή­κε η Μπιρ­μπί­λη με το “Άνοι­ξε λίγο το παρά­θυ­ρο” που
κυριο­λε­χτι­κά με ανατρίχιασε:

Άνοι­ξε λίγο το παράθυρο

Κι άσ’ το φυρό για το Χριστό

Έμπα και κάτσε κι ύστερα

Θα σου το πω το μυστικό

Από τους μπά­σταρ­δους τους ξένους

Κρύ­ψε, καλή μου, το χάλι σου

Εμείς λιο­ντά­ρι και λυκόρνιο

Και ρόδο στο κεφά­λι σου

και ρόδα στο κεφά­λι σου ….

Μετά ακο­λού­θη­σε από την ίδια, το ‘Γελα­στό παι­δί’,
που ήταν αφιε­ρω­μέ­νο στον πρό­σφα­τα δολο­φο­νη­μέ­νο Λαμπρά­κη αλλά ΟΧΙ γραμ­μέ­νο για
τον αγω­νι­στή της παγκό­σμιας ειρή­νης. Ανή­κει όπως το πρώ­το στον κύκλο του
θεα­τρι­κού έργου του “Μπέρ­τραντ Μπή­αν ” Ένας Όμηρος”

Απλά, το πνεύ­μα του ταί­ρια­ζε με τις περι­στά­σεις… Ο
στί­χος “σκο­τώ­σαν οι δικοί μας το γελα­στό παι­δί” δια­σκευά­στη­κε
σε “σκο­τώ­σαν οι φασί­στες (οι εχθροί μας ) το γελα­στό παι­δί“. Ανα­φε­ρό­ταν
στον θάνα­το του 31χρονου Μάικλ Κόλ­λινς προ­έ­δρου της Προ­σω­ρι­νής ρεπουμπλικανικής
κυβέρ­νη­σης της Ιρλαν­δί­ας και πρώ­ην στρα­τιω­τι­κό διοι­κη­τή της ένο­πλης πτέρυγας
του IRA σε ενέ­δρα στις 22 Αυγού­στου του 1922. από την φρά­ξια “The
‘Irregulars’. Η ομά­δα αυτή είχε απο­σχι­στεί από τον IRA, με ηγέ­τη τον Ντε Βαλέρα,
επει­δή θεω­ρού­σε προ­δο­τι­κή την συν­θή­κη ειρή­νης με την Αγγλία με την παρά­δο­ση του
‘Ωλστερ και ξεκί­νη­σε εμφύ­λιο πόλεμο. 

Υπέ­ρο­χη φωνή, καθά­ρια, με μεγά­λη έκτα­ση και
ομοιο­μορ­φία, ευαί­σθη­τη αλλά και ρωμαλέα.

Την δια­δέ­χτη­κε στο σανί­δι η debutante Μαρία Φαραντούρη
που τρα­γού­δη­σε Το Ροδό­στα­μο του Γκά­τσου και την Ροδιά του
Κοκ­κι­νό­που­λου από το “Αρχι­πέ­λα­γος“. Ηταν μία τελείως
δια­φο­ρε­τι­κή δια­σκευή από κεί­νη την αισθα­ντι­κή κι ευαί­σθη­τη της Μαί­ρης Λίντα συζύγου
του Μανώ­λη Χιώ­τη. Αυτού, που με το μπου­ζού­κι του είχε απο­γειώ­σει τον Επι­τά­φιο.
Τού­τη η κοπέ­λα διέ­θε­τε μια απέ­ριτ­τη λιτό­τη­τα κι ένα ήρε­μο πάθος στην παράξενη
και μυστη­ρια­κή φωνή της, που φαι­νό­ταν να έχει απύθ­με­νο βάθος. Ηταν προορισμένη
να γίνει το κιο­νό­κρα­νο που επι­στέ­φει την κολό­να του παγκό­σμιου έργου του Μίκη .

Ο “Σέρ” έκλει­σε με το υπέ­ρο­χο Βρέ­χει στην
φτω­χο­γει­το­νιά
από το φίλμ του Αλέ­κου Αλε­ξαν­δρά­κη “Συνοι­κία τ’ όνειρο”.
*

Ηταν το μονα­δι­κό έργο που σκη­νο­θέ­τη­σε ο ίδιος και οι
περι­κο­πές και στα­δια­κές απα­γο­ρεύ­σεις της λογο­κρι­σί­ας τον διέ­λυ­σαν οικο­νο­μι­κά * https://www.youtube.com/watch?v=picxtTLqEAM

Εγι­νε διάλ­λει­μα κι ακο­λού­θη­σε το δεύ­τε­ρο μέρος με τον
Μπι­θι­κώ­τση να ερμη­νεύ­ει Επι­φά­νεια του Σεφέ­ρη ( Άρνη­ση, Μέσα στις
θαλασ­σι­νές σπηλιές).


Η τρί­τη στρο­φή του ποι­ή­μα­τος έμελ­λε να γίνει το
αγα­πη­μέ­νο φινά­λε του συν­θέ­τη σε όλες τις συναυ­λί­ες του στην διάρ­κεια της 
δικτα­το­ρί­ας.

Mε τι καρ­διά, με τι πνοή,

τι πόθους και τι πάθος,

πήρα­με τη ζωή μας λάθος! **

κι αλλά­ξα­με ζωή.

Μετά το διάλ­λει­μα παρου­σιά­στη­καν τα 6 από τα 8
τρα­γού­δια από το θεα­τρι­κό έργο: Το τρα­γού­δι του νεκρού αδελ­φού ******. Ο
Απρί­λης, το Όνει­ρο και το Ενα Δει­λι­νό από τον Μπιθικώτση.
Τον δια­δέ­χτη­κε η Μπιρ­μπί­λη με το θεϊ­κό Νανού­ρι­σμα (κοι­μή­σου αγγελούδι
μου), το μόνο σε στί­χους του Κ. Βίρ­βου. Με τελεί­ως σπα­ρα­χτι­κή ερμη­νεία στην Προ­δο­μέ­νη
Αγά­πη
χάρα­ξε ανε­ξί­τη­λο στην μνή­μη το χρώ­μα της κραυ­γής του τέλους:

Φύγε­ε­εε Παύ­λο­ο­ο­οο !!!!!

Στην παρά­στα­ση του θιά­σου του Μάνου Κατρά­κη το
ερμή­νευε η πλη­θω­ρι­κή κι αέρι­νη Βέρα Ζαβι­τσιά­νου απο­κλει­στι­κή θεα­τράν­θρω­πος, που
αρνή­θη­κε να φθα­ρεί από το σινε­μά και την τηλε­ό­ρα­ση πλην δύο μικρών εξαι­ρέ­σε­ων. https://www.youtube.com/watch?v=PHasXL9gXro

Και οι τρείς εκτε­λε­στές έκλει­σαν τον δεύ­τε­ρο μέρος με
το στο­χα­στι­κό, ήπιο Ενω­θεί­τε.

Υπήρ­χε όμως και τρί­το μέρος στην μεγα­λειώ­δη παράσταση
που δεν ανα­φε­ρό­ταν στο τυπω­μέ­νο πρό­γραμ­μα όπου η Φαρα­ντού­ρη ερμή­νευ­σε τα
τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα του Καμπα­νέλ­λη από το Μαουτ­χά­ου­ζεν που δου­λευό­ταν ακόμα
κι είχε βασι­στεί απο­κλει­στι­κά στην δικιά της φωνή (Άσμα ασμά­των, Ο
Αντώ­νης
», Ο δρα­πέ­της και Όταν τελειώ­σει ο πόλε­μος που κλείνει
με τον απα­ρά­μιλ­λο στίχο

Έρω­τα μεσ’ στο μεση­μέ­ρι σ’ όλα τα
μέρη του θανά­του ώσπου ν’ αφα­νι­στεί η σκιά του
.

Ο δίσκος κυκλο­φό­ρη­σε την επό­με­νη χρο­νιά κι αργό­τε­ρα σε
όλο τον κόσμο, η Τζό­αν Μπα­έζ ερμή­νευ­σε σε άψο­γα ελλη­νι­κά https://www.youtube.com/watch?v=QQ7qxZnZL9E.

Αν όμως δεν με γελά η μνή­μη μου, ο Μπιθικώτσης
εκτέ­λε­σε ενδιά­με­σα δύο- τρία τρα­γού­δια από την Ρωμιο­σύ­νη το πιο δύσκολο
κι απαι­τη­τι­κό έργο του Μίκη που κυκλο­φό­ρη­σε σε δίσκο μετά από δύο χρό­νια. Όποια
ή όποιος θυμά­ται ας με διορ­θώ­σει αλλά θυμά­μαι καθα­ρά τις γρο­θιές που σηκώθηκαν
την στιγ­μή που τραγουδούσε:

Όταν σφίγ­γουν το χέρι ο ήλιος

είναι βέβαιος για τον κόσμο

όταν χαμο­γε­λά­νε,

ένα μικρό χελι­δό­νι φεύ­γει μέσ’ απ’ τα άγρια γένια τους

Ο θρύ­λος λέει ότι ο Μ.Θ. έγρα­ψε την σύν­θε­ση μέσα σ΄ ένα
από­γευ­μα την μέρα των Θεο­φα­νί­ων του ’66, όταν γύρι­σε χτυ­πη­μέ­νος από την
αστυ­νο­μία από την τελε­τή του Πει­ραιά που εξε­λί­χθη­κε σε έντο­νη δια­δή­λω­ση κατά
της κυβέρ­νη­σης των ανα­κτό­ρων. Βρή­κε σκόρ­πια τα χαρ­τιά των χει­ρό­γρα­φων του
Ρίτσου κοντά στο πιά­νο του και δημιούρ­γη­σε όπως ήταν φορτισμένος.

Αλλά ο ίδιος παρα­δέ­χτη­κε ότι η προ­σαρ­μο­γή του Σέρ σε
ελεύ­θε­ρο μακρύ στί­χο και άλλη τελεί­ως μου­σι­κή κρά­τη­σε μήνες ώστε να παραχθεί
αυτό το αρι­στούρ­γη­μα… Πράγ­μα, που δεί­χνει ότι δου­λευό­ταν από τα πριν.

Το κοι­νό όρθιο μπι­ζά­ρι­σε επα­νει­λημ­μέ­να τους
συντελεστές. 

Όταν βγή­κα­με, ο κόσμος έξω παρέ­με­νε πολύς διψασμένος
ν΄αφουγκραστεί τον από­η­χο του θριάμ­βου, μιας και περί­με­ναν να βρουν το μαγικό
χαρ­τά­κι για την συναυ­λία της Κυριακής.

Κάποια παρέα που όδευε για το Μαντού­κι ξεκί­νη­σε το
πολύ αγα­πη­μέ­νο στους κερ­κυ­ραί­ους Στρώ­σε το στρώ­μα σου για δυο κάτω απ΄το
παρα­θύ­ρι μιας κοπέ­λας… Οι γκρι­ζό­μαυ­ρες στο­λές τους κύκλω­σαν και τους σταμάτησαν
απει­λώ­ντας με προ­σα­γω­γές “δια δια­τά­ρα­ξιν της κοι­νής ησυ­χί­ας και της
κοι­νω­νι­κής ειρήνης”. 

Σκε­φτό­με­νος ώρι­μα μετά από και­ρό κατέ­λη­ξα πώς αυτός ο
κόσμος ξεση­κω­νό­ταν και για την λύτρω­ση των απέ­να­ντι γκρι­ζό­μαυ­ρων στο­λών από το
μπο­λια­σμέ­νο μίσος… Κάποια μέρα όταν αντι­κα­τα­στα­θούν από εθελοντικές
πολι­το­φυ­λα­κές κι ενσω­μα­τω­θούν στον λαό θα κατα­λά­βουν πόσο άγρια τους πάτησαν
και τους εκμε­ταλ­λεύ­τη­καν εκεί­νοι που φρουρούσαν … 

Την Δευ­τέ­ρα τους γνώ­ρι­σα σχε­δόν όλους από κοντά εκτός
από την λαϊ­κή φίρ­μα που ήταν σιω­πη­λή κι απρό­σι­τη. Φού­μα­ρε αστα­μά­τη­τα αλλά δεν
πήρε καμ­μιά απου­σία από το Αχίλ­λειο που ανέ­βαι­νε και τις υπό­λοι­πες δυο μέρες.

 Από την μετα­πο­λί­τευ­ση και δω, ένα μέρος της
δημιουρ­γί­ας του Μ.Θ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε από την μαύ­ρη αντί­δρα­ση σαν επί­στρω­ση στον
“προ­ο­δευ­τι­κό ” της μαν­δύα, του Καρα­μαν­λή που “άλλα­ξε” στην
Γαλ­λία και όλης της μοναρ­χο­φα­σι­στι­κής σαπί­λας των “γεφυ­ρο­ποιών ” που
η δικτα­το­ρία ξέπλυ­νε ως άλλη κολυ­μπή­θρα του Σιλωάμ.


Θυμά­μαι την τσα­ντί­λα που είχα πάρει όταν τα μεγάφωνα
στην πρώ­τη μεγά­λη μετα­πο­λι­τευ­τι­κή συγκέ­ντρω­ση του Καρα­μαν­λή στη Θεσσαλονίκη
μετέ­δι­δαν στη δια­πα­σών την
Ροδιά με την φωνή της Μαί­ρης Λίντα. Το
εισέ­πρα­ξα σαν καπη­λεία, σαν κλοπή…

Αυτοί που τα έσπα­γαν στα μπου­ζού­κια ξέγνοια­στοι, εκείνοι
που ζητω­κραύ­γα­ζαν: Θέλου­με ησυ­χία! Κάτω η οχλο­κρα­τία… Οταν άλλοι πέθαι­ναν στις
εξο­ρί­ες και στην ταρά­τσα της Μπουμπουλίνας

τώρα επευ­φη­μού­σαν τον  ‘σωτή­ρα’ Καρα­μαν­λά­ρα που πρό­λα­βε ένα επόμενο
Πολυ­τε­χνείο που ξένοι και δικοί έτρεμαν …

Ητα­νε μονα­δι­κή και αξε­πέ­ρα­στη η τέχνη του; Και ήταν
και είναι.

Πρω­τό­γνω­ρα συμ­φω­νι­κή και λαïκή… 

Συνή­θως με κομ­μα­τι­κές γιορ­τές, επε­τεί­ους και
κυβερ­νη­τι­κές παρά­τες, με προ­κάτ γλε­ντο­κο­πή­μα­τα νυχτε­ρι­νών και μη καταστημάτων
–και με το εκά­στο­τε «χαλί» στη δικαιο­λο­γη­μέ­να αταί­ρια­στη εθνι­κή «ταυ­τό­τη­τα».

Κάτι παρό­μοιο παί­χτη­κε εδώ και μερι­κές μέρες στην
Πλα­τεία στα πλαί­σια του φεστι­βάλ με την επι­λο­γή κάποιου ανώ­δυ­νου ρεπερτορίου
από την Φαρα­ντού­ρη που πολύ θα θελα να έβλε­πα την αντί­δρα­ση των νοη­μό­νων Αρχών
του τόπου αν ξεστό­μι­ζε τους στί­χους του Παναγούλη:

Εμπρός σηκω­θεί­τε να βγού­με στους δρόμους 

γυναί­κες και άντρες με όπλα στους ώμους

https://www.youtube.com/watch?v=Z-1IyDg1DKI

 

ή ακό­μα το ποιός δεν μιλά­ει για την Λαμπρή του
Μπήαν

https://www.youtube.com/watch?v=GHzZTIgTF6o

 

Σκο­τώ­σαν τους ηγέ­τες μας

χωρίς απο­λο­γιά τους,

γυναί­κες μας, μικρά παιδιά

στα γόνα­τα μπρο­στά τους.

Τους τάφους άνοι­γαν κρυφά

και θάβαν τους νεκρούς,

δεν πιά­σαν ούτε σκότωσαν

αντάρ­τες μας πιστούς.

Φαντα­σθεί­τε τα μού­τρα τους… Που θάψα­χναν μεριά για να
κρυ­φτούν άραγε ???

Εξαι­ρώ­ντας τελεί­ως τον πολι­τι­κό Μίκη στο ερώ­τη­μα αν
ήτα­νε μονα­δι­κή και αξε­πέ­ρα­στη η τέχνη του;

Η απά­ντη­ση είναι: Και
ήταν και είναι
.

Πρω­τό­γνω­ρα συμ­φω­νι­κή και λαïκή…

Μου­σι­κή βέβαια που θα συνε­χί­σει να τρα­γου­διέ­ται επίσημα
ώστε να ανή­κει ως υπη­ρε­σια­κή, υπο­ταγ­μέ­νη και κατ’ εξαί­ρε­σην στον «λαό» της! Εσωτερικευμένη
κι επιλεχτική .

Φτά­νει να απου­σιά­ζει, να χάθη­κε κάπου στον δρό­μο το
υψη­λό της τόλ­μη­μα: Η αντι­κα­θε­στω­τι­κή Ελευθερία.

Σύμπαν “αρι­στε­ρό “δηλα­δή –αρμο­νι­κά δεξιό–
και εθνο­κρα­τι­κά καθα­για­σμέ­νο όπου χωρά­με όλοι.

Όλα να πηγαί­νουν ρολόι.

Να το κουρ­δί­ζουν οι περιώ­νυ­μοι κωλο­παι­δα­ρά­δες –ουκ
ολί­γοι– θαυ­μα­στές σου.

Και βέβαια στη­μέ­νοι στη πρώ­τη γραμ­μή στην κηδεία σου.

Τον Μίκη τον συνά­ντη­σα του­λά­χι­στον άλλες εφτά φορές
τις περισ­σό­τε­ρες σε πολι­τι­κό επί­πε­δο με τελευ­ταία εκεί­νη του Σεπτέμ­βρη του ’82
όταν πιά είχα κλεί­σει την πόρ­τα της πορεί­ας μου μέσα από τις γραμ­μές του
κουκουέ.

Σε αυτές τις συζη­τή­σεις θα ανα­φερ­θώ πιθα­νόν μια άλλη
φορά.

Πάντως σε σχέ­ση με τις διά­φο­ρες αση­μα­ντό­τη­τες που
κάθι­σαν στο προ­ε­δρία της χώρας ο παγκό­σμια ανα­γνω­ρι­σμέ­νος από τις βουνοκορφές
της Χιλής μέχρι το Κόβεντ Γκάρ­ντεν Θεο­δω­ρά­κης με το εκτό­πι­σμά του θα έκα­νε καλό
σε αυτή τη ρημά­δα την χώρα…. 

Αρκε­τά σας κού­ρα­σα φίλες και φίλοι 

Σ.Σ :

*Το σενά­ριο της ται­νί­ας υπέ­γρα­ψαν ο Τάσος Λειβαδίτης
και ο Κώστας Κοτζιάς, ενώ πρω­τα­γω­νί­στη­σαν οι Αλέ­κος Αλε­ξαν­δρά­κης, Μάνος
Κατρά­κης, Σαπ­φώ Νοτα­ρά, Βάσος Ανδρο­νί­δης, Θανά­σης Μυλω­νάς, Αλί­κη Γεωργούλη,
Γιώρ­γος Τζώρ­τζης, Αλέ­κα Παί­ζη κ.α.

Ο Αλε­ξαν­δρά­κης ανα­λαμ­βά­νει να δεί­ξει μια Αθή­να πολύ
μακριά από την «επί­ση­μη», ωραιο­ποι­η­μέ­νη και «του­ρι­στι­κή» εικό­να της επιλέγοντας
την παρα­γκού­πο­λη του Ασύρ­μα­του στα Άνω Πετρά­λω­να ένα πρώ­ην ντα­μά­ρι που
εγκα­τα­στά­θη­καν 800 οικο­γέ­νειες προ­σφύ­γων. Οπου κυλούν μικρές ιστορίες
συν­δε­δε­μέ­νες με τις ανά­γκες της καθη­με­ρι­νής επι­βί­ω­σης για τους προδομένους
ανθρώ­πους της λαϊ­κής γει­το­νιάς, με τα μικρά ασή­μα­ντα όνει­ρα και τα απλοϊκά
ορά­μα­τα για ένα καλύ­τε­ρο μέλ­λον, για ένα μικρό κομ­μά­τι ευτυχίας.

Επει­δή δεν έχουν δου­λειά, εξω­θού­νται στην
μικρο­α­πα­τε­ω­νιά, που, όμως, τυλί­γε­ται στην ανθρω­πιά τους και στην εγγε­νή τους
ευγέ­νεια. Ο Α.Α την έντυ­σε με φωτι­σμούς, γωνί­ες λήψης κι εξω­τε­ρι­κά γυρίσματα
στην γραμ­μή του ιτα­λι­κού νεορεαλισμού.

Εξα­γρί­ω­σε τους λογο­κρι­τές που την είδαν ως
κομ­μου­νι­στι­κή προ­πα­γάν­δα, ενώ θεω­ρού­σαν και απα­ρά­δε­κτο να αφή­νε­ται να βγαίνει
προς τα έξω μια αλη­θι­νή, ωμή, ρεα­λι­στι­κή και πικρή εικό­να της Ελλά­δας, αλλά
πέρα για πέρα υπαρκτή.

Απα­γο­ρεύ­τη­κε αυστη­ρά η προ­βο­λή της ται­νί­ας στην
επαρ­χία, ιδιαί­τε­ρα στις εθνι­κά ευαί­σθη­τες περιο­χές, ενώ στην Αθή­να η προβολή
της συνο­δεύ­τη­κε από επει­σό­δια, καθώς η αστυ­νο­μία απο­πει­ρά­θη­κε να εμπο­δί­σει την
είσο­δο του κοι­νού στις κινη­μα­το­γρα­φι­κές αίθουσες.

Η ται­νία απέ­τυ­χε εισπρα­κτι­κά που­λώ­ντας μόνο, λίγο
παρα­πά­νω από 2000 εισι­τή­ρια. Ο κόσμος φοβό­ταν να πάει να την δει, καθώς η
αστυ­νο­μία κατέ­γρα­φε τα ονό­μα­τα των θεα­τών ή τους οδη­γού­σε στο τμή­μα για
εξα­κρί­βω­ση στοιχείων.

Παρό­λα αυτά, στο Φεστι­βάλ Θεσ­σα­λο­νί­κης το 1961, η
«Συνοι­κία το όνει­ρο» απέ­σπα­σε το βρα­βείο φωτο­γρα­φί­ας, για την θαυ­μά­σια δουλειά
του Δήμου Σακελ­λα­ρί­ου, καθώς και το βρα­βείο ερμη­νεί­ας δεύ­τε­ρου αντρι­κού ρόλου,
για την ερμη­νεία του Μάνου Κατρά­κη. Παρά την από­φα­ση του υφυ­πουρ­γού της
Προ­ε­δρί­ας να μην επι­τρα­πεί η προ­βο­λή της ται­νί­ας στο εξω­τε­ρι­κό, προβλήθηκε
τελι­κά στην Βενε­τία, αν και εκτός του πλαι­σί­ου του κινη­μα­το­γρα­φι­κού φεστιβάλ
της πόλης

.**.Στον τρί­το στί­χο, πριν την λέξη «λάθος» υπάρ­χει μια
άνω τελεία. 

Κατά την ανά­γνω­ση του ποι­ή­μα­τος εκεί στην άνω τελεία
κάνου­με μια τόσο δα μικρή παύση. 

Η παρά­λει­ψη της άνω τελεί­ας, αλλά­ζει εντε­λώς το νόημα
του ποιήματος.

Με την μελο­ποί­η­ση όμως, η παύ­ση που επι­βά­λει αυτή η
άνω τελεία καταρ­γή­θη­κε για τις ανά­γκες του ρυθ­μού και της μελωδίας’

**Το «Τρα­γού­δι του νεκρού αδελ­φού» ανέ­βη­κε για πρώτη
φορά τον Οκτώ­βριο του 1962 στο Θέα­τρο Καλου­τά από το Ελλη­νι­κό Λαϊ­κό Θέα­τρο του
Μάνου Κατράκη.

Τα κεί­με­να ήταν εξ ολο­κλή­ρου του Μίκη Θεο­δω­ρά­κη, η
σκη­νο­θε­σία του Πέλου Κατσέ­λη, τα σκη­νι­κά του Νίκου Νικο­λά­ου και οι χορογραφίες
της Ζου­ζούς Νικο­λού­δη (η οποία ερμή­νευε και το ρόλο της μάνας).

Πρω­τα­γω­νι­στές ήταν ο Κατρά­κης, η Βέρα Ζαβι­τσιά­νου, η
Δέσποι­να Μπε­μπε­δέ­λη, ο Νίκος Ξαν­θό­που­λος, η Μπέτ­τυ Αρβα­νί­τη, η Μαρία
Κων­στα­ντά­ρου και ο Θόδω­ρος Έξαρ­χος. Ανα­φε­ρό­ταν στην τρα­γω­δία του εμφυ­λί­ου τότε
που ο λαός μας σήκω­σε τα όπλα σε τρί­το κατα­κτη­τή μέσα σε τέσ­σε­ρα χρό­νια ο
χαρα­κτή­ρας του Παύ­λου είναι πραγ­μα­τι­κός κι ανα­φε­ρό­ταν στον αξιω­μα­τι­κό του
Ναυ­τι­κού Παύ­λο Παπα­μερ­κου­ρί­ου που σακα­τα­μέ­νος απ΄τα βασα­νι­στή­ρια ζήτη­σε να
δεθεί σε σανί­δες για  να στα­θεί όρθιος κι
άδε­τα τα μάτια στο εκτε­λε­στι­κό απόσπασμα.

 

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted