Ενα διαφορετικό κείμενο… - Φαιακία

Ενα διαφορετικό κείμενο…

…από τα συνή­θη, που αναρ­τού­με στην ΦΑΙΑΚΙΑ είναι αυτό του καθη­γη­τή Μαθη­μα­τι­κής Ανά­λυ­σης στο Φυσι­κό τμή­μα του Πανε­πι­στη­μί­ου Αθη­νών, Θεό­δω­ρου Σταυ­ρό­που­λου. Αντι­γρά­φου­με από την ISKRA

ΦΥΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΠΟΡΟ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

Η μόρ­φω­ση, όπως ακρι­βώς μια εύφο­ρη γη, φέρ­νει όλα τα καλά

“Η παι­δεία, καθά­περ ευδαί­μων χώρα, πάντα τ’ αγα­θά φέρει”
έλε­γε ο Σωκρά­της και πιθα­νών ο νέος να είχε περισ­σό­τε­ρη “εξυ­πνά­δα” αν έκα­νε τον κόπο να μελε­τή­σει τον Αθη­ναίο φιλό­σο­φο, διό­τι θα ήξε­ρε ότι όσο δεν βασί­ζε­ται στην πνευ­μα­τι­κή και ψυχι­κή καλ­λιέρ­γεια του, τόσο περισ­σό­τε­ρο θα οδη­γεί­ται στον ατο­μι­κι­σμό, ναρ­κισ­σι­σμό και την φαυλότητα.

---000_StayropoulosΣε κάθε ανθρώ­πι­νη ενερ­γο­ποί­η­ση, που αξιώ­νει ιδιαί­τε­ρη και συνε­χή ετοι­μό­τη­τα της συνεί­δη­σης, αλλά και σε κάθε απο­δο­τι­κό­τη­τα παρεμ­βάλ­λε­ται η παρά­με­τρος “δια­φέ­ρον”, για να ξεδι­πλώ­σει ένα καθο­ρι­στι­κό ρόλο στην πορεία του ανθρώπου.

Το δια­φέ­ρον είναι πολύ σπου­δαία παρόρ­μη­ση της ψυχής η οποία λαμ­βά­νει κάθε φορά εκδή­λω­ση σύμ­φω­να με τις εξω­τε­ρι­κές επι­δρά­σεις και τις εξω­τε­ρι­κές διε­γέρ­σεις. Με δια­φο­ρε­τι­κές λέξεις το δια­φέ­ρον είναι εσω­τε­ρι­κό ελα­τή­ριο που ενερ­γο­ποιεί όλες τις ψυχι­κές δυνά­μεις για να κατορ­θώ­σει ένα συγκε­κρι­μέ­νο σκο­πό. Οτι­δή­πο­τε μας δια­φέ­ρει, αυτό προ­κα­λεί την προ­σο­χή μας και συντεί­νει στην υλι­κή, ψυχι­κή και πνευ­μα­τι­κή μας ευη­με­ρία. Όπως και κάθε ανθρώ­πι­νη παρόρ­μη­ση, έτσι και το δια­φέ­ρον ακο­λου­θεί τους κανό­νες της μόρ­φω­σης και της δια­παι­δα­γώ­γη­σης. Γι’ αυτό ο βασι­κό­τε­ρος όρος της παι­δεί­ας είναι η ανα­ζω­πύ­ρω­ση και η δια­τή­ρη­ση του δια­φέ­ρο­ντος, ώστε να βρί­σκε­ται συνε­χώς σε καθε­στώς ετοι­μό­τη­τας ο παι­δα­γω­γού­με­νος. Έτσι ο άνθρω­πος που ζει με λιγο­στά δια­φέ­ρο­ντα, μειο­νε­κτεί στο συναί­σθη­μα της ζωής και εξα­φα­νί­ζει την εξαι­ρε­τι­κή αντί­λη­ψη αυτής.

Ένα από τα σοβα­ρό­τε­ρα ατο­πή­μα­τα των ανθρώ­πων είναι και αυτό της αχα­ρι­στί­ας. Της αγνω­μο­σύ­νης προς όλους εκεί­νους που με τις ενέρ­γειες τους έχουν συμπα­ρα­στα­θεί στο να υπερ­νι­κη­θούν αρκε­τές δυσκο­λί­ες και σοβα­ροί κίν­δυ­νοι. Είναι αχα­ρι­στία όταν την ευπρα­γία μας την απο­δί­δου­με μόνο στα προ­σό­ντα μας, στην αξιο­σύ­νη μας, και όχι στα ταλέ­ντα που μας παρα­χώ­ρη­σε ο θεός, στους γονείς που επι­δί­ω­ξαν να μας μορ­φώ­σουν, στους φίλους που μας συμπα­ρα­στά­θη­καν ποι­κι­λο­τρό­πως και στην κοι­νω­νία που μας προ­σέ­φε­ρε υλι­κά αγα­θά για την κάλυ­ψη ανα­γκών. Η αχα­ρι­στία είναι μεγά­λη ασθέ­νεια, για­τί είναι μια ψυχι­κή νόσος που εξου­σιά­ζει τον άνθρω­πο και που αχρη­στεύ­ει την υπό­στα­ση του.  Τα εφή­με­ρα φθαρ­τά αγα­θά δεν μπο­ρούν να εξι­σορ­ρο­πή­σουν την αιώ­νιο πνευ­μα­τι­κή σπου­δαιό­τη­τα της ψυχής, γι’ αυτό δεν πρέ­πει να την ρυπαί­νου­με με το πρω­τό­ζωο της αχαριστίας.

Κανείς θα μπο­ρού­σε να ελε­ει­νο­λο­γεί ώρες ατε­λεί­ω­τες την ηθι­κή (κατά)πτώση που χαρα­κτη­ρί­ζει τόσο την επο­χή μας όσο και την Ελλη­νι­κή κοι­νω­νία, ειδι­κό­τε­ρα. Η παι­δεία της λεγό­με­νης «νέας γενιάς» ομοιά­ζει με αυτούς τους αλα­λά­ζο­ντες νεα­ρούς, θια­σώ­τες των «ακραί­ων σπορ», που πηδούν από κάποιο αερο­πλά­νο ανα­ζη­τώ­ντας την στιγ­μιαία ανα­ζω­ο­γό­νη­ση που προ­σφέ­ρει η έξαρ­ση της αδρε­να­λί­νης στον ανθρώ­πι­νο οργα­νι­σμό. Στην επο­χή του ίντερ­νετ και της απε­ριό­ρι­στης και εύκο­λα προ­σβά­σι­μης πλη­ρο­φο­ρί­ας, η ουσια­στι­κή γνώ­ση πνί­γε­ται μέσα σ’ έναν ωκε­α­νό εφή­με­ρων πλη­ρο­φο­ριών και επι­στη­μο­νι­κο­φα­νών από­ψε­ων που υπη­ρε­τούν συμ­φέ­ρο­ντα και λόμπι κάθε λογής. Σήμε­ρα, με το μέσο επί­πε­δο μόρ­φω­σης να είναι υψη­λό­τε­ρο απ’ ότι σε οποια­δή­πο­τε άλλη επο­χή και οι βιβλιο­θή­κες του κόσμου είναι ανοι­χτές στους πάντες, δεν έπρε­πε να βλέ­που­με νέους Φει­δί­ες, Νεύ­τω­νες, Πύρ­ρω­νες και όλων των ειδών τα λαμπρά μυα­λά να ανα­δύ­ο­νται; Αντ’ αυτού, ποιος μπο­ρεί ν’ αρνη­θεί ότι η σύγ­χρο­νη νεο­λαία, στη συντρι­πτι­κή της πλειο­ψη­φία, είναι δια­νοη­τι­κά οκνη­ρή και πνευ­μα­τι­κά πλα­δα­ρή; Κι αυτό για­τί έχει χαθεί ο ενθου­σια­σμός από τις μέρες μας: αυτή η έμφυ­τη πυξί­δα μέσα στον άνθρω­πο που τον οδη­γεί στο να κυνη­γά την πραγ­μά­τω­ση του μεγα­λειώ­δους, του ωραί­ου, του θεά­ρε­στου και του θεϊ­κού. Ο ενθου­σια­σμός, στην πραγ­μα­τι­κή του διά­στα­ση, είναι ένα είδος όρα­σης που επι­τρέ­πει στον άνθρω­πο να βλέ­πει τον κόσμο μέσα από μια πνευ­μα­τι­κή ματιά, να εστιά­ζει στην ουσία και τις ιδέ­ες – να κοι­τά τον ένα­στρο ουρα­νό και να βλέ­πει τα γρα­νά­ζια του σύμπα­ντος σε κίνη­ση αντί για έναν μαύ­ρο μπερ­ντέ με αδιά­φο­ρα λαμπιό­νια. Δεν πρέ­πει όμως να γινό­μα­στε «οι τα φαιά φορού­ντες και περί ηθι­κής λαλού­ντες» δίχως να έχου­με να προ­τεί­νου­με κάτι χει­ρο­πια­στό ως αντί­δο­το σ’ αυτή τη μάστι­γα. Ο ενθου­σια­σμός μπο­ρεί να καλ­λιερ­γη­θεί μέσα στη ψυχή του ανθρώ­που, όπως άλλω­στε όλες οι αρε­τές και όλα τα πάθη. Είναι, από τη φύση του, ένας σπό­ρος που πρέ­πει να πέσει στο γόνι­μο έδα­φος της παι­δι­κής ψυχής όσο πιο νωρίς γίνε­ται. Δεν διδά­σκε­ται με λόγια και σοφούς αφο­ρι­σμούς αλλά με βιω­μα­τι­κή εμπει­ρία και μια εσω­τε­ρι­κή χαρά. Αυτή η εμπει­ρία πολ­λές φορές μπο­ρεί να είναι λυπη­τε­ρή και σκλη­ρή όσο ο νέος άνθρω­πος συγκρού­ε­ται με την ασχή­μια του κόσμου, μα η μύχια χαρά του είναι μια φλό­γα που μπο­ρεί να κατα­καύ­σει τα συντρίμ­μια και τα χον­δροει­δή παρα­πήγ­μα­τα που συσ­σω­ρεύ­ο­νται μέσα του με τον ρούν του χρό­νου. Στη φλό­γα αυτής της φωτιάς όλα μετου­σιώ­νο­νται: η απο­τυ­χία γίνε­ται αφορ­μή για χάρα­ξη νέας ρότας και όχι λόγος για θρή­νο· η αχα­ρι­στία ξαφ­νι­κά φαντά­ζει παρά­λο­γη, παρα­κα­τια­νή αντί­δρα­ση στον άνθρω­πο που εμφο­ρεί­ται από όνει­ρα και ευγε­νείς φιλο­δο­ξί­ες. Εκεί­νος, άλλω­στε, δεν κοι­τά πίσω του, αλλά μπρο­στά. Μια ενθου­σιώ­δης ψυχή δεν έχει χρό­νο για μικρό­τη­τες και δεν θλί­βε­ται υπέρ­με­τρα. Παρα­τη­ρεί, ελπί­ζει, προ­σεύ­χε­ται και σιω­πά. Μπο­ρεί αυτή η σιω­πή να φαντά­ζει ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κή και παρα­κα­τια­νή στον θορυ­βώ­δη και φαν­φα­ρό­νο κόσμο του σήμε­ρα όμως, για να πει­στού­με ως προς την απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της, δεν έχου­με παρά να σκε­φτού­με ότι και η ίδια η Φύση έτσι ακρι­βώς μεγα­λώ­νει το αιω­νό­βιο πλα­τά­νι και χτί­ζει τα επι­βλη­τι­κά της βου­νά. Δεν έχου­με, λοι­πόν, παρά να την μιμηθούμε.

Θα κλεί­σω με μια ανα­φο­ρά στον σπου­δαίο φιλό­σο­φο Αριστοτέλη: 

Σε όλα υπάρ­χει εκ φύσε­ως κάτι το θείο “Πάντα γαρ φύσει έχει τι θεί­ον”
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted