ΤΟ ΛΑΖΑΡΕΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ - Φαιακία

ΤΟ ΛΑΖΑΡΕΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

Καθυ­στε­ρή­σα­με συνει­δη­τά να σας παρουσιάσουμε
το εξαι­ρε­τι­κό κεί­με­νο της φίλης Ελέ­νης Στρα­τού­λη, που ανα­φέ­ρε­ται στο
Λαζα­ρέ­το… Κι’ αυτό, για­τί πιστεύ­ου­με, ότι μετά από την εβδο­μά­δα των εκδηλώσεων
μνή­μης, που πολ­λά “ΘΑ”  ακού­στη­καν, πολλές
υπο­σχέ­σεις δόθη­καν, το όλο θέμα θα ακο­λου­θή­σει την …πεπα­τη­μέ­νη! Ητοι, θα
μετα­φερ­θεί στις καλέν­δες του … μαυ­ρο­για­λου­ρι­σμού και τα χρο­νο­ντού­λα­πα της …λήθης,
που απο­τε­λεί εξάλ­λου πρώ­τι­στη ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κή των κυβερνώντων 

Αξί­ζει, λοι­πόν τον κόπο να επι­μέ­νου­με με
κατα­θέ­σεις σαν και αυτή της Ελέ­νης δια­χρο­νι­κά με στό­χο την μέγι­στη δυνατή
εγρή­γορ­ση των ενδια­φε­ρό­με­νων και την κατά το δυνα­τόν δια­τή­ρη­ση του θέμα­τος στο
προ­σκή­νιο της συνεί­δη­σής μας…


ΤΟ ΛΑΖΑΡΕΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ 

Για πολ­λά ξεχω­ρί­ζει το νησί μας, που άλλα
μας κάνουν να καμα­ρώ­νου­με κι άλλα να ντρε­πό­μα­στε.  Ως και το Λαζα­ρέ­το του είναι ξεχω­ρι­στό. Γιατί
δε χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε μόνο ως λοι­μο­κα­θαρ­τή­ριο, αλλά και ως «καθαρ­τή­ριο» απ’ το «μικρό­βιο»
του κομ­μου­νι­σμού και της αρι­στε­ρής ιδε­ο­λο­γί­ας. Με τις φυλα­κί­σεις αιχ­μα­λώ­των των
ιτα­λι­κών κατο­χι­κών δυνά­με­ων, αντι­στα­σια­κών κι αντι­φα­σι­στών πατριω­τών και πολιτικών
κρα­τού­με­νων της μετα­ξι­κής δικτα­το­ρί­ας, την περί­ο­δο 1942-1943. Και με τις
ομα­δι­κές εκτε­λέ­σεις έγκλει­στων πολι­τι­κών κρα­τού­με­νων στις φυλα­κές της Κέρκυρας,
αγω­νι­στών της Εθνι­κής Αντί­στα­σης και του Δημο­κρα­τι­κού Στρα­τού, την περί­ο­δο 1947-1949.
Καθώς οι περισ­σό­τε­ροι απ’ αυτούς ήταν μέλη, φίλοι και υπο­στη­ρι­κτές του ΚΚΕ.

 


Ο τοί­χος των εκτε­λέ­σε­ων δια­τη­ρεί ζωντα­νή και
αναλ­λοί­ω­τη τη μνή­μη εκεί­νης της σκο­τει­νής και αιμα­το­βαμ­μέ­νης περιό­δου, που το κράτος
βασά­νι­ζε κι εκτε­λού­σε τους αγω­νι­στές και πατριώ­τες ως κατα­σκό­πους, προ­δό­τες και
για αντε­θνι­κή δρά­ση, ενώ αντά­μει­βε τους δωσί­λο­γους, τους μαυ­ρα­γο­ρί­τες και τους
κατα­δό­τες ως αντι­στα­σια­κούς. Που όπλι­ζε το χέρι δημί­ων, όπως ο αξιω­μα­τι­κός που σύμφωνα
με μαρ­τυ­ρί­ες, έρι­χνε δυο και τρεις φορές τη χαρι­στι­κή βολή στα θύμα­τα του Λαζαρέτο,
τόσο ήταν το μένος του κατά των κομμουνιστών! 

Τα δια­κό­σια περί­που παλι­κά­ρια που εκτελέστηκαν
εκεί για­τί αρνή­θη­καν να απο­κη­ρύ­ξουν τις «επι­κίν­δυ­νες» ιδέ­ες τους, που δεν πρόλαβαν
να ζήσουν τα νιά­τα τους και δεν αξιώ­θη­καν στο θάνα­τό τους ούτε μνή­μα ούτε
μοι­ρο­λόι, περι­μέ­νουν να πρά­ξου­με το καθή­κον μας, τιμώ­ντας ως κοι­νω­νία τη μνήμη
και τη θυσία τους για τα παναν­θρώ­πι­να ιδα­νι­κά Λευ­τε­ριά, Δημοκρατία,
Ανε­ξαρ­τη­σία, Κοι­νω­νι­κή Δικαιο­σύ­νη. Όχι στο όνο­μα μιας θολής εθνικής
συμ­φι­λί­ω­σης, αλλά στο όνο­μα των αγώ­νων του λαού μας γι’ αυτά τα ιδα­νι­κά. Η απώλεια,
η δια­γρα­φή και η παρα­ποί­η­ση της ιστο­ρι­κής μνή­μης είναι άλλη μια συνειδητή
εκτέ­λε­σή τους.

Οι δύο εκδη­λώ­σεις που γίνο­νται κάθε χρόνο,
τέτοια επο­χή στο Λαζα­ρέ­το, πέρα απ’ το αίσθη­μα του χρέ­ους, τη συγκί­νη­ση και την
αγω­νι­στι­κό­τη­τα, γεν­νούν σκέ­ψεις για ένα γιορ­τα­σμό παν­κερ­κυ­ραϊ­κό, καθιε­ρω­μέ­νο επίσημα
απ’ τις αυτο­διοι­κη­τι­κές αρχές του τόπου μας, τους τρεις Δήμους και την
Περι­φέ­ρεια. Μια μεγά­λη, λαϊ­κή, τοπι­κή γιορ­τή μνή­μης και τιμής, κάθε φθινόπωρο.
Που δε θα περιο­ρί­ζε­ται σε ένα διή­με­ρο. Που θα αξιο­ποιεί το πλού­σιο ιστο­ρι­κό, πολιτιστικό
και καλ­λι­τε­χνι­κό δυνα­μι­κό μας και θα περι­λαμ­βά­νει ποι­κί­λες εκδη­λώ­σεις και
δρα­στη­ριό­τη­τες (ομι­λί­ες, συνε­ντεύ­ξεις και άρθρα, ιστο­ρι­κές τοπο­θε­τή­σεις και
ανα­λύ­σεις, μαρ­τυ­ρί­ες, εκθέ­σεις φωτο­γρα­φι­κού υλι­κού, κει­μη­λί­ων και έργων
τέχνης, προ­βο­λές, συναυ­λί­ες και μου­σι­κά αφιε­ρώ­μα­τα, θεα­τρι­κές παρα­στά­σεις και
δρώ­με­να, ποι­η­τι­κές και λογο­τε­χνι­κές ανα­φο­ρές), με απο­κο­ρύ­φω­μα το λαϊ­κό προσκύνημα
και την κατά­θε­ση στε­φα­νιών στον τόπο του μαρ­τυ­ρί­ου. Και που θα δίνει τη
δυνα­τό­τη­τα σε κάθε πολί­τη και σε κάθε εκπρό­σω­πο και φορέα να συμ­με­τέ­χει με
δικές του πρω­το­βου­λί­ες και δρά­σεις. Εκτός απ’ το γιορ­τα­σμό αυτό, δε μπο­ρεί παρά
να είναι ο δρό­μος ανοι­χτός και σε όποιον πολι­τι­κό ή άλλο φορέα το επι­θυ­μεί, να
οργα­νώ­σει και πραγ­μα­το­ποι­ή­σει εκδή­λω­ση μνή­μης και τιμής, για τους ιδιαίτερους
λόγους του. 

Οι εκτε­λε­σμέ­νοι και θαμ­μέ­νοι στο Λαζα­ρέ­το αγωνιστές,
όπου κι αν γεν­νή­θη­καν, όπου κι αν αγω­νί­στη­καν, όπου κι αν ανή­καν, που τα
σεβό­μα­στε και τα τιμά­με, απέ­κτη­σαν θα λέγα­με «εντο­πιό­τη­τα» κι ανή­κουν πια στο
νησί και στην ιστο­ρία του.

Μόνο που το πρό­σφα­το, έστω καθυστερημένο
ενδια­φέ­ρον του κεντρι­κού μας δήμου, για να λάβει και τυπι­κά την κυριό­τη­τα της
ιστο­ρι­κής νησί­δας και να την παρα­δώ­σει στο δημο­κρα­τι­κό κερ­κυ­ραϊ­κό λαό, «κόλ­λη­σε»
στην αδρά­νεια της ΕΤΑΔ ΑΕ, που επί μια δεκα­ε­τία περί­που ολι­γω­ρεί και δεν
εφαρ­μό­ζει το σχε­τι­κό νόμο (4049/2012 άρθρο 36) για λόγους που αγνο­ού­με, αλλά
μπο­ρού­με να υποθέσουμε.

Κιν­δυ­νεύ­ει να ξανα­μπεί στο συρ­τά­ρι το
Λαζα­ρέ­το! Κι ας έχει κηρυ­χθεί επί­ση­μα ιστο­ρι­κός τόπος απ’ το 1992, με απόφαση
της Υπουρ­γού Πολι­τι­σμού. Κι ας έχουν τα μνη­μεία του ερει­πω­θεί. Κι ας χρειάζεται
στή­ρι­ξη ο «τοί­χος» του. Κι ας έχει ανά­γκη φύλα­ξης ο χώρος του. Όσο για το
μου­σείο του, που θα ρίξει φως σε κάθε πτυ­χή της ιστο­ρί­ας του και θα κάνει σε
όλους προ­σι­τά τα στοι­χεία που τη συν­θέ­τουν και την υπεν­θυ­μί­ζουν, φαί­νε­ται ότι
θα περι­μέ­νει ακόμα.

Μα ο λαός της Κέρ­κυ­ρας δεν θα στα­μα­τή­σει να
ζητά την προ­στα­σία και ανά­δει­ξή του. Και προ­πα­ντός, δεν ξεχνά! Για­τί τα χωνιά των
φυλα­κι­σμέ­νων και τα πυρο­βό­λα των εκτε­λέ­σε­ων αφύ­πνι­σαν τη δημο­κρα­τι­κή συνείδηση
κι έθρε­ψαν το πατριω­τι­κό φρό­νη­μα των γονιών και παπ­πού­δων του που στάθηκαν
αλλη­λέγ­γυοι στους αγω­νι­στές κι υπο­στή­ρι­ξαν τα δίκια τους. Ανά­με­σά τους και η Σοφία
Καρύ­δη (1914-1987), σύζυ­γος Χρή­στου Καρύ­δη, το γένος Αρμέ­νη, που στο πρό­χει­ρα γραμμένο
σ’ ένα μπλο­κά­κι ποί­η­μα της με τίτλο «ΛΑΖΑΡΕΤΟ» – φυλαγ­μέ­νο οικογενειακό
κει­μή­λιο -, με τον απλό, λιτό κι ανε­πι­τή­δευ­το λόγο της ξετυ­λί­γει την ιστορία
του μαρ­τυ­ρι­κού βρά­χου απ’ την Κατο­χή και μετά, που τη γνώ­ρι­σε και ένιω­σε από
πολύ κοντά, κατοι­κώ­ντας στον Ποτα­μό και στο Καμπιέ­λο. Παρα­θέ­τω από­σπα­σμά του: 

Κάπο­τε σε μαύ­ρα χρόνια,

ξένα αρπα­κτι­κά πουλιά

ήρθαν να κατασπαράξουν

της Κερ­κύ­ρας τα παιδιά.

 

Μα στο τέλος εις τον βράχο

συντρι­φτή­κα­νε κι αυτά

και κοκ­κί­νι­σαν τα βράχια

και θολώ­σαν τα νερά.

 

Επε­ρά­σα­νε τα χρόνια,

ήρθε πια η ξαστεριά,

εξε­πλύ­θη­κεν ο βράχος,

ήρθε ειρή­νη και χαρά.

 

Ποιος να το ‘λεγε, με χρόνια

τα δικά μας τα παιδιά

θα σκο­τώ­να­νε στο βράχο

τα που­λιά της λευτεριάς.

 

Μα ήρθε ο χρό­νος και το κύμα

με το αλμυ­ρό νερό,

ξέπλυ­ναν πάλι το βράχο,

τόπος έγι­νε ιερός. 

 

Για­τί εστή­σα­νε σταυρούς

κι οι ψυχές οι ηρωικές

εφρου­ρή­σα­νε τον τόπο,

τη θάλασ­σα και τις στεριές.

  

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted