Μετά από μια “Όμορφη Κυριακή” - Φαιακία

Μετά από μια “Όμορφη Κυριακή”

Μεστός λόγος, αλλά και χρω­μα­τι­σμέ­νη συναι­σθη­μα­τι­κά γρα­φή -τι φυσι­κό­τε­ρο- είναι μία πρώ­τη απο­τί­μη­ση του φίλ­τα­του ΠΑΠ για την αλλα­γή της Κυρια­κής… Παραθέτουμε

Μετά από μια
“Όμορ­φη Κυριακή”
Οι περισ­σό­τε­ροι από τη γενιά μου
θα θυμού­νται ευχά­ρι­στα αυτή τη Κυρια­κή, που η τύχη μας έκα­νε τη χάρη να
ζήσου­με, κάνο­ντας έτσι ώστε να συμπέ­σει ο βιο­λο­γι­κός μας χρό­νος με τον
ιστο­ρι­κό, σε μια πολι­τι­κή εξέ­λι­ξη, τόσο μεγά­λου ιστο­ρι­κού μεγέ­θους – χωρίς
ίχνος υπο­κει­με­νι­σμού και εγω­ι­σμού – που θα ζήλευαν πολ­λές γενιές, ιδιαίτερα
εκεί­νες που αγω­νί­στη­καν για να ‘ρθει για τις επό­με­νες, μια τέτοια μέρα. 
Ιστο­ρι­κό γεγο­νός πολιτικής
αλλα­γής, που ο λαός έδει­ξε πως είναι απο­φα­σι­σμέ­νος να απο­φα­σί­σει να μετατρέψει
και σε κοι­νω­νι­κή αλλα­γή, αν κρί­νει κανείς από την ενερ­γη­τι­κή επι­λο­γή  των στό­χων και των μηνυ­μά­των των κομ­μά­των που
διεκ­δί­κη­σαν και κέρ­δι­σαν τη ψήφο τους.
Με απλά λόγια μετά από πολλά
χρό­νια αγώ­νων, μετά από πολ­λές ήττες, αμφι­σβη­τή­σεις, παρεκ­κλί­σεις, αστο­χί­ες κλπ
δυνά­μεις της αλλα­γής και της προ­ό­δου, κάτω από τα γεμά­τα αγω­νία και ελπίδα
βλέμ­μα­τα της Ευρώ­πης και πολ­λών άλλων χωρών, κέρ­δι­σαν μια σημα­ντι­κή νίκη, μετά
από έναν άνι­σο αγώ­να, μέσα από δύσκο­λες συν­θή­κες, εκφρά­ζο­ντας την ανά­γκη και
την απαί­τη­ση της πλειο­ψη­φί­ας της ελλη­νι­κής κοι­νω­νί­ας να ζήσει με αξιοπρέπεια,
να περι­φρου­ρή­σει το μόχθο της, την εθνι­κή της ανε­ξαρ­τη­σία, χωρίς τη λιτότητα,
τους εξευ­τε­λι­σμούς, την υπο­τέ­λεια, την αυταρ­χι­κό­τη­τα  που έζη­σε βάναυ­σα τα τελευ­ταία χρό­νια, από
τις κυβερ­νή­σεις που εξέ­φρα­ζαν ντό­πιες και ξένες δυνά­μεις και συμ­φέ­ρο­ντα, που
εξα­κο­λου­θούν να παρα­μέ­νουν στο προ­σκή­νιο, αλλά κυρί­ως στο παρασκήνιο,
ξεπερ­νώ­ντας τις αντο­χές και αυτής ακό­μη της ιστο­ρι­κής νομοτέλειας. 
Είναι αλή­θεια λοι­πόν ότι στη μεγάλη
γιορ­τή της “νίκης της δημο­κρα­τί­ας” και όχι απλά της δημο­κρα­τί­ας – όπως
υπο­κρι­τι­κά απο­κα­λούν ορι­σμέ­νοι τις εκλο­γές, με τη προ­ϋ­πό­θε­ση φυσι­κά ότι στο
ίδιο “δημο­κρα­τι­κό” πακέ­το θα συνυ­πάρ­χει υπο­χρε­ω­τι­κά και το απα­ραί­τη­το ευνοϊκό
γι αυτούς καθιε­ρω­μέ­νο συντη­ρη­τι­κό εκλο­γι­κό απο­τέ­λε­σμα – ήταν όλοι εκεί. Ή
του­λά­χι­στον θα ‘πρε­πε να ‘ναι όλοι εκεί.
Όλες οι γενιές που μόχθη­σαν για
τις αλλα­γές, δίνο­ντας υπέρ­με­τρες θυσί­ες από το περα­σμέ­νο αιώ­να μέχρι σήμερα,
από την αντί­στα­ση και δώθε.
Όλοι αυτοί που άλλα­ξαν παράγραφο
και γραμ­μα­το­σει­ρά, διεκ­δι­κώ­ντας να γρά­ψουν την αλλα­γή, μαζί με αυτούς που
περι­μέ­νουν με τον αγώ­να τους να γυρί­σουν τη σελί­δα της ιστο­ρί­ας και να γράψουν
μια νέα, δική τους,  χωρίς υπαγορεύσεις
και αντι­γρα­φές, εκεί­νη της ανα­τρο­πής και της απαλλαγής.
Έλλει­παν αυτοί που δεν θέλουν
τίπο­τε να αλλά­ξει, οι εκφρα­στές του συστή­μα­τος της εκμε­τάλ­λευ­σης, μαζί με τους
υπη­ρέ­τες τους, που δεν θέλουν να αλλά­ξουν το καθε­στώς της υπο­τέ­λειας στο οποίο
βυθί­ζε­ται καθη­με­ρι­νά όλο και περισ­σό­τε­ρο η ελλη­νι­κή κοι­νω­νία, όπου όμως οι
ίδιοι, έχουν μια χαρά βολευτεί.
Έλλει­παν όμως κι άλλοι. Αυτοί που
φιλο­δο­ξούν να γρά­ψουν από μόνοι τους, για όλους τους άλλους, μακρυά από τους
άλλους, τη δική τους “ιστο­ρία”, που χωρίς αυτούς όλους τους άλλους δεν θα
είναι  ιστο­ρία, παρά μια εθιμοτυπική
λιτα­νεία εικό­νων και συμ­βό­λων, που αν είχαν στό­μα και μιλιά δεν θα δίστα­ζαν να
εκφρά­σουν τη δυσα­να­σχέ­τη­ση  τους, από τη
προ­κλη­τι­κή μονο­πώ­λη­ση μέχρι και τη φθο­ρά που είναι ανα­γκα­σμέ­να, να υπο­στούν όλα
αυτά τα χρόνια.

Οι και­ροί αλλά­ζουν, είτε
ορι­σμέ­νοι το θέλουν, είτε δεν το θέλουν. Κι όταν αλλά­ζουν δεν αλλάζουν
υπο­χρε­ω­τι­κά, όπως ορι­σμέ­νοι το θέλουν, όσο πολύ κι αν το θέλουν. 
Οι και­ροί αλλά­ζουν, μαζί με
αυτούς και ‘μεις. Είτε το κατα­λα­βαί­νου­με, είτε όχι. 
Μεγα­λύ­τε­ρη όμως σημα­σία έχει το
να μπο­ρεί να κατα­λα­βαί­νει κανείς ότι αλλά­ζουν, πόσο και πως αλλά­ζουν, όπως και
αν και πόσο αλλά­ζει ακό­μη και ο ίδιος από αυτές, μέσα σε αυτές.

Μόνο τότε θα κατα­λά­βει ότι μαζί
με τους και­ρούς που αλλά­ζουν, αλλά­ζουν και οι όροι που παί­ζε­ται  το παι­γνί­δι της εξου­σί­ας, που είναι αυτή που
καθο­ρί­ζει και το στίγ­μα και το χαρα­κτή­ρα της αλλα­γής των και­ρών, αλλά  και των ανθρώ­πων που ζουν στη μικρή ή
μακρό­χρο­νη διάρ­κειά τους.
Η “όμορ­φη Κυρια­κή” πέρα­σε και για
να μην μεί­νει στη κυριο­λε­ξία στην ιστο­ρία σαν “Κυρια­κή κοντή γιορ­τή”, που το “κοντό”
της, δεν θα εκφρά­ζει πια το “κοντι­νό” – σύντο­μο του ερχο­μού της και μαζί με
αυτό και εκεί­νο της ελπί­δας, αλλά το “κοντι­νό” – σύντο­μο της διάρ­κειας της και
δυστυ­χώς τη λήξη της γιορ­τής και της ελπί­δας, θα πρέ­πει κάτι να γίνει.
Κάτι άλλο δια­φο­ρε­τι­κό από αυτό
που γίνο­νταν τόσα χρό­νια, τις άλλες φορές, που ‘φθα­νε ο κόσμος κοντά στη πηγή
να πει νερό και δεν έπι­νε, για­τί υπήρ­χαν οπλι­σμέ­νοι φύλα­κες που φυλά­γα­νε τη
πηγή, για­τί δεν είχε μαζί του παγού­ρια, ή για­τί τα παγού­ρια που του ‘χαν δώσει
αυτοί που τον οδη­γού­σαν ήταν τρύπια.
Τού­τη τη φορά δε σημαί­νει ότι θα
τα κατα­φέ­ρει υπο­χρε­ω­τι­κά από μόνος του, επει­δή του του­χαν όλα τ’ άλλα κι έμαθε.
Ψέμ­μα­τα πολ­λά υπάρ­χουν, να του
πουν. Συνή­θως κρα­τούν για το τέλος δυστυ­χώς το μεγαλύτερο. 
Να του πουν δηλα­δή ότι η πηγή δεν
έχει πια νερό.
Ή ακό­μη ότι έχει, αλλά επειδή
κιν­δυ­νεύ­ει να λιγο­στέ­ψει με τη δίψα του, που είναι τόσο μεγά­λη και για να
φτά­σει για όλους,  πως κάποιοι πρέ­πει να
κάνου­νε κου­μά­ντο και ότι γι αυτό θα πρέ­πει να το πληρώσει.
Πολ­λοί είναι αυτοί που θα αναρωτηθούν,
αν χρειά­ζο­νται αυτά που γρά­φω, για­τί τα γρά­φω και πάνω από όλα αν είναι σωστά
κι αν έχουν κάποια βάση.
Θα ‘ταν καλ­λί­τε­ρα να προσπαθήσουν
να κατα­λά­βουν τι σημαίνουν.
Απλά για να μην συμ­βούν τα
χει­ρό­τε­ρα, θα πρέ­πει κάποιοι που έχουν απο­φα­σί­σει να συμ­με­τά­σχουν  στη δια­δι­κα­σία της αλλα­γής, της ανα­τρο­πής και
της απαλ­λα­γής να απο­φα­σί­σουν να μάθουν με ποιους όρους παί­ζε­ται σήμε­ρα το
παι­γνί­δι της εξουσίας.
Να κατα­λά­βουν ότι το παι­γνί­δι δεν
παί­ζε­ται μόνο με ταξι­κούς, μαρ­ξι­στι­κούς και παρό­μοιου τύπου όρους, ώστε να
εφεύ­ρουν – αν δεν τα έχουν ήδη στη διά­θε­σή τους “ελέω κλη­ρο­νο­μι­κού δικαίου”
–  τα αρι­στε­ρό­με­τρα και τα μαρξόμετρα,
αλλά  και με όρους που καθο­ρί­ζει ο
αντί­πα­λος, που έχει στη διά­θε­σή του, “πλεί­στα, όσα εργαλεία”.
Κι ότι όσο κι αν βλέ­πουν τα
εργα­λεία αυτά των αντι­πά­λων του, να μην αντα­πο­κρί­νο­νται στο επιστημονικό
επί­πε­δο των κλασ­σι­κών τους ανα­λύ­σε­ων, που αναμ­φι­σβή­τη­τα μπο­ρεί να έχουν υποστεί
τη μεγα­λύ­τε­ρη δυνα­τή βελ­τί­ω­ση, που θα μπο­ρού­σε να τους προ­σφέ­ρει ένα σοβαρό
πνεύ­μα ανα­νέ­ω­σης και εκσυγ­χρο­νι­σμού, να είναι βέβαιοι ότι ο βαθύς ταξικός
χαρα­κτή­ρας και η συνεί­δη­ση που δια­θέ­τουν οι αντί­πα­λοί τους, τα καθιστούν
από­λυ­τα απο­τε­λε­σμα­τι­κά και σύγχρονα.
Ας κάνει λοι­πόν το κόπο τόσο η
παρα­δο­σια­κή αρι­στε­ρά, όσο και η ανα­νε­ω­τι­κή αρι­στε­ρά και όλοι όσοι θεω­ρούν ότι
μπο­ρούν να κατα­τά­ξουν τον εαυ­τό τους σε αυτή τη ευρύ­τα­τη πολι­τι­κή κατηγορία,
ανε­ξάρ­τη­τα από  ονό­μα­τα, όρους,
κατη­γο­ριο­ποι­ή­σεις κλπ, αλλά περισ­σό­τε­ρο με βάση την από­φα­σή τους και τη
ειλι­κρι­νή τους διά­θε­ση για αγώ­να και δρά­ση για το λαϊ­κό συμ­φέ­ρον, ανεξάρτητα
από κοι­νω­νι­κές ομά­δες, χωρίς ξανά έπαρ­ση, αλα­ζο­νεία, εμπά­θεια και
αντι­πα­λό­τη­τες, να αντι­λη­φθούν το σύγ­χρο­νο πολι­τι­κό περι­βάλ­λον τόσο στη χώρα,
όσο  και στον πλα­νή­τη, να αναλογιστούν
και να ανα­λά­βουν τις ευθύ­νες τους, για­τί αλλιώς η ιστο­ρία, κάπο­τε θα βαρε­θεί να
κατα­γρά­φει τα λάθη, και μαζί με αυτή και οι επό­με­νες γενιές, οι οποί­ες – αν και
εφό­σον εξα­κο­λου­θή­σουν δια­θέ­τουν ακό­μη το κρι­τή­ριο της λογι­κής και της κρίσης –
θα απα­ξιώ­νουν στο σύνο­λό της την ιστο­ρία αυτών των επο­χών, επει­δή το μόνο που
θα μπο­ρεί να τους προ­σφέ­ρει, μετά από μια σύντο­μη ανά­γνω­ση, θα είναι μια απλή
περιέρ­γεια, για το πώς είναι δυνα­τόν άνθρω­ποι με τέτοια πλού­σια κλη­ρο­νο­μία, να
έζη­σαν τέτοια ζωή, κατα­στρέ­φο­ντας το μέλ­λον τους. 
Η ζωή έχει απο­δεί­ξει ότι δεν
είναι τόσο γεν­ναιό­δω­ρη για να δίνει συνέ­χεια ευκαι­ρί­ες. Από την άλλη το
παι­γνί­δι της εξου­σί­ας στή­νει συνε­χώς παγίδες.
Ας φοβη­θού­με και λίγο τους
“Δανα­ούς”, που ‘ρχο­νται πρόθυμοι, 
γεμά­τοι “δώρα”.
Ας μην έχου­με συνε­χώς την
εντύ­πω­ση ότι είμα­στε οι μόνοι που μπο­ρού­με να γρά­ψου­με ή να οδη­γή­σου­με το λαό
να γρά­ψει ιστο­ρία, μόνο με το δικό μας τρό­πο, ξεχνώ­ντας το πως γρά­φει με
μεγα­λύ­τε­ρη επι­τυ­χία τόσα χρό­νια ο αντί­πα­λος τη δική του και τη δική μας για
λογα­ρια­σμό του.
Ας δού­με με κρι­τι­κό μάτι και
ας ερμη­νεύ­σου­με με ήρε­μη σκέ­ψη, τακτι­κές, πρό­σω­πα, πράγ­μα­τα, κινή­σεις τούτες
εδώ, τις πρώ­τες μέρες.
Αλλιώς κιν­δυ­νεύ­ου­με να νομίζουμε
ότι βρή­κα­με την ιστο­ρι­κή ευκαι­ρία να οδη­γή­σου­με ένα σύγ­χρο­νο, υπερταχύτατο
τραί­νο από το θάλα­μο με το ηλε­κτρο­νι­κά εξο­πλι­σμέ­νο πιλο­τή­ριο, ενώ στη
πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θα κου­βα­λά­με για άλλη μια φορά σαν είλω­τες – στα­χα­νο­βί­τες το
κάρ­βου­νο για να το ρίχνου­με στη λοκο­μο­τί­βα, χωρίς αυτή απα­ραί­τη­τα να προχωράει.
Και τότε δυσα­ρε­στη­μέ­νοι και
απο­γοη­τευ­μέ­νοι επι­βά­τες και προ­σω­πι­κό, θα ανα­ζη­τή­σουν άτα­κτα κατα­φύ­γιο για άλλη
μια φορά, σε χώρους που με τον εγω­ι­σμό και τη μιζέ­ρια τους, τους είχαν κάποτε
ζητή­σει “να ξανα­σκε­φτούν την ψήφο τους”, κομπά­ζο­ντας ότι και πάλι η ιστορία
τους επι­βε­βαί­ω­σε, ενώ στη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θα ξανα­μπούν στο καβού­κι τους, για να
ανα­λύ­σουν τα λάθη και τις αδυ­να­μί­ες της μηχα­νής και των καυσίμων. 
Μακά­ρι να μας ξυπνή­σει – όσο
είμα­στε ακό­μη στην αρχή – ο θόρυ­βος της λοκομοτίβας.
Όσοι δεν το κάνου­νε, θα σημαίνει
ότι είτε δεν θα τον ακού­νε, είτε ότι θα τον έχουν πια συνηθίσει.
Εκτός
και αν ισχύ­ει η πιθα­νό­τη­τα, ότι ειδι­κά αυτούς τους ίδιους, δεν θα τους ενοχλεί
!!
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted