Γιαούρτωμα… - Φαιακία

Γιαούρτωμα…

Ο φίλ­τα­τος Στέ­φα­νος Πάντος μας κοι­νο­ποί­η­σε το κεί­με­νο του Αρη Σκια­δό­που­λου (ΦΑΙΑΚΑΣ στην κατα­γω­γή ο Αρης)… Πάντο­τε γραμ­μέ­νο με την ίδια ευαι­σθη­σία, διεισ­δυ­τι­κό­τη­τα και αιρε­τι­κό­τη­τα, που τα καθι­στά εξαι­ρε­τι­κά ενδιφάροντα…

Για­ούρ­τω­μα: Η υπέρ αδυνάτου..απάντηση!
Ο νόμος 4000 επι­βλή­θη­κε στη χώρα σε μια περί­ο­δο άγριας
δεξιάς. Τότε που το προ­λε­τα­ριά­το ήταν εξ ορι­σμού κατα­δι­κα­στέο. Και το όριο
ανά­με­σα στην αλη­τεία και την έμπρα­κτη δια­μαρ­τυ­ρία ήταν εξαι­ρε­τι­κά ασα­φές. Ήταν
τότε που αν το μαλ­λί σου ξεπερ­νού­σε κάποιους πόντους, απ΄ αυτούς πού αποδεχόταν
η «τάξις», απο­τε­λού­σε και ένδει­ξη ότι ενερ­γείς επι­κιν­δύ­νως για το σύστη­μα. Ήταν
τότε που όποιο κορί­τσι φορού­σε μαύ­ρη κάλ­τσα ήταν εξ ορι­σμού επικίνδυνη
αρι­στε­ρή, διό­τι η μαύ­ρη κάλ­τσα πρό­δι­δε… πέν­θος για το Λαμπρά­κη, άρα ήταν ένα
μήνυ­μα πως όποια πιτσι­ρί­κα φορού­σε μαύ­ρη κάλ­τσα, ήταν εξ ορι­σμού επικίνδυνη
κομμουνίστρια.
Με το για­ούρ­τω­μα ο κάθε γαβριάς, ή όχι, είχε έναν στόχο:
Να ταπει­νώ­σει και να ξεφτι­λί­σει δημό­σια όποιον ισχυ­ρό δεν μπο­ρού­σε να
αντι­με­τω­πί­σει δια­φο­ρε­τι­κά. Να τον εκδι­κη­θεί αναί­μα­κτα και να τον δια­σύ­ρει. Ίσως
καμιά φορά και καθ υπερβολή.
Ποιο όμως είναι το κίνη­τρο που ωθεί έναν αδύ­να­μο, όπως
εκεί­νον τον Ιρα­νό που έρι­ξε το παπού­τσι του στη μού­ρη του Μπους, η όποιον
πετά­ει αυγά σ΄ έναν εκπρό­σω­πο της Ευρω­παϊ­κής Ένω­σης; Ποια είναι η αιτία που
ανα­γκά­ζει τις Φεμέν να βγά­ζουν τα στή­θη τους έξω και να αποδοκιμάζουν
συμπε­ρι­φο­ρές, ή πρόσωπα;
Είναι απλού­στα­τα η απά­ντη­ση του αδυ­νά­του μπρο­στά στην
εξου­σία. Είναι η βεβαιό­τη­τα ότι απο­κλεί­ε­ται ποτέ να βρει το δίκιο του μέσα από έναν
ισό­τι­μο διά­λο­γο. Διό­τι απλού­στα­τα δεν υπάρ­χει ισό­τι­μος διά­λο­γος ανά­με­σα πχ στον
Ντάι­σελ­μπλουμ κι έναν φοι­τη­τή της Φιλο­σο­φί­ας της Οικο­νο­μί­ας. Στο φοι­τη­τή δεν θα
ανα­γνω­ρι­στεί ποτέ το δικαί­ω­μα να βρε­θεί απέ­να­ντι στον αξιω­μα­τού­χο, να του
εκθέ­σει τις από­ψεις, ή τις αντιρ­ρή­σεις του, για τα μέτρα εκεί­να που βιά­ζουν τη
ζωή του και υπο­βαθ­μί­ζουν την καθη­με­ρι­νό­τη­τα του. Δεν θα ανα­γνω­ρι­στεί ποτέ, σε
κανέ­ναν πολί­τη, από κανέ­να δικα­στή­ριο, η βαρύ­τα­τη προ­σβο­λή του αξιω­μα­τού­χου που
του πετά­ει ένα «μαζί τα φάγαμε».
Αλλά, κακά τα ψέμα­τα, και όταν ακό­μα ένας πολίτης
προ­σφύ­γει στην δικαιο­σύ­νη ενα­ντί­ον κάποιου ισχυ­ρού, τότε είναι σχε­δόν βέβαιο
ότι η υπό­θε­ση θα πάει μετ΄ ου πολύ σε κάποιο αρχείο. Παράδειγμα;
Ποιος μεγα­λο­βιο­μή­χα­νος έχει ως τα σήμε­ρα κατα­δι­κα­στεί για
τη μόλυν­ση που προ­κα­λεί στο περι­βάλ­λον η βιο­μη­χα­νία του; Ή, ποιος εφοπλιστής
έχει καθί­σει στο σκα­μνί για κάποιο ναυά­γιο, ή για μια σει­ρά εργατικών
ατυχημάτων;
Ή, ποιος εκδό­της απο­κα­τέ­στη­σε, σύμ­φω­να με τον νόμο, έναν
πολί­τη που διέ­συ­ρε, ή τον οδή­γη­σε στην αυτοκτονία;
Θα παρα­τη­ρή­σει κάποιος ότι ένας θιγό­με­νος θα μπο­ρού­σε να
προ­σφύ­γει στη δικαιο­σύ­νη. Σωστό, μόνο που για να προ­σφύ­γει ένας φτωχομπινές
στην δικαιο­σύ­νη πρέ­πει νάχει χρή­μα­τα να πλη­ρώ­νει μέχρι τον Άρειο Πάγο και με
μεγά­λο κίν­δυ­νο να χάσει στο τέλος την υπό­θε­ση. Διό­τι έχουν και οι δικα­στές τα
δικά τους κρι­τή­ρια. Εκεί δηλα­δή που η Κοι­νή Γνώ­μη θεω­ρεί ότι ένας μεγαλοσχήμων
έχει δια­πρά­ξει καρα­μπι­νά­το αδί­κη­μα, έρχε­ται μια από­φα­ση που απαλ­λάσ­σει το
μεγαλοσχήμονα.
Εξάλ­λου, υπάρ­χει και μια από­λυ­τη δυσαρ­μο­νία και έλλειψη
συνα­ντί­λη­ψης περί του τι είναι δίκαιο και τι άδι­κο. Αίφ­νης, για έναν επενδυτή
είναι δίκαιο να παίρ­νει μπιτ παρά την περιου­σία μιας χώρας και να εξαθλιώνει
τους κατοί­κους της. Για έναν αξιω­μα­τού­χο της τρόι­κας είναι δίκαιο να
κατα­δι­κά­ζει στην από­λυ­τη αθλιό­τη­τα έναν ολό­κλη­ρο λαό. Για έναν μεγά­λο εκδότη
που ζει και βασι­λεύ­ει με δανει­κά κι αγύ­ρι­στα, σύμ­φω­να με το νόμο είναι απόλυτα
σωστό να απο­λύ­ει κάθε έξη μήνες κι από τρεις εργαζόμενους.

Έτσι λοι­πόν, για τον εξα­θλιω­μέ­νο τι άλλο απο­μέ­νει πέρα
από μια συλ­λο­γι­κή δια­μαρ­τυ­ρία; Απο­μέ­νει η αναί­μα­κτη βία, που δεν είναι άλλο
τίπο­τα από το να πετά­ξει μια ντου­ζί­να αυγά σ΄ ένα κοστού­μι Αρμά­νι, ή σ΄ ένα
κολ­λα­ρι­στό πρά­ντα, ή άντε ένα για­ούρ­τι πρό­βειο στη μού­ρη του ισχυ­ρού που
ασελ­γεί σε βάρος του αδυ­νά­του. Είναι η μονα­δι­κή στιγ­μή που από την έκφραση
απο­ρί­ας του στό­χου, θα λάβεις μια ικα­νο­ποί­η­ση. Καθα­ρί­ζο­ντας την κου­στου­μιά, η
το σιδε­ρω­μέ­νο πρό­σω­πο, είναι σα να λέει «πως τα κατά­φε­ρε το τσο­γλά­νι να με
λερώ­σει;». Ποιος; Ο δια βίου λερωμένος!

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted