Μια γυναίκα από μια Ελλάδα μαγική - Φαιακία

Μια γυναίκα από μια Ελλάδα μαγική

Το κεί­με­νο αυτό του Αλέ­κου Αλα­βά­νου έφτα­σε στην ΦΑΙΑΚΙΑ από τον φίλ­τα­το …πλη­ρο­φο­ριο­δό­τη της Στέ­φα­νο Πάντο. Το απο­λαύ­σα­με αισθη­τι­κά και νοηματικά…Το ανα­δη­μο­σιεύ­ου­με προ­θυ­μό­τα­τα, προ­τάσ­σο­ντας το σχό­λιο του Στέ­φα­νου Πάντου: 
ΑΧ  
ΑΛΕΚΟ!! ΤΕΤΟΙΟΥΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΜΑΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΟΥΝ ΣΤΟ
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΤΣΙ. . .
 ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ,
ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΙΜΑ ΠΟΛΥ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΣΥΝΗΘΩΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΟΥΤΕ
ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΟΥΤΕ ΤΗΝ ΘΕΛΗΣΗ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙ ΑΠΛΑ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ. . .
ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΜΗΠΩΣ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΑΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΝΑ ΕΧΕΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΜΕΝΟ ΜΙΚΡΟ ΧΡΟΝΙΚΟ
ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΕ ΠΟΛΙΤΗ. . .

Μια γυναί­κα από μια Ελλά­δα μαγι­κή
Βγή­κα­με από τη στε­νά­χω­ρη έδρα του
Σωμα­τεί­ου Συντα­ξιού­χων ΙΚΑ Κυκλά­δων. Με τη βία χωρού­σα­με τα έξι επτά μέλη της
Διοί­κη­σης και η Ελέ­νη, ο Νίκος, ο Θόδω­ρος, η άλλη Ελέ­νη κι εγώ από το Σχέ­διο Β.
Η φιλο­ξε­νία ήταν ζεστή, η ατμό­σφαι­ρα ήταν βαριά, όπως πάντα όταν μιλάς πια για
το πόσο εξα­θλιω­μέ­να ζού­νε εργα­ζό­με­νοι και από­μα­χοι σήμερα.
Βρε­θή­κα­με έξω, στο πλακόστρωτο,
κοντά στις βου­καμ­βί­λιες και τα κλου­βιά με τα κανα­ρί­νια. Είχα­με μισή ώρα στη
διά­θε­σή μας μέχρι την επό­με­νη συνά­ντη­ση με τους εργα­ζό­με­νους στο Νεώ­ριο της
Σύρου. Τότε κατα­λά­βα­με ότι το μικρό γρα­φείο που ήμα­σταν ήταν στο ισό­γειο ενός
μεγα­λό­πρε­που τριώ­ρο­φου κτη­ρί­ου, ενός αρχο­ντι­κού επεν­δυ­μέ­νου με συμπαγές
μάρμαρο.
Η προ­σο­χή μας στρά­φη­κε στα
περί­τε­χνα σκα­λι­σμέ­να φου­ρού­σια των μπαλ­κο­νιών. Άρα­γε ήταν τηνια­κοί οι μάστορες
που έκα­ναν τόσο καλ­λι­τε­χνι­κή δου­λειά; Και το ραβδί με τα δύο φίδια, το σήμα του
Ασκλη­πιού; Ήταν μήπως παλιά νοσο­κο­μείο ή το νεο­κλα­σι­κό κάποιου μεγαλογιατρού;
Μιλού­σα­με έτσι, για να περά­σει η
ώρα. Μια νέα γυναί­κα μας περιερ­γα­ζό­ταν επί­μο­να από την πόρ­τα της εισόδου.
Σας αρέ­σει το κτή­ριο; Έχε­τε καιρό
να σας ξεναγήσω;
Την ακο­λου­θή­σα­με. Μας μίλη­σε για
τους σιδε­ρέ­νιους βενε­τσιά­νι­κους φεγ­γί­τες, τη λαξευ­τή λιθο­δο­μή, τα περίτεχνα
γεί­σα των παρα­θύ­ρων. Ερμή­νευε τα δια­κο­σμη­τι­κά σχέ­δια. Ανε­βή­κα­με στον πρώτο
όρο­φο. Μας οδή­γη­σε επί­ση­μα στην αίθου­σα χορο­ε­σπε­ρί­δων με τις τοι­χο­γρα­φί­ες από
σκη­νές κυνη­γιού, τη θεά Άρτε­μη, τις ψαριές κρε­μα­σμέ­νες στη βερά­ντα. Τραπεζαρίες
με εκρη­κτι­κά χρώ­μα­τα. Στον διά­δρο­μο πάνω από κάθε πόρ­τα προ­σω­πο­γρα­φί­ες των
ηρώ­ων Κολο­κο­τρώ­νη, Καραϊ­σκά­κη, Παπα­φλέ­σα. Στον τρί­το όρο­φο, με πολύχρωμο
διά­κο­σμο και τα υπνο­δω­μά­τια. Μαρ­μά­ρι­να γλυ­πτά στις σκάλες.
Το κτή­ριο το σχε­δί­α­σε ο συριανός
αρχι­τέ­κτο­νας Βλη­σί­δης, μας είπε η νέα γυναί­κα, την επο­χή της μεγά­λης ακμής της
Ερμού­πο­λης, μετά την Επα­νά­στα­ση. Ανή­κε στην οικο­γέ­νεια Αναρ­γύ­ρου, μετά στην
οικο­γέ­νεια Βελισ­σα­ρο­πού­λου. Πριν κάποια χρό­νια δόθη­κε στην Εργα­τι­κή Εστία και
τώρα στε­γά­ζει το Εργα­τι­κό Κέντρο που ιδρύ­θη­κε το 1918.
Κατε­βή­κα­με πάλι στο ισό­γειο. Τα δωμάτια
των φιλο­ξε­νου­μέ­νων και των υπη­ρε­τών. Το πάτω­μα σκα­κιέ­ρα, μαύ­ρες και λευκές
μαρ­μά­ρι­νες πλά­κες. Στο τέλος, προς την είσο­δο μεγα­λο­πρε­πής η αίθου­σα υποδοχής.
Εκεί ήταν κρε­μα­σμέ­να τα ιστορικά
εργα­τι­κά λάβα­ρα. Μετά­ξι, κεντη­μέ­νο με χρυ­σο­κλω­στές, με την τεχνι­κή του τζεβρέ,
όλα με μια αγιο­γρα­φία στο κέντρο. «Σύν­δε­σμος Εργα­τών Λιμέ­νος Σύρου» 1914, με τα
Εισό­δια της Θεο­τό­κου. «Σύν­δε­σμος Ναυ­πη­γο­ερ­γα­τών, 1918, με τη Γέν­νη­ση του Ιωάννη
Προ­δρό­μου. «Σύν­δε­σμος Καφ­φεϋ­παλ­λή­λων Ερμού­πο­λης», 1912, η Αγία Μάρ­θα. «Σύν­δε­σμος
Σιτερ­γα­τών Σύρου», 1918, ο Άγιος με πανο­πλία και κοντά­ρι, πάνω σε μαύ­ρο άλογο,
το όνο­μά του μισοσβησμένο.
Ξερι­ζω­μέ­νοι πρό­σφυ­γες από την
κατα­στρο­φή της Χίου ίδρυ­σαν την Ερμού­πο­λη, θεο­σε­βού­με­νοι, όντας μάλιστα
ορθό­δο­ξη πια πλειο­ψη­φία στο καθο­λι­κό νησί της Σύρου, φτη­νά εργα­τι­κά χέρια, που
πάνω τους ρίζω­σε η πρώ­τη βιο­μη­χα­νι­κή πόλη της ανε­ξάρ­τη­της Ελλά­δας. Όχι χωρίς
σκλη­ρούς αγώ­νες. Το 1879 οι δύο πρώ­τες μεγά­λες απερ­γί­ες. Ιδρύ­ε­ται ο «Αδελ­φι­κός
Σύν­δε­σμος Ξυλουρ­γών» των ταρ­σα­νά­δων, των τότε ναυ­πη­γεί­ων, ζητά­ει ωρά­ριο και
καθο­ρι­σμέ­νο μερο­κά­μα­το. Ηττά­ται, οι εργο­δό­τες φέρ­νουν απερ­γο­σπά­στες από τις
γει­το­νι­κές Κυκλά­δες, τους βάζουν να εργά­ζο­νται 15 ώρες. Έπει­τα οι βυρσοδέψες,
σύρ­ρα­ξη στο νησί, από τις γέφυ­ρες των καϊ­κιών κατε­βαί­νουν ένο­πλα αστυνομικά
μπου­λού­κια από την Αθή­να. Νικά­νε: μειω­μέ­νο ωρά­ριο, κατάρ­γη­ση της αγγαρείας –
απλή­ρω­της κυρια­κά­τι­κης εργα­σί­ας, της «κου­του­ρά­δας» – αμοι­βής με το κομμάτι.

Έχου­με ένα ζωντα­νό διά­λο­γο με αυτή
τη νέα γυναί­κα. Μιλά­ει λιτά και απλά, για να κατα­λά­βου­με προ­φα­νώς. Ξέρει πολλά.
Άλλο είναι που μας προ­ξε­νεί όμως εντύ­πω­ση. Μια αγά­πη με πάθος για αυτές τις
σκά­λες, τους δια­δρό­μους, τις ξεθω­ρια­σμέ­νες φωτο­γρα­φί­ες από τους Συν­δέ­σμους. Μια
από­λυ­τη αφο­σί­ω­ση σε αυτό το μέγα­ρο, που υψώ­νε­ται πάνω από την ταξι­κή σύγκρουση,
και στα φαντά­σμα­τα που τον κατοι­κούν: τον αστι­κό πλού­το σε συντρο­φιά με την
προ­λε­τα­ρια­κή κλη­ρο­νο­μιά Σα να είναι όλα δικά της. Όπως αγα­πάς το πατρι­κό σου.
Κι ακό­μα περισ­σό­τε­ρο. Όπως αγα­πάς το χαμέ­νο πια πατρι­κό σου.

Την ευχα­ρι­στού­με και τη χαι­ρε­τά­με. Είμα­στε όμως πολύ περίεργοι.



-Μήπως κρα­τά­τε από την οικογένεια
Βελισ­σα­ρο­πού­λου, τη ρωτάμε.

-Όχι, μας λέει χαμογελώντας.

-Μήπως είστε συντη­ρή­τρια; Είστε ερω­τευ­μέ­νη με αυτό το κτήριο.

-Όχι. Εργά­ζο­μαι στο Εργα­τι­κό Κέντρο.
-Ως ξεναγός;
-Όχι. Είμαι η καθα­ρί­στρια. Εδώ κι επτά χρόνια.

Η απά­ντη­ση σα να έρχο­νταν από ένα
άλλο, μαγι­κό, κόσμο. Όχι από τη σημε­ρι­νή Ελλά­δα του κρά­τους – εχθρού, της
κατα­λή­στευ­σης της δημό­σιας λεί­ας και της δια­φθο­ράς, της εκποί­η­σης της
περιου­σί­ας του λαού, της απα­ξί­ω­σης όλων των «κοι­νών», της φορο­δια­φυ­γής, του
ατο­μι­σμού και της ιδιοτέλειας.
Μια γυναί­κα, με τη σφουγγαρίστρα,
τη χλω­ρί­νη και το καθα­ρι­στι­κό τουα­λέ­τας, με μια δου­λειά προ­ο­ρι­σμέ­νη πια μόνο
για μελα­ψές ή ανα­το­λί­τισ­σες, κατα­λύ­ει από μόνη της τη δια­φο­ρά χει­ρω­να­κτι­κής και
πνευ­μα­τι­κής εργα­σί­ας. Και κυρί­ως, παρά  την χαμη­λή κοι­νω­νι­κά κλί­μα­κα του
επαγ­γέλ­μα­τός της, παρά τη «βρώ­μι­κη δου­λειά» της, ενσαρ­κώ­νει το υψη­λό οραματικό
κι εξι­δα­νι­κευ­μέ­νο πνεύ­μα για την πόλη, όπως το δίνει ο Θου­κυ­δί­δης και ο
Περι­κλής στον Επι­τά­φιο. «Την πόλιν κοι­νήν  παρέ­χο­μεν», «η πόλη είναι κοινή,
ολο­νών μας». «Ένι τοις αυτοίς οικεί­ων άμα και πολι­τι­κών επι­μέ­λεια», «οι ίδιοι
άνθρω­ποι γνοιά­ζο­νται τα του οίκου τους και τα δημό­σια». «Μόνοι γαρ τον τε μηδέν
τών­δε μετέ­χο­ντα ουκ απράγ­μο­να, αλλά αχρεί­ον νομί­ζο­μεν», «για­τί είμα­στε οι μόνοι
που αυτόν που δεν συμ­με­τέ­χει στον δήμο, δεν τον θεω­ρού­με απο­συρ­μέ­νο, αλλά
αχρείο».
Κι όμως είναι δυνα­τό η σημερινή
απα­ξιω­μέ­νη Ελλά­δα να γίνει μαγι­κή – αυτό επι­βε­βαιώ­νουν τέτοια στιγ­μιό­τυ­πα. Να
πονέ­σου­με το κοι­νό αγα­θό. Να αγα­πή­σου­με αυτά που είναι ολο­νών. Να
υπε­ρα­σπι­σθού­με την συλ­λο­γι­κή περιου­σία με τον ίδιο τρό­πο που θα
υπε­ρα­σπι­ζό­μα­σταν το σπί­τι μας. Να νοη­μα­το­δο­τή­σου­με ξανά τον Δημό­σιο Χώρο και
την πατρί­δα μας. Να ανα­κα­λύ­ψου­με πάλι το συλ­λο­γι­κό. Να βιώ­σου­με την αλληλεγγύη
ως τον ισχυ­ρό κρί­κο ανά­με­σα στο προ­σω­πι­κό και το κοι­νό καλό.
Καμία μα καμία τεχνοκρατική
οικο­νο­μι­κή λύση, καμία μα καμία αλλα­γή στην εξου­σία, αν δεν συνο­δεύ­ε­ται από μια
πολι­τι­στι­κή επα­νά­στα­ση, δεν θα οδη­γή­σει που­θε­νά. Και μια επα­νά­στα­ση αξιών έχει
ήδη κατα­φύ­γιο στις καρ­διές πολ­λών Ελλη­νί­δων και Ελλήνων.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted