Περί συντροφικής κριτικής και αυτοκριτικής - Φαιακία

Περί συντροφικής κριτικής και αυτοκριτικής

Λάβαμε και ασμένως
αναπαράγουμε το παρακάτω άρθρο με τον παραπάνω τίτλο του φίλτατου
Γιώργου Ρούση,
εκτιμώντας ιδιαίτερα την κρισιμότητα, την επικαιρότητα αλλά και την διαχρονική
του αξία.

 

Ακο­λου­θώ­ντας την νιτσεϊ­κή συλ­λο­γι­στι­κή με βάση
την
  οποία  κάτι που αγα­πάς δεν το γλεί­φεις, αλλά του
ασκείς κρι­τι­κή για να βελ­τιω­θεί, η Γαλ­λί­δα Έλσα Τριο­λέτ και ο δικός μας Γιάννης
Ρίτσος άσκη­σαν κρι­τι­κή τόσο στον υπαρ­κτό όσο και στα Κομ­μου­νι­στι­κά κόμματα.

Η Έλσα Τριο­λέτ σύζυ­γος του Αρα­γκόν, αν  και ουδέ­πο­τε υπήρ­ξε μέλος του Γαλλικού
Κομ­μου­νι­στι­κού Κόμ­μα­τος, έχει κατα­γρα­φεί, στη συνεί­δη­ση μιας γενιάς
κομ­μου­νι­στών και γενι­κό­τε­ρα αρι­στε­ρών ανθρώ­πων, ως πιστή σε αυτό το Κόμ­μα και
στην Σοβιε­τι­κή Ένωση.

Σε μια συλ­λο­γή με απο­φθέγ­μα­τα της1 μπορούμε
να ανι­χνεύ­σου­με ότι η Τριο­λέ αντι­με­τω­πί­ζει κρι­τι­κά τόσο το Γαλ­λι­κό ΚΚ, όσο και
την Σοβιε­τι­κή Ένω­ση. Ανά­λο­γες τοπο­θε­τή­σεις είχε και ο δικός μας «κομ­μα­τι­κός »
ποι­η­τής Γιάν­νης Ρίτσος .2 

Επει­δή θεω­ρώ ότι και αυτή η πτυ­χή του έργου των δυο
αυτών κομ­μου­νι­στών δια­νο­ου­μέ­νων, αν και όχι κυρί­αρ­χη σε αυτό, και στη
γενι­κό­τε­ρη στά­ση ζωής τους, απο­τε­λεί σημα­ντι­κό κομ­μά­τι του στο­χα­σμού τους το
οποίο είναι μάλ­λον απο­σιω­πη­μέ­νο, παρα­θέ­τω ορι­σμέ­να ενδει­κτι­κά απο­σπά­σμα­τα από
αυτά τα  γρα­πτά τους. 

Και ας ξεκι­νή­σου­με από την Τριο­λέτ ακο­λου­θώ­ντας  όπως η ίδια δηλώ­νει τη  λογι­κή «μόνον προ­σπα­θώ­ντας να το φωτίσουμε
και όχι αρνού­με­νοι την ύπαρ­ξη του μπο­ρού­με να κατα­πο­λε­μή­σου­με το κακό»,[i] γράφει
για τη σχέ­ση κόμ­μα­τος – δια­νο­ου­μέ­νων απ’ αφορ­μή την αξιο­λό­γη­ση του καλλιτέχνη
με βάση την κομ­μα­τι­κό­τη­τα του, η οποία ίσχυε τότε στην πρά­ξη: «
το κόμ­μα δεν
μπο­ρεί να σου δώσει ταλέ­ντο
». 

Μέσω ενός σχο­λί­ου της για τη σχέ­ση μέσων – σκοπού,
όπως αυτή λει­τούρ­γη­σε στον «υπαρ­κτό» είναι ξεκά­θα­ρο ότι ασκεί κρι­τι­κή στην
σοσια­λι­στι­κή δημο­κρα­τία της Σοβιε­τι­κής Ένωσης.

 Γρά­φει σχετικά
: « Όλα, τους ήταν επι­τρε­πτά για την επί­τευ­ξη του καλού σκο­πού. Τώρα ο
σκο­πός δεν υπάρ­χει πια, συνε­χί­ζουν όμως να πιστεύ­ουν ότι όλα τους είναι
επι­τρε­πτά

Ανα­φο­ρι­κά με την Σοβιε­τι­κή Ένω­ση και πάλι, πάνω από 20
χρό­νια πριν την κατάρ­ρευ­ση της έγρα­φε: «Δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει ευτυ­χία σε μια
κοι­νω­νία που βασι­λεύ­ει η δυσπι­στία
», και επίσης:

«Είναι πιο εύκο­λο να φαντα­στεί κανείς και να
δημιουρ­γή­σει την υλι­κή βάση του κομ­μου­νι­σμού παρά την ηθι­κή του

Και ας έλθου­με τώρα στον Γιάν­νη Ρίτσο. Στο ποί­η­μα του
Το Δια­ζευ­κτι­κό «
ˊΗ», έχο­ντας προ­φα­νώς κατά νου τη δογ­μα­τι­κή
σκέ­ψη γρά­φει: «γνω­ρί­ζο­ντας καλά πως ακα­τόρ­θω­τη
είναι/η ακρί­βεια,
πως ακρί­βεια δεν υπάρ­χει, (γι ’αυτό κι ασυ­χώ­ρε­το το ύφος το πομπι­κό της βεβαιό­τη­τας, – ο
θέος να μας φυλά­ει).»

Στο ίδιο μήκος κύμα­τος κινού­νται και τα ποι­ή­μα­τα «Εκ
των υστέ­ρων» και οι «Ανα­βο­λές» από την ενό­τη­τα «Πέτρες» όπου ο ποιητής
ανα­φέ­ρε­ται στην αδρά­νεια, στη στα­σι­μό­τη­τα σκέ­ψης και πρά­ξης, που έχουν σαν
συνέ­πεια τη μη αντα­πό­κρι­ση στις απαι­τή­σεις των και­ρών.
 

Να τι γρά­φει στο δεύ­τε­ρο: «Περ­νά­νε οι μέρες.
Χτυ­πά­ει το πανί στο καράβι./ Κόβε­ται το σκοι­νί. Δεν τα ποτί­σα­με τα δέντρα. Τον
άλλο χρό­νο ξερά­θη­καν-ούτε καρ­πός ούτε φύλλο./ Οι γυναί­κες γερά­σα­νε γρήγορα.
Μικρά σαλιγκάρια/ ανη­φο­ρά­νε στους τοί­χους. Όταν μια μέρα κατεβήκαμε/ να
καθα­ρί­σου­με, επι­τέ­λους, το πηγά­δι –τίπο­τα
̇̇ /κού­φια δρο­σιά κι ένας σωρός σκου­ρια­σμέ­νοι
κου­βά­δες./Τους βγά­λα­με έναν έναν. Το νερό είχε στε­ρέ­ψει.» 

Στο ποί­η­μα «Το τέλος της Δωδώ­νης, Ι» που
περι­λαμ­βά­νε­ται στις «Επα­να­λή­ψεις Β’», ο ποι­η­τής καταγ­γέλ­λει τα παπικά-κομματικά
ιερα­τεία τα οποία σαν «τους βωμούς, τις εκκλη­σί­ες, τα μαντεία»,….[…] δίνουν μια
απά­ντη­ση «(όσο κι αν άλλα­ζε κάθε φορά, κάθε φορά στον ίδιο τόνο:/σίγουρη,
δυνα­τή, προ­στα­χτι­κή, αμε­τά­κλη­τη. Ξενοιά­ζα­με κάπω­ς/- άλλοι είχαν την ευθύ­νη της
από­φα­σης για επι­τυ­χία κι απο­τυ­χία. Εμείς/ μονά­χα την υπο­τα­γή και την εχτέλεση,
με γερ­μέ­να ματό­φυλ­λα…
» 

To 1969 , ο Ρίτσος γρά­φει το συγκλο­νι­στι­κό ποί­η­μα «η
χαμέ­νη Υπερ­βό­ρειος»: «Το μάθα­με καλά πως Υπερ­βό­ρειος διό­λου δεν υπάρχει/
[…..] Σήμε­ρα βεβαιώθηκε:/ μια σκέ­τη φαντα­σία η χώρα απ’ όπου μας ερχότανε/ οι
κύκνοι και τα ορτύ­κια, όπου οι σεμνό­πρε­πες κόρες / Λαο­δί­κη και Υπερόχη
ετοί­μα­ζαν για τους θεούς/τα πρώ­τα φρού­τα της σοδειάς , προ­σε­χτι­κά τυλίγοντάς
τα/ σ’ άχυ­ρο σίτου και λεπτό χαρ­τί[……]
Και πάντα αισιό­δο­ξος συνε­χί­ζει : «Ωστό­σο
ακό­μη συνε­χί­ζου­με τον μισο­τε­λειω­μέ­νο παιά­να /αφήνοντας ένα κενό στου ονόματος
το μέρος, μήπως /βρεθεί κανέ­να νέο, και το προ­σθέ­σου­με την ύστα­τη ώρα,/πάντοτε
με το φόβο μήπως ο αριθ­μός των συλ­λα­βών του,/μικρότερος ή μεγα­λύ­τε­ρος, μας
χαλά­σει το μέτρο
. »   

Τέλος η Τριο­λέτ λίγο πριν το τέλος της προ­φή­τευ­σε: «πεθά­να­με
πολύ νωρίς για να παρα­βρε­θού­με στη γιορ­τή που έρχε­ται
».

Έκα­νε λάθος, διό­τι τόσο στην ίδια όσο και στον Ρίτσο
και τη γενιά τους, μπο­ρεί να τους κατα­λο­γί­σουν τα χελι­δό­νια ότι δεν έφε­ραν την
άνοι­ξη3, όχι όμως ότι δεν συνέ­βα­λαν στον ερχο­μό της, με την
πολύ­πλευ­ρη συμ­βο­λή τους στην υπό­θε­ση του κομ­μου­νι­σμού, μια συμ­βο­λή η οποία ως
όφει­λαν περι­λαμ­βά­νει και την καλό­πι­στη κρι­τι­κή τους απέ­να­ντι στα ΚΚ και στον
«υπαρ­κτό».

Θυμί­ζω ότι κατά
τον Λένιν  «η στά­ση ενός πολιτικού
κόμ­μα­τος απέ­να­ντι στα λάθη του είναι ένα από τα σπου­δαιό­τε­ρα και ασφαλέστερα
κρι­τή­ρια για τη σοβα­ρό­τη­τα του κόμ­μα­τος και για την εκπλή­ρω­ση στην πρά­ξη από
μέρους του των υπο­χρε­ώ­σε­ών του απέ­να­ντι στην τάξη του και στις εργαζόμενες
μάζες» 4

                                                                                                                        

 

1 Proverbes d’
Elsa, Les Editeurs Français Réunis, 1971

 

2 Αυτές περιέ­χο­νται κυρί­ως στην τρι­πλή συλ­λο­γή του
«Πέτρες, Επα­να­λή­ψεις, Κιγκλι­δώ­μα­τα», Εκδό­σεις Κέδρος, 1972

 

3 Παρά­φρα­ση από γνω­μι­κό του Οδυσ­σέα Ελύτη

 

4 Λένιν, «Ο “αρι­στε­ρι­σμός” παι­δι­κή αρρώστια
του κομ­μου­νι­σμού», Απα­ντα, τόμος 41, σελί­δα 41.

 

  

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted