Όταν ο Βάρναλης συνάντησε την Παναγία - Φαιακία

Όταν ο Βάρναλης συνάντησε την Παναγία

Πάνω από δογ­μα­τι­κές συμ­βα­τι­κό­τη­τες ο μεγά­λος μας ποιητής
συμ­με­ρί­ζε­ται τον πόνο της μάνας στο έξο­χο έργο του:
η Μάνα του Χρι­στού
Σε μου­σι­κή Νίκου Μαμα­γκά­κη και με την μονα­δι­κή φωνή της αλη­σμό­νη­της Μαρί­ας
Δημη­τριά­δη
το ποί­η­μα του Κώστα Βάρ­να­λη είναι κατά­θε­ση στο πνεύ­μα της
ημέρας…


Πώς οι δρό­μοι εβω­δά­νε με
βάγια στρωμένοι,

ηλιο­πά­τη­τοι δρό­μοι και
γύρο μπαξέδες!

Η χαρά της γιορ­τής όλο
πιό­τε­ρο αξαίνει

και μακριά­θε βογ­γά­ει και
μακριά­θε ανεβαίνει.

 

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα,
κύμα το κύμα,

των αλλώ­νε τα μίση καιρό
τηνε θρέφαν

κι αν η μάβρη σου κάκητα
δίψαε το κρίμα,

νά που βρή­κε το θύμα
της, άκα­κο θύμα!

 

Α! πώς είχα σα μάνα κ’
εγώ λαχταρήσει

(είταν όνει­ρο κ’
έμει­νεν, άχνα και πάει)

σαν και τ’ άλλα σου
αδέρ­φια να σ’ είχα γεννήσει

κι από δόξες αλάρ­γα κι
αλάργ’ από μίση!

 

Ένα κόκ­κι­νο σπί­τι σ’
αβλή με πηγάδι…

και μια δρά­να γιομάτη
τσα­μπιά κεχριμπάρι…

νοι­κο­κύ­ρης καλός να
γυρ­νάς κάθε βράδι,

το χρυ­σό, σιγα­λό και
γλυ­κό σαν το λάδι.

 

Κι’ άμ’ ανοί­γεις την
πόρ­τα με πριό­νια στο χέρι,

με τα ρού­χα γεμά­τα ψιλό
ροκανίδι,

(άσπρα γένια, άσπρα
χέρια) η συμ­βία περιστέρι

ν΄ανασαίνει βαθιά τ’ όλο
κέδρον αγέρι.

 

Κ’ αφού λίγο στα­θείς και
το σπί­τι γεμίσει

τον καλό σου τον ήσκιο,
Πατέ­ρα κι Αφέντη,

η ακρι­βή σου να βγάνει
νερό να σου χύσει,

ο ανυ­πό­μο­νος δεί­πνος με
γέλια ν’ αρχίσει.

 

Κι ο κατό­χρο­νος θάνατος
θά φτα­νε μέλι

και πολ­λή φύτρα θά φηνες
τέκνα κι αγγόνια

καθε­νού και κοπάδι,
χωρά­φι κι αμπέλι,

τ’ αργα­στή­ρι εκεινού,
που την τέχνη σου θέλει.

 

Κατε­βά­ζω στα μάτια τη
μάβρην ομπόλια,

για να πάψει κι ο νους
με τα μάτια να βλέπει…

Ξεφα­ντώ­νουν τ’ αηδόνια
στα γύρο περβόλια,

λεϊ­μο­νιάς σε κυκλώνει
λεπτή μοσκοβόλια.

 

Φέβγεις πάνου στην
άνοι­ξη, γιέ μου καλέ μου,

Άνοι­ξή μου γλυκιά,
γυρι­σμό που δεν έχεις.

Η ομορ­φιά σου βασίλεψε
κίτρι­νη, γιε μου,

δε μιλάς, δεν κοιτάς,
πώς μαδιέ­μαι, γλυ­κέ μου!

 

Καθώς κλαί­ει, σαν της
πέρ­νουν το τέκνο, η δαμάλα,

ξεφω­νί­ζω και νόη­μα δεν
έχουν τα λόγια.

Στύ­λω­σέ μου τα δυο σου
τα μάτια μεγάλα:

τρέ­χουν αίμα τ’ αστήθια,
που βύζα­ξες γάλα.

 

Πώς αδύ­να­μη στά­θη­κε τόσο
η καρ­διά σου

στα λαμπρά Γεροσόλυμα
Καί­σα­ρας νά μπεις!

Αν τα πλή­θη αλαλάζανε
ξώφρε­να (αλιά σου!)

δεν ηξέ­ραν ακό­μα ούτε
ποιο τ’ όνο­μά σου!

 

Κει στο πλά­γι δαγκάναν
οι οχτροί σου τα χείλη…

Δολε­ρά ξεση­κώ­σα­νε τ’
άγνω­μα πλήθη

κι όσο ο γήλιος να πέσει
και νά ρθει το δείλι,

το στα­βρό σου καρφώσαν
οι οχτροί σου κ’ οι φίλοι.

 

Μα για­τί να στα­θείς να
σε πιά­σουν! Κι ακόμα,

σα ρωτή­σα­νε: «Ποιος ο
Χρι­στός;» τί πες «Νά με»!

Αχ! δεν ξέρει, τί λέει
το πικρό μου το στόμα!

Τριά­ντα χρό­νια παι­δί μου
δε σ’ έμαθ’ ακόμα!

 



[πηγή: Κώστας Βάρναλης,
Ποι­η­τι­κά. Το φως που καί­ει. Σκλά­βοι Πολιορ­κη­μέ­νοι. Ποι­ή­μα­τα, εκδό­σεις «Ο
Κέδρος», Αθή­να 2006, σ. 64-66
]

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted