Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ - Φαιακία

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Το κεί­με­νο αυτό, που
έχει συν­θέ­σει η Χρι­στιάν­να Λού­πα, ανα­φέ­ρε­ται στον Γιώρ­γο Κηρύ­κου. Το
ανα­πα­ρά­γου­με μετά από πρό­τα­ση του φίλ­τα­του Στέ­φα­νου Πάντου, για­τί αντιπροσωπεύει
εκεί­νο το σπου­δαίο κομ­μά­τι της “γενιάς του Πολυ­τε­χνεί­ου”, που τιμούν το ηθικό
δυνα­μι­κό της 17ης Νοέμ­βρη… Που δεν το υπό­τα­ξαν σε πραγματιστικές
σκο­πι­μό­τη­τες, που δεν το αντάλ­λα­ξαν με θέσεις στα υπουρ­γεία και στην τηλεόραση…
Αυτό είναι το πλε­ο­νέ­κτη­μα, που 
ζηλεύ­ουν αρρω­στη­μέ­να ο Σπυ­ρί­δων Αδω­νις, ο Μάκης,
ο Κων­στα­ντί­νος, ο Αρης και τα άλλα παι­διά… Παραθέτουμε.

 


Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Γιώρ­γος Κηρύκου, 

Είναι ένας από τους αφα­νείς ήρω­ες του Πολυτεχνείου

 Την ώρα που μπή­καν τα
τανκς ήταν κρε­μα­σμέ­νος πάνω στην κολό­να και κρα­τού­σε την ελλη­νι­κή σημαία. Νύχτα
17ης Νοεμ­βρί­ου 1973. 

Αυτός σκαρ­φα­λω­μέ­νος στην πύλη του Πολυ­τε­χνεί­ου ανε­μί­ζει την
ελλη­νι­κή σημαία και φωνά­ζει, «όχι αδέρ­φια, δεν μπο­ρεί­τε νατο κάνε­τε αυτό».

Μαζί με την πόρ­τα του Πολυ­τε­χνεί­ου, όλα έγι­ναν συντρίμμια.

Το όνο­μα του: Γιώρ­γος Κηρύ­κου.

Είναι ένας από τους αφα­νείς ήρω­ες του Πολυτεχνείου. 

Αυτός συνέ­χι­σε, επέ­ζη­σε, συνε­λή­φθη, βασα­νί­στη­κε, αποσύρθηκε,
σιώ­πη­σε και δυο δεκα­ε­τί­ες μετά την εξέ­γερ­ση κάη­κε στην κατα­στρε­πτι­κή φωτιά της
Ικα­ρί­ας το 1993 στην προ­σπά­θεια του να απε­γκλω­βί­σει από τον πύρι­νο κλοιό μια
γερό­ντισ­σα που κου­βα­λού­σε στην πλά­τη του. Μια ακό­μη θυσία…

Σαν εκεί­νη της ψυχής του, που σιγό­και­γε τον Νοέμ­βριο του 73 για
ελευ­θε­ρία, σαν αυτή που κατέ­καιε 20 χρό­νια μετά ολό­κλη­ρο το νησί. Το όνο­μα του
στον κατά­λο­γο των 13 νεκρών του τρα­γι­κού περι­στα­τι­κού της Ικαρίας. 

Η επα­νά­στα­ση δεν ήταν κάτι που γινό­ταν έξω απ’ αυτόν. 

Η μικρό­τε­ρη αδερ­φή του Όλγα, μόλις 11 ετών τότε, θυμά­ται τον
Γιώρ­γο να λέει με υπε­ρη­φά­νεια, «άντε να αστρά­ψει το όρα­μα, να φωτι­στεί η ύπαρξη
μας, μπας και πάρει φωτιά ο κόσμος».

Παλι­κα­ρά­κι 18 ετών, με ένα σακί­διο στον ώμο και με λιγοστά
χρή­μα­τα, έφυ­γε από το νησί για να κυνη­γή­σει το όνει­ρο στην μεγαλούπολη.
Οικο­δο­μή, ελαιο­χρω­μα­τι­στής ήταν μερι­κές από τις δου-λειέ­ςπου έκα­νε εκεί­νο τον
καιρό. 

Το όνει­ρο του όμως και η μεγά­λη του αγά­πη ήταν η κιθάρα. 

Του άρε­σε να φτιά­χνει στι­χά­κια και­νά τρα­γου­δά­ει για τους ανθρώπους,
για τη ζωή, για το άγνω­στο αύριο που ξημερώνει. 

Ο αρρα­βώ­νας του με μια φοι­τή­τρια, τη Μαρία, που έχα­σε μέσα στη
δίνη των γεγο­νό­των, τον έφε­ραν στα 19 του χρό­νια στο Πολυ­τε­χνείο. «Δεν άρεσε
στον αδερ­φό μου να μιλά­ει για το Πολυ­τε­χνείο για­τί θεω­ρού­σε ότι δεν είχε κάνει
κάτι σημα­ντι­κό», ανα­φέ­ρει η 43χρονη, σήμε­ρα, αδερ­φή του Όλγα και συνεχίζει:
«Την ώρα που μπή­καν μέσα τα τανκς αυτός ήταν κρε­μα­σμέ­νος πάνω στην κολό­να και
κρα­τού­σε την ελλη­νι­κή σημαία. Αρχι­ζε να τρέ­χει μαζί με άλλους και, όπως μου
είχε πει, κρύ­φτη­κε σ’ έναν φωταγωγό. 

Τον έπια­σαν όμως και φυλα­κί­στη­κε για ένα μήνα στο Χαϊδάρι. 

Οι βασα­νι­στές του τον χτυ­πού­σαν ανε­λέ­η­τα, τα ρού­χα του ήταν
ποτι­σμέ­να από το αίμα, αλλά ο Γιώρ­γος άντεξε. 

Η μητέ­ρα μου είχε τρε­λα­θεί, έκλε­γε και έλε­γε συνε­χώς, χάθη­κε το
παι­δί μου».

«Οι μέρες περ­νού­σαν κι ελπί­δες εξα­νε­μι­ζό­ντου­σαν, ώσπου ένα
γράμ­μα­της Μαρί­ας έφε­ρε ξανά στο σπί­τι μας τη χαρά. 

Ο Γιώρ­γος ήταν ζωντανός. 

Μέσω ενός φαντά­ρου ο αδερ­φός μου κατά­φε­ρε να επι­κοι­νω­νή­σει με
την αγα­πη­μέ­νη του και λίγες μέρες μετά να απο­φυ­λα­κι­στεί», θυμά­ται η Όλγα.
Πέρα­σε αρκε­τός και­ρός μέχρι να συνέλ­θει από τον ξυλο­δαρ­μό και το σοκ που είχε
υπο­στεί ο Γιώργος. 

Ποτέ όμως δεν θέλη­σε να δημο­οιο­ποι­ή­σει οτι­δή­πο­τε για την ιστορία
του Πολυτεχνείου. 

Λίγους μήνες μετά μπαρ­κά­ρι­σε λόγω των οικο­νο­μι­κών δυσκο­λιών που
αντι­με­τώ­πι­ζε και ταξί­δε­ψε μέχρι τη μακρι­νή Βραζιλία. 

Γύρι­σε όμως γρή­γο­ρα, αφού ήταν παρά­νο­μος και δεν είχε κανένα
χαρ­τί μαζί του. 

Έμει­νε για λίγο στην Αθή­να και ύστε­ρα έφυ­γε για την Αμερική,
όπου γνώ­ρι­σε μια κοπέ­λα από το Κολο­ρά­ντο, παντρεύ­τη­κε απέ­κτη­σε κι έναν γιο και
έμει­νε εκεί δέκα χρόνια.

Έπαι­ζε κιθά­ρα σε μαγα­ζιά της Αστόριας. 

«Εκα­νε αυτό που αγαπούσε. 

Χώρι­σε όμως με τη γυναί­κα του και το ’87 επέ­στρε­ψε στην Ικαρία
και έμει­νε μαζί με την μητέ­ρα μας, όπου έφτια­ξε ξανά τη ζωή του κι έκα­νε έναν
δεύ­τε­ρο γάμο με τη Φανή». 

Στο νησί παρέ­δι­δε μαθή­μα­τα κιθά­ρας, παίρ­νο­ντας ελά­χι­στα χρήματα.
Το παρα­τσού­κλι του ήταν «Αλμπά­νο και οι μικροί μαθη­τές του κι όλο το χωριό έτσι
τον αποκαλούσαν. 

Όλα πια στη ζωή του Γιώρ­γου κυλού­σαν ομα­λά, ώσπου…. 

Το καλο­καί­ρι του 1993 θα γρα­φό­ταν ο τρα­γι­κός επίλογος.

Όταν άκου­σε ότι στην περιο­χή Πανα­γιά είχε ξεσπά­σει φωτιά και
είχαν παγι­δευ­τεί 4 γέρο­ντες έτρε­ξαν με τους φίλους του, τον Δημή­τρη Τσα­γα­νό και
τον Ηλία Φυσί­δα, να τους σώσουν. 

Τους μετέ­φε­ραν σε άλλο μέρος, πιστεύ­ο­ντας ότι ήταν ασφαλείς. 

Ο αέρας όμως γύρι­σε και η φωτιά ήρθε επά­νω τους. 

Εγκλω­βί­στη­καν και κάη­καν όλοι.

(της Χρι­στιάν­να Λούπα)

 (Palmografos.com –
Πολυ­τε­χνείο 1973, Ικα­ρία 1993: Ο αφα­νής ήρω­ας Γιώρ­γος Κηρύκου).

Κλεί­νο­ντας το αφιέ­ρω­μα στην επέ­τειο και στο πνεύ­μα του κειμένου,
παρα­θέ­του­με το τρα­γού­δι του
Sergio Endrigo: η
μπα­λά­ντα του πρώ­ην (
La ballata dellex)… Αυτού, που φυλά­ει Θερ­μο­πύ­λες, την ώρα που οι πρώ­ην σύντρο­φοι τις αντάλ­λα­ξαν με …θέσεις στο υπουρ­γείο και την TV
.

 

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Πρό­κει­ται για ένα έξο­χο σημεί­ω­μα τιμής και ανα­γνώ­ρι­σης των χιλιά­δω­να­γω­νι­στών εκεί­νων των ημε­ρών, που όπως υπο­γραμ­μί­ζει ο φίλ­τα­τος απο­στο­λέ­ας του Στέ­φα­νος Πάντος “… Είναι και η ιστο­ρία των
χιλιά­δων άγνω­στων “ανώ­νυ­μων” ανι­διο­τε­λών αγω­νι­στών του Πολυ­τε­χνεί­ου, που ποτέ
δεν ζήτη­σαν τίπο­τε και ποτέ δεν εξαρ­γύ­ρω­σαν εκεί­νους τους αγώ­νες
“.



Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ
ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ
 

Γιώρ­γος Κηρύ­κου. Είναι ένας από τους αφα­νείς ήρωες
του Πολυτεχνείου
Την ώρα που μπή­καν τα τανκς ήταν κρε­μα­σμέ­νος πάνω στην κολόνα
και κρα­τού­σε την ελλη­νι­κή σημαία. Νύχτα 17ης Νοεμ­βρί­ου 1973. Αυτός
σκαρ­φα­λω­μέ­νος στην πύλη του Πολυ­τε­χνεί­ου ανε­μί­ζει την ελλη­νι­κή σημαία και
φωνά­ζει, «όχι αδέρ­φια, δεν μπο­ρεί­τε να το κάνε­τε αυτό».
Μαζί με την πόρ­τα του Πολυ­τε­χνεί­ου, όλα έγι­ναν συντρίμμια.
Το όνο­μα του: Γιώρ­γος Κηρύ­κου. Είναι ένας από τους αφανείς
ήρω­ες του Πολυ­τε­χνεί­ου. Αυτός συνέ­χι­σε, επέ­ζη­σε, συνε­λή­φθη, βασανίστηκε,
απο­σύρ­θη­κε, σιώ­πη­σε και δυο δεκα­ε­τί­ες μετά την εξέ­γερ­ση κάη­κε στην
κατα­στρε­πτι­κή φωτιά της Ικα­ρί­ας το 1993 στην προ­σπά­θεια του να απε­γκλω­βί­σει από
τον πύρι­νο κλοιό μια γερό­ντισ­σα που κου­βα­λού­σε στην πλά­τη του. Μια ακό­μη θυσία…
Σαν εκεί­νη της ψυχής του, που σιγό­και­γε τον Νοέμ­βριο του 73
για ελευ­θε­ρία, σαν αυτή που κατέ­καιε 20 χρό­νια μετά ολό­κλη­ρο το νησί. Το όνομα
του στον κατά­λο­γο των 13 νεκρών του τρα­γι­κού περι­στα­τι­κού της Ικα­ρί­ας. Η
επα­νά­στα­ση δεν ήταν κάτι που γινό­ταν έξω απ’ αυτόν. Η μικρό­τε­ρη αδερ­φή του
Όλγα, μόλις 11 ετών τότε, θυμά­ται τον Γιώρ­γο να λέει με υπε­ρη­φά­νεια, «άντε να
αστρά­ψει το όρα­μα, να φωτι­στεί η ύπαρ­ξη μας, μπας και πάρει φωτιά ο κόσμος».

Παλι­κα­ρά­κι 18 ετών, με ένα σακί­διο στον ώμο και με λιγοστά
χρή­μα­τα, έφυ­γε από το νησί για να κυνη­γή­σει το όνει­ρο στην μεγαλούπολη.
Οικο­δο­μή, ελαιο­χρω­μα­τι­στής ήταν μερι­κές από τις δου­λειές που έκα­νε εκεί­νο τον
και­ρό. Το όνει­ρο του όμως και η μεγά­λη του αγά­πη ήταν η κιθά­ρα. Του άρε­σε να
φτιά­χνει στι­χά­κια και­νά τρα­γου­δά­ει για τους ανθρώ­πους, για τη ζωή, για το
άγνω­στο αύριο που ξημε­ρώ­νει. Ο αρρα­βώ­νας του με μια φοι­τή­τρια, τη Μαρία, που
έχα­σε μέσα στη δίνη των γεγο­νό­των, τον έφε­ραν στα 19 του χρό­νια στο
Πολυ­τε­χνείο. «Δεν άρε­σε στον αδερ­φό μου να μιλά­ει για το Πολυ­τε­χνείο γιατί
θεω­ρού­σε ότι δεν είχε κάνει κάτι σημα­ντι­κό», ανα­φέ­ρει η 43χρονη, σήμε­ρα, αδερφή
του Όλγα και συνε­χί­ζει: «Την ώρα που μπή­καν μέσα τα τανκς αυτός ήταν
κρε­μα­σμέ­νος πάνω στην κολό­να και κρα­τού­σε την ελλη­νι­κή σημαία. Αρχι­ζε να τρέχει
μαζί με άλλους και, όπως μου είχε πει, κρύ­φτη­κε σ’ έναν φωτα­γω­γό. Τον έπιασαν
όμως και φυλα­κί­στη­κε για ένα μήνα στο Χαϊ­δά­ρι. Οι βασα­νι­στές του τον χτυπούσαν
ανε­λέ­η­τα, τα ρού­χα του ήταν ποτι­σμέ­να από το αίμα, αλλά ο Γιώρ­γος άντε­ξε. Η
μητέ­ρα μου είχε τρε­λα­θεί, έκλε­γε και έλε­γε συνε­χώς, χάθη­κε το παι­δί μου».
«Οι μέρες περ­νού­σαν κι ελπί­δες εξα­νε­μι­ζό­ντου­σαν, ώσπου ένα
γράμ­μα­της Μαρί­ας έφε­ρε ξανά στο σπί­τι μας τη χαρά. Ο Γιώρ­γος ήταν ζωντανός.
Μέσω ενός φαντά­ρου ο αδερ­φός μου κατά­φε­ρε να επι­κοι­νω­νή­σει με την αγα­πη­μέ­νη του
και λίγες μέρες μετά να απο­φυ­λα­κι­στεί», θυμά­ται η Όλγα. Πέρα­σε αρκε­τός καιρός
μέχρι να συνέλ­θει από τον ξυλο­δαρ­μό και το σοκ που είχε υπο­στεί ο Γιώρ­γος. Ποτέ
όμως δεν θέλη­σε να δημο­σιο­ποι­ή­σει οτι­δή­πο­τε για την ιστο­ρία του Πολυτεχνείου.
Λίγους μήνες μετά μπαρ­κά­ρι­σε λόγω των οικο­νο­μι­κών δυσκο­λιών που αντιμετώπιζε
και ταξί­δε­ψε μέχρι τη μακρι­νή Βρα­ζι­λία. Γύρι­σε όμως γρή­γο­ρα, αφού ήταν
παρά­νο­μος και δεν είχε κανέ­να χαρ­τί μαζί του. Έμει­νε για λίγο στην Αθή­να και
ύστε­ρα έφυ­γε για την Αμε­ρι­κή, όπου γνώ­ρι­σε μια κοπέ­λα από το Κολοράντο,
παντρεύ­τη­κε απέ­κτη­σε κι έναν γιο και έμει­νε εκεί δέκα χρόνια.
Έπαι­ζε κιθά­ρα σε μαγα­ζιά της Αστό­ριας. Εκα­νε αυτό που
αγα­πού­σε. Χώρι­σε όμως με τη γυναί­κα του και το ’87 επέ­στρε­ψε στην Ικα­ρία και
έμει­νε μαζί με την μητέ­ρα μας, όπου έφτια­ξε ξανά τη ζωή του κι έκα­νε έναν
δεύ­τε­ρο γάμο με τη Φανή». Στο νησί παρέ­δι­δε μαθή­μα­τα κιθά­ρας, παίρνοντας
ελά­χι­στα χρή­μα­τα. Το παρα­τσού­κλι του ήταν «Αλμπά­νο» και οι μικροί μαθη­τές του κι
όλο το χωριό έτσι τον απο­κα­λού­σαν. Όλα πια στη ζωή του Γιώρ­γου κυλού­σαν ομαλά,
ώσπου…. Το καλο­καί­ρι του 1993 θα γρα­φό­ταν ο τρα­γι­κός επίλογος.
Όταν άκου­σε ότι στην περιο­χή Πανα­γιά είχε ξεσπά­σει φωτιά και
είχαν παγι­δευ­τεί 4 γέρο­ντες έτρε­ξαν με τους φίλους του, τον Δημή­τρη Τσα­γα­νό και
τον Ηλία Φυσί­δα, να τους σώσουν. Τους μετέ­φε­ραν σε άλλο μέρος, πιστεύ­ο­ντας ότι
ήταν ασφα­λείς. Ο αέρας όμως γύρι­σε και η φωτιά ήρθε επά­νω τους. Εγκλωβίστηκαν
και κάη­καν όλοι.
της Χρι­στιάν­να Λούπα
Palmografos.com – Πολυ­τε­χνείο 1973, Ικα­ρία 1993: Ο αφα­νής ήρω­ας Γιώργος
Κηρύκου
________________________
Αλλά δεν είναι η ιστο­ρία του Γιώρ­γου Κηρύ­κου μόνο.
Είναι και η ιστο­ρία των χιλιά­δων άγνω­στων “ανώ­νυ­μων” ανι­διο­τε­λών αγω­νι­στών του
Πολυ­τε­χνεί­ου, που ποτέ δεν ζήτη­σαν τίπο­τε και ποτέ δεν εξαρ­γύ­ρω­σαν εκείνους
τους αγώνες.

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted