Διακόσια κεριά φωτίζουν τις σκοτεινές γωνιές της ανθρωπότητας - Φαιακία

Διακόσια κεριά φωτίζουν τις σκοτεινές γωνιές της ανθρωπότητας

Η ιστο­ρία των λαών έχει στιγ­μές τιμής και στιγ­μές ντροπής.
Και είναι τυχε­ροί αυτοί, που μπο­ρούν να κάνουν θετι­κούς απο­λο­γι­σμούς. Να
παίρ­νουν δύνα­μη για τον αδυ­σώ­πη­το αγώ­να της απε­λευ­θέ­ρω­σης. Να καμα­ρώ­νουν, όταν
άλλοι ντρέ­πο­νται, κρύ­βο­νται, δικαιο­λο­γού­νται, σιω­πούν, παραποιούν… 

Ε, λοι­πόν, είμα­στε τυχε­ροί, αφού είναι δικοί μας, κατάδικοί
μας οι 200 Ελλη­νες κομ­μου­νι­στές, που στή­θη­καν στον τοί­χο της Και­σα­ρια­νής. Ηταν
πάντα δικοί μας, για­τί ο δικός τους άθλος πρό­σφε­ρε σε μας περη­φά­νεια  και στους άλλους γεν­νού­σε φτηνιάρικες
δικαιο­λο­γί­ες για την απου­σία και την ενα­ντί­ω­σή τους… 

Είναι δικοί μας, για­τί ακό­μη και στις πιο δύσκολες
ώρες, καμία λάσπη, καμία ύβρις, καμία χυδαιό­τη­τα δεν μπο­ρού­σε και δεν μπο­ρεί να
μολύ­νει τον δρό­μο του μαρ­τυ­ρί­ου: από το Χαϊ­δά­ρι ως το σκοπευτήριο…

Ηλθαν τα χρό­νια της ανα­τρο­πής… Τότε που γύρι­σε καπάκι
η ζωή, όπως γρά­φει με την πίκρα του ο Μάνος Ελευθερίου. 

Το κρά­τος, που έστη­σαν οι Χίτες οι ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες, οι
ΕΕΕ με την πλά­τη των Εγλ­λέ­ζων και των Αμε­ρι­κά­νων, αδυ­να­τού­σε να χωρέ­σει το
άπλε­το φως της ζωής, που έσβη­σαν τα μυδρα­λιο­βό­λα των Ναζί… Ολα τα δύσκο­λα, τα
σκο­τει­νά χρό­νια αυτά τα δια­κό­σια κεριά ζέσται­ναν καρ­διές και φλό­γι­ζαν μυαλά… 

Είναι αυτές οι δια­κό­σιες βίαια και άναν­δρα διακοπείσες
ζωές, που δεν αφή­νουν να σπά­σουν οι δεσμοί του χτες με το σήμε­ρα, της ιστορίας
με την δράση.

Πρω­το­μα­γιά του 44 και οι δια­κό­σιοι αγωνιστές,
παρα­δο­μέ­νοι από το φασι­στι­κό ψευ­το­πα­τριω­τι­κό καθε­στώς Μετα­ξά στους καταχτητές
υπέ­γρα­ψαν συμ­βό­λαιο τιμής και αξιο­πρέ­πειας με τον τόπο, την νεο­λαία, τον λαό…
Απέ­να­ντι τους η βρώ­μα της ιστο­ρί­ας… Ντό­πια σκου­λή­κια πρό­σφε­ραν στους εγκληματίες
κατα­χτη­τές την αφρό­κρε­μα της Ελλη­νι­κής νεο­λαί­ας… Εργά­τες, δια­νο­ού­με­νοι, αγωνιστές,
άφθαρτοι. 

Το χρέ­ος μας απέ­να­ντί τους δυσβά­στα­χτο… Πώς να μην
γονα­τί­ζεις μπρο­στά στο μήνυ­μα της θυσί­ας;;; Λίγα δευ­τε­ρό­λε­πτα από τον
πυρο­βο­λι­σμό ως τον θάνα­το, που έχουν γίνει αιω­νιό­τη­τα… Που στοι­χειώ­νουν τους προσκυνημένους
και τους κάθε λογής αρνη­τές… Οσο μίσος, όσο φθό­νο και αν δια­θέ­τουν οι λιγόψυχοι
δεν φτά­νουν να κόψουν το νήμα, που φτά­νει ως εμάς… Πολύ­τι­μο σε δύσκο­λες ώρες
πίκρας, απο­γο­ή­τευ­σης, αμφι­σβη­τή­σε­ων, επιφυλάξεων…

Φέτος στην Κέρ­κυ­ρα και στα πλαί­σια της συνολικής
κατά­θε­σης σεβα­σμού, τιμά­με ειδι­κό­τε­ρα τον Δάσκα­λο από τους Κου­ρα­μά­δες, τον Κώστα
Χυτή­ρη… Εναν από τους δια­κό­σιους… Και δια­κό­σιοι για τα δισε­κα­τομ­μύ­ρια των …κατοι­κού­ντων
επί της γης.

Να κρα­τή­σου­με το νήμα, και θα βγού­με από τον λαβύρινθο…

Ται­ριά­ζει με το αφιέ­ρω­μα το τρα­γου­δι με τους ανε­πα­νά­λη­πτους στί­χους του Μάνου Ελευ­θε­ρί­ου και μου­σι­κή του Γιάν­νη Μαρ­κό­που­λου: Μαλα­μα­τέ­νια λόγια.

 

Μαλα­μα­τέ­νια λόγια στο μαντήλι

Τα βρή­κα στο σερ­γιά­νι μου προχθέσ

Τ’ αλφα­βη­τά­ρι πάνω στο τριφύλλι

Σου μάθαι­νε το αύριο και το χθεσ

Μα εγώ περ­νού­σα τη στερ­νή την πύλη

Με του και­ρού δεμέ­νοσ τισ κλωστέσ

Τ’ αηδό­νια σε χτι­κιά­σα­νε στην τροία

Που στράγ­γι­ξεσ χαμέ­να μια γενιά

Καλύ­τε­ρα να σ’ έλε­γαν μαρία

Και να ‘σουν ράφτρα μεσ στην
κοκκινιά

Κι όχι να ζεισ μ’ αυτή τη κομπανία

Και να μην ξέρεισ τ’ άστρο του
φονιά

Γυρί­σα­νε πολ­λοί σημαδεμένοι

Απ’ του και­ρού την άγρια πληρωμή

Στο μεσο­στρά­τη τέσ­σε­ρισ ανέμοι

Τουσ πήραν για σερ­γιά­νι μια στιγμή

Και βρή­κα­νε τη φλό­γα που δεν τρέμει

Και το μαρά­ζι δίχωσ αφορμή

Και σαν τουσ άλλουσ χάθη­καν και
κείνοι

Τουσ βρή­καν να γαβγί­ζουν στα μισά

Κι απ’ το παλιό μαρ­τύ­ριο να ‘χει
μείνει

Ένα σκυ­λί τη νύχτα που διψά

Γυναί­κεσ στη γωνιά μ’ ασετιλίνη

Παρα­μι­λούν στην ακροθαλασσιά

Και στ’ ανοι­χτά του κόσμου τα
καμιόνια

Θα ξεφορ­τώ­νουν στην καισαριανή

Πωσ έγι­νε με τού­το τον αιώνα

Και γύρι­σε καπά­κι η ζωή

Πωσ το ‘φεραν η μοί­ρα και τα χρόνια

Να μην ακού­σεισ έναν ποιητή

Του κόσμου ποιοσ το
λύνει το κουβάρι

Ποιοσ είναι καπετάνιοσ
στα βουνά

Ποιοσ δίνει την αγάπη
και τη χάρη

Και στισ μυρ­τιέσ του
άδη σεργιανά

Μαλα­μα­τέ­νια λόγια στο
χορτάρι

Ποιοσ βρί­σκει για την
άλλη τη γενιά

Με δέσαν στα στε­νά και
στουσ κανόνεσ

Και ξημε­ρώ­νο­ντασ μέρα
κακή

Τοξό­τεσ φάλαγ­γεσ και
λεγεώνεσ

Με πήραν και με βάλαν
στο κλουβί

Και στα υπό­γεια ζάρια
τουσ αιώνεσ

Παι­χνί­δι παί­ζουν οι
αργυραμοιβοί

Ζητού­σα τα μεγά­λα τα
κυνήγια

Κι όπωσ δεν ήμουν
μάγκασ και νταήσ

Περ­νού­σα τα δικά σου
δικαστήρια

Αφού στον άδη μέσα θα
με βρεισ

Να με δικά­σεισ πάλι με
μαρτύρια

Και σαν κακούρ­γο να με
τιμωρείσ

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted