Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΛΕΨΕ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, ΕΖΗΣΕ ΟΜΩΣ ΚΙ ΕΦΥΓΕ ΜΟΝΟΣ - Φαιακία

Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΛΕΨΕ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, ΕΖΗΣΕ ΟΜΩΣ ΚΙ ΕΦΥΓΕ ΜΟΝΟΣ

Είχα­με σκε­φτεί να νεκρο­λο­γή­σα­με ένα νέο παι­δί, τον Αχιλ­λέα Πανα­γού­λη, που έφυ­γε βίαια, σήμε­ρα από κοντά μας άν και δεν ξέρα­με πολ­λά γι’ αυτόν… Και μόνον η ηλι­κία και μόνον η μορ­φή του θανά­του (τρο­χαίο) και μόνον το γεγο­νός, ότι υπήρ­ξε θερ­μός συμπα­ρα­στά­της των απο­λυ­μέ­νων εργα­ζό­με­νων της ΕΡΤ σε κάνει να ριγάς από συγκί­νη­ση. Ετσι, όταν βρή­κα­με το σημεί­ω­μα ενός ανθρώ­που που ήξε­ρε από κοντά και περισ­σό­τε­ρα για τον Αχιλ­λέα σκε­φτή­κα­με, πως ερί­ναι καλύ­τε­ρα να σας μετα­φέ­ρου­με το σημεί­ω­μά του. 

Ο
ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΛΕΨΕ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, ΕΖΗΣΕ ΟΜΩΣ ΚΙ ΕΦΥΓΕ ΜΟΝΟΣ

Δύο τρεις κου­βέ­ντες, πάντα πολι­τι­κού
περιε­χο­μέ­νου
, αλλά­ζα­με, κάπο­τε που τύχαι­νε να συνα­ντη­θού­με στην
εφη­με­ρί­δα με τον Αχιλ­λέα. Δεν πρό­κει­ται να το επαναλάβουμε
ποτέ, για­τί πριν χαρά­ξει η μέρα χτες, το σκο­τά­δι του θανάτου
άρπα­ξε βίαια και για πάντα τον Αχιλ­λέα. Γύρω στις τέσ­σε­ρις η
ώρα πριν το χάρα­μα, έχο­ντας τελειώ­σει τη βάρ­διά του στην εφη­με­ρί­δα όπου ήταν
νυχτε­ρι­νός συντά­κτης ύλης, πήγαι­νε στην κατει­λημ­μέ­νη από τους εργα­ζό­με­νους ΕΡΤ
για να τους συμπα­ρα­στα­θεί. Ακρι­βώς εκεί, στη Μεσο­γεί­ων, έξω από την
ΕΡΤ
, καθώς διέ­σχι­ζε πεζός τον δρό­μο για να περά­σει απέ­να­ντι και να μπει
στο ραδιο­μέ­γα­ρο, το νήμα της ζωής του κόπη­κε από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου.
«Ανδρας 39 ετών νεκρός από τρο­χαίο δυστύ­χη­μα» – κάπως έτσι θα περι­γρα­φεί το
περιστατικό.

Ψυχρά. Απο­στει­ρω­μέ­να. Χωρίς σύν­δε­ση με
την ΕΡΤ
, το κλεί­σι­μό της από την κυβέρ­νη­ση, την κατά­λη­ψή της από τους
εργα­ζό­με­νους, την αλλη­λεγ­γύη προς εκεί­νους που μάχο­νται, τον ιδιαί­τε­ρο ρόλο
κάποιων πρω­το­πό­ρων προ­ο­δευ­τι­κών ανθρώ­πων στην έκφρα­ση της συμπα­ρά­στα­σης προς
εκεί­νους που αγω­νί­ζο­νται να σώσουν τη δου­λειά τους. Ο Αχιλ­λέ­ας ανή­κε σε αυτούς
τους ανθρώ­πους, αυτό το γνω­ρί­ζα­με σχε­δόν όλοι στο «Εθνος» και
όχι μόνο στην εφη­με­ρί­δα. Δεν υπήρ­χε κοι­νω­νι­κός αγώ­νας που να μην τρέ­ξει να
συμ­με­τά­σχει. Δεν υπήρ­χε δια­δή­λω­ση προ­ο­δευ­τι­κού χαρα­κτή­ρα που να μην πάρει
μέρος.

Μόλις ερχό­ταν στην εφη­με­ρί­δα, οι συνά­δελ­φοι με
την πρώ­τη ματιά κατα­λά­βαι­ναν αν έπε­σαν ή όχι δακρυ­γό­να στη δια­δή­λω­ση από το αν
τα μάτια του Αχιλ­λέα ήταν κόκ­κι­να ή όχι – για­τί ποτέ δεν βρι­σκό­ταν στα «ασφα­λή
μετό­πι­σθεν». Πάντα στην πρώ­τη γραμ­μή. Την πολι­τι­κο­ποί­η­ση του
Αχιλ­λέα
και την ανι­διο­τε­λή συμ­με­το­χή του στους κοι­νω­νι­κούς αγώ­νες την
ξέρα­με ακό­μη και όσοι απλώς τον γνω­ρί­ζα­με. Το τρο­με­ρό γεγο­νός του θανά­του του
όμως άφη­σε όλη την εφη­με­ρί­δα απο­σβο­λω­μέ­νη, καθώς μάθα­με αυτό που ίσως γνώριζαν
ελά­χι­στοι φίλοι του. Πόσο μόνος έζη­σε αυτός ο άνθρω­πος, ο οποί­ος έφυγε
μόνος πάνω στον ανθό της ζωής του
, την ώρα που πήγαι­νε να κάνει για μία
ακό­μη φορά αυτό στο οποίο την είχε αφιε­ρώ­σει: να δεί­ξει με την παρουσία
του την αλλη­λεγ­γύη του σε εργα­ζό­με­νους
που βρί­σκο­νται σε κινητοποίηση.
Δεν είχε δική του οικο­γέ­νεια, δεν είχε αδέλ­φια, δεν είχε γονείς.

Δεν υπήρ­χε κανέ­νας συγ­γε­νής να καλέ­σει η
αστυ­νο­μία για να κάνει ανα­γνώ­ρι­ση του νεκρού. Κλή­θη­κε συνά­δελ­φος από την
εφη­με­ρί­δα να εκπλη­ρώ­σει αυτό το βαρύ καθή­κον, αλλά προη­γή­θη­κε ο διασώστης
υπη­ρε­σί­ας της ΕΡΤ, ο οποί­ος ανα­γνώ­ρι­σε φυσι­κά τον Αχιλ­λέα που
κάθε μέρα σχε­δόν ήταν κοντά τους. Ομο­λο­γώ ότι αισθάν­θη­κα ρίγος όταν άκουσα
σοκα­ρι­σμέ­νο συνά­δελ­φο να διη­γεί­ται κάτι που είχε ακού­σει τον Αχιλ­λέα να λέει
κάπο­τε: «Αν χάσω τη δου­λειά μου, δεν θα έχω ούτε ένα πιά­το φαΐ να
φάω!»
Μόλις τώρα συνει­δη­το­ποι­ή­σα­με όλοι ότι αυτό δεν ήταν σχή­μα λόγου,
αλλά δωρι­κή περι­γρα­φή της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Δεν υπήρ­χε ούτε μάνα, ούτε αδερφή,
ούτε για­γιά, ούτε πατέ­ρας, ούτε αδερ­φός, ούτε παπ­πούς να του βάλει ένα πιά­το φαΐ
να φάει. Ο Αχιλ­λέ­ας κατα­λά­βαι­νε πολύ καλύ­τε­ρα από τον καθένα
μας για­τί έπρε­πε να πάει να συμπα­ρα­στα­θεί στους εργα­ζό­με­νους που αγω­νί­ζο­νται να
κρα­τή­σουν τις δου­λειές τους ή να βελ­τιώ­σουν τη ζωή τους. Αυτός
ήξερε.

Εμείς δεν ξέρα­με το μεγα­λείο της ψυχής του για
να προ­λά­βου­με να του εκφρά­σου­με ταπει­νά την εκτί­μη­ση και την ευγνω­μο­σύ­νη μας όσο
ήταν ζωντα­νός. Το σημα­ντι­κό για τον Αχιλ­λέα ήταν ότι τη σύντο­μη ζωή του την
έζη­σε γεμά­τος από «τον έπαι­νο του δήμου» που λέει κι ο ποιητής,
για­τί τα πλού­τη του Αχιλ­λέα ήταν τα αισθή­μα­τα ευγνω­μο­σύ­νης κι ελπί­δας που έβλεπε
στα μάτια εκεί­νων των εργα­ζο­μέ­νων στους οποί­ους συμπα­ρα­στε­κό­ταν
κυριο­λε­κτι­κά κάθε μέρα
.

Η μνή­μη του Αχιλ­λέα θα είναι ένα ακό­μη άσβεστο
κερί σε κάθε δια­δή­λω­ση. Μία ακό­μη κραυ­γή που θα απαι­τεί κοι­νω­νι­κή
δικαιο­σύ­νη
. Ενας ακοί­μη­τος «μετρη­τής συνει­δή­σε­ως» για όσους τον
γνώ­ρι­σαν και θέλουν να συνει­σφέ­ρουν στους κοι­νω­νι­κούς αγώνες.

Ο ίδιος δεν βρί­σκε­ται πια ανά­με­σά μας. Οσοι
θέλουν, μπο­ρούν να τον τοπο­θε­τή­σουν στις συνει­δή­σεις τους. Πρέ­πει όμως να έχουν
υπό­ψη τους όσοι το απο­φα­σί­σουν αυτό, ότι οι Αχιλ­λείς αυτού του
τύπου δεν αφή­νουν ποτέ κανέ­ναν να κοι­μά­ται ήσυ­χος τον ύπνο του δικαί­ου όσο γύρω
μας επι­κρα­τεί κοι­νω­νι­κή αδικία!

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted