Περί του δολοφονικού Βασιλείου του Μαμωνά - Φαιακία

Περί του δολοφονικού Βασιλείου του Μαμωνά

Σε αυτή την ανάρ­τη­ση παρου­σιά­ζε­ται ένα άκρως επίκαιρο
κεί­με­νο, του φίλ­τα­του Γιώρ­γου Ρού­ση. Θέμα του ο ‘Μαμω­νάς’ που ενυπάρχει
σε κάθε ανθρώ­πι­νη κακο­δαι­μο­νία κοι­νω­νι­κού χαρα­κτή­ρα! Πίσω από ‘δυστυ­χή­μα­τα’, ‘αστο­χί­ες’,
‘υπερ­βά­σεις’ ‘εκτρο­πές’ υπάρ­χει πάντο­τε η εγκλη­μα­τι­κή του φύση…  Διαβάστε.

 

Περί του δολοφονικού 
Βασι­λεί­ου του  Μαμω­νά υπεύθυνου
και για το έγκλη­μα στα Τέμπη, το οποίο και καλού­μα­στε να ανατρέψουμε !!!!

 

Όσον αφο­ρά  στην
θεο­ποί­η­ση – φετι­χο­ποί­η­ση
  του χρή­μα­τος, ο
Μαρξ, στα «Οικο­νο­μι­κά και Φιλο­σο­φι­κά Χει­ρό­γρα­φα»
  του 1844 παρα­θέ­τει δυο από­σπα­σμα από τον
Φάουστ του Γκαί­τε και από τον Τίμω­να τον Αθη­ναίο του Σαίξ­πηρ, και στην συνέχεια
τα ερμη­νεύ­ει για να δεί­ξει τον ρόλο της θεό­τη­τας που αυτό παί­ζει στα πλαίσια
του καπιταλισμού.

Ο Γκαί­τε στον Φάουστ γρά­φει σχε­τι­κά με τον
«κατα­ρα­μέ­νο» όπως τον απο­κα­λεί προη­γου­μέ­νως Μαμωνά:

«Τι διά­ο­λο! χέρια, πόδια και κεφά­λι και είναι δικά
σου, ναι, καταλαβαίνω ·

μα είναι λιγό­τε­ρο γι αυτό δικό μου πάλι

ότι και γω γεμά­τα απολαβαίνω;

Αν μπο­ρώ ν αγο­ρά­σω έξη άλο­γα βαρβάτα,

Τη δύνα­μη τους όλη δεν ορί­ζω τάχα ;

Σα σωστός άντρας τρέ­χω στα γεμάτα,

Ποδά­ρια δεκα­τέσ­σε­ρα σα νάχα.» 1

Και ο Σαίξ­πηρ στον Τίμω­να τον Αθη­ναίο γράφει :

«Χρυ­σά­φι; Κατα­κί­τρι­νο, αστρα­φτε­ρό, πολύτιμο
χρυ­σά­φι; Όχι, Θεοί, νωθρός δεν είμαι εγώ πιστός! … Τόσο χρυ­σά­φι θα κάνει άσπρο
το μαύ­ρο, άσχη­μο τ’ όμορ­φο, σωστό το λάθος, σπου­δαίο το χυδαίο, νέο το παλιό,
γεν­ναίο το δει­λό… Μα, τι; Αυτό θα σας αρπά­ξει παπά­δες κι υπη­ρέ­τες, θα τραβήξει
το μαξι­λά­ρι κάτω απ’ τα κεφά­λια των καθω­σπρέ­πει ανθρώ­πων. Αυτός ο κίτρινος
σκλά­βος φτιά­χνει και παύ­ει νόμους, ενό­χους αθω­ώ­νει, κάνει ευλο­γία την ευλογιά,
παίρ­νει τους κλέ­φτες και τους δίνει αξία, υπό­λη­ψη και λόγο προ­ε­στού. Αυτός μέχρι
που βρί­σκει γαμπρό στη χήρα την γριά. Αυτήν που βγαί­νει απ’ το νοσο­κο­μείο με τα
σπυ­ριά της να ξερ­νούν βρώ­μα φρι­κτή και να ξερ­νάς μπρο­στά τους, την στο­λί­ζει, τη
μυρώ­νει, σαν λου­λού­δι ανοι­ξιά­τι­κο την κάνει. Ε, χώμα εσύ κατα­ρα­μέ­νο, πόρ­νη της
ανθρω­πό­τη­τας, εσύ που κάνεις να σπα­ρά­ζο­νται οι όχλοι των εθνών
».

Και λίγο αργότερα :

«Ε, γλυ­κέ βασι­λο­κτό­νε, αγα­πη­μέ­νη διχό­νοια του
γονιού με το παι­δί! Ένδο­ξε μαγα­ρι­στή του άμω­μου κρε­βα­τιού, του Υμε­ναί­ου! Άρη
ακα­τα­νί­κη­τε! Πάντα νέος, πάντ’ ανθη­ρός, ερω­τι­κός, περί­βλε­πτος μνηστήρας,
λιώ­νεις με την πορ­φύ­ρα σου το αγνό χιό­νι που σκε­πά­ζει την ποδιά της Άρτεμης!
Θεέ, ορα­τέ, πραγ­μα­τι­κέ, που σμί­γεις τα πιο απί­θα­να και ξέρεις να μιλάς του
καθε­νός την γλώσ­σα! Αχ, πώς αγγί­ζεις τις καρ­διές! Να, επα­να­στά­τη­σαν οι σκλάβοι
σου, οι άνθρω­ποι. Βάλε, μεγα­λο­δύ­να­με, τα κτή­νη αυτά ν’ αλλη­λο­σπα­ρα­χτούν για την
κυριαρ­χία!
»

Να πως δια­βά­ζει ο Μαρξ αυτά τα αποσπάσματα. 

Του Γκαί­τε : 

«Αυτό που υπάρ­χει για μένα και μέσα από το σύνδεσμο
του χρή­μα­τος, αυτό που μπο­ρεί να πλη­ρώ­σει το χρή­μα, αυτό ακρι­βώς είμαι εγώ, ο
κάτο­χος του χρή­μα­τος. Οι ιδιό­τη­τες του χρή­μα­τος είναι δικές μου, εμέ­να του
κατό­χου, ιδιό­τη­τες και ουσια­στι­κές δυνά­μεις. Έτσι, αυτό που είμαι και αυτό που
μπο­ρώ να κάνω, σε καμία περί­πτω­ση δεν καθο­ρί­ζε­ται από την ατο­μι­κό­τη­τά μου.
Είμαι άσχη­μος, αλλά μπο­ρώ ν’ αγο­ρά­σω την πιο όμορ­φη γυναί­κα. Αυτό σημαί­νει ότι
δεν είμαι άσχη­μος, για­τί το απο­τέ­λε­σμα της ασχή­μιας, η απω­θη­τι­κή της δύναμη,
εξου­δε­τε­ρώ­νε­ται από το χρή­μα. Είμαι κου­τσός, αλλά το χρή­μα μού προμηθεύει
εικο­σι­τέσ­σε­ρα ποδά­ρια, κατά συνέ­πεια δεν είμαι κου­τσός. Είμαι κακός,
ανυ­πό­λη­πτος, ασυ­νεί­δη­τος και κου­τός άνθρω­πος. Το χρή­μα όμως, είναι ευυπόληπτο
και το ίδιο και ο κάτο­χός του… Είμαι άμυα­λος, αν όμως το χρή­μα είναι ο
πραγ­μα­τι­κός νους όλων των πραγ­μά­των, πως είναι δυνα­τό ο κάτο­χός του να είναι
άμυα­λος; Κάτι περισ­σό­τε­ρο, ο κάτο­χος του χρή­μα­τος μπο­ρεί να εξα­γο­ρά­σει έξυπνους
ανθρώ­πους για λογα­ρια­σμό του. Συνε­πώς έχει εξου­σία πάνω σε έξυ­πνους ανθρώπους,
εξυ­πνό­τε­ρους απ’ αυτόν. Με το χρή­μα μπο­ρώ να έχω το καθε­τί που επι­θυ­μεί η
ανθρώ­πι­νη καρ­διά. Δεν είμαι έτσι κάτο­χος όλων των ανθρώ­πι­νων ικα­νο­τή­των; Δεν
αντι­στρέ­φει λοι­πόν το χρή­μα όλες μου τις ανι­κα­νό­τη­τες σε ικα­νό­τη­τες;
».2

Και για το από­σπα­σμα του Σαίξ­πηρ, ο Μαρξ επισημαίνει
ότι σε αυτό ο Σαίξ­πηρ, τονί­ζει ιδιαί­τε­ρα τις παρα­κά­τω δυο ιδιό­τη­τες του
χρήματος: 

«1. Είναι ορα­τή θεό­τη­τα, η μετα­μόρ­φω­ση όλων των ανθρώ­πι­νων και
φυσι­κών ιδιο­τή­των στα αντί­θε­τα τους, η καθο­λι­κή σύγ­χυ­ση και αντι­στρο­φή των
πραγ­μά­των· συμ­φι­λιώ­νει τ’ αδύνατα.

2. Είναι η καθο­λι­κή, πόρ­νη, ο καθο­λι­κός μαστροπός
ανθρώ­πων και εθνών.
» 

Και αυτή ακρι­βώς η δύνα­μη είναι η πραγ­μα­τι­κή θεότητα
του καπι­τα­λι­στι­κού τρό­που παραγωγής. 

 

 

1.Βολφανγκ Γκαι­τε, Φάουστ, Μετά­φρα­ση Κ. Χατζό­που­λου, Γκοβόστης,
σελί­δα 73 

2.Κ. Μαρξ, Οικο­νο­μι­κά και φιλο­σο­φι­κά Χει­ρό­γρα­φα του
1844, Εκδό­σεις Γλά­ρος, σελί­δα 164
 

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted