Τσακισμένα πουλιά… - Φαιακία

Τσακισμένα πουλιά…

Με το γλα­φυ­ρό ύφος, που πάντα μας συγκι­νεί γρά­φει η φιλ­τά­τη Τατούμ και σας παρουσιάζουμε

ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΑ ΠΟΥΛΙΑ
Είμα­στε από τους πρώ­τους που είχα­με ανα­κα­λύ­ψει την
πλα­τεία Αβησ­συ­νί­ας και αισθα­νό­μα­στε περή­φα­νοι γι’ αυτό. Κερ­δί­ζα­με ήδη  λεφτά από τη δου­λειά μας και πηγαί­να­με άνετα
πια στο στέ­κι εκεί­νο της μόδας που μας άρε­σε τόσο πολύ. Καλο­και­ρι­νό βρά­δυ στην
Αθή­να, γλυ­κό, τα επι­πλά­δι­κα κλει­στά, οι δρό­μοι έρη­μοι, ο ήχος από τα ακρι­βά μαχαιροπήρουνα
που πέφτουν πάνω στην πορ­σε­λά­νη, ποτή­ρια με δρο­σε­ρό κρα­σί, πιά­τα ευφά­ντα­στα και
νόστι­μα, κόσμος ενδια­φέ­ρων, από­η­χος από κου­βέ­ντες και γέλια. Στά­θη­κε δίπλα μας
σαν τσα­λα­πα­τη­μέ­νο, βρώ­μι­κο που­λί. Δεν κατα­λά­βαι­νες αν ήταν άντρας ή γυναίκα,
ένα κορ­μί φασμα­τι­κό σ’ ένα λερό τζιν κι ένα μπλου­ζά­κι. Ζήτη­σε λεφτά, κάτι,
οτι­δή­πο­τε. Χάρη­κα κρυ­φά όταν της έφε­ραν από το μαγα­ζί μια πορ­το­κα­λά­δα. Της δώσαμε
λίγα ψιλά, ένα τσι­γά­ρο και περι­μέ­να­με ότι θα έφευ­γε. Και τότε εκεί, μπροστά
μας, ενώ εμείς  περι­μέ­να­με να γευτούμε
και να χαρού­με μια βρα­διά που θεω­ρού­σα­με ότι τη δικαιού­μα­στε, αφού ήπιε την
πορ­το­κα­λά­δα, έκα­νε έναν κίτρι­νο, άρρω­στο, πονε­μέ­νο εμε­τό μπρο­στά μας (μπο­ρεί
αλή­θεια ο εμε­τός να είναι αλλιώς;) επι­βε­βαιώ­νο­ντας ότι αυτό το τσαλακωμένο
που­λί κου­βα­λού­σε πολ­λές αμαρ­τί­ες στα τσα­κι­σμέ­να φτε­ρά του. Ήσυ­χα, απα­λά, σχεδόν
με αγά­πη την τρά­βη­ξαν μακριά οι άνθρω­ποι του μαγα­ζιού κι αυτή χάθη­κε μέσα στη
νύχτα. Πέρα­σαν πολ­λά χρό­νια από τότε. Δεν ξέχα­σα ποτέ το τσα­κι­σμέ­νο που­λί. Πήγα
σε μέρη πιο προ­νο­μια­κά, πιο προφυλαγμένα, 
μέρη που το χρή­μα επι­με­λώς κρύ­βει τα τσα­κι­σμέ­να που­λιά που ζουν ανάμεσά
μας. Ή που πιστεύ­ει ότι αρκούν λίγα ψιλά για να «βοη­θή­σεις» τα τσακισμένα
που­λιά αυτού του κόσμου. Τα τσα­κι­σμέ­να που­λιά που πλή­θυ­ναν ανε­πα­νόρ­θω­τα και
κάθε μέρα πλη­θαί­νουν. Τα τελευ­ταία ξεβρά­στη­καν σε μια παρα­λία σ’ ένα ελληνικό
νησί. Εκεί κάτι άλλα που­λιά, βορι­νά, ενο­χλή­θη­καν, για­τί αλή­θεια πώς μπο­ρείς να
φας όταν ο πει­να­σμέ­νος σε κοι­τά­ζει στο στό­μα; Πώς μπο­ρείς να κολυ­μπή­σεις όταν η
Μεσό­γειος ξεβρά­ζει πτώ­μα­τα; Τα βορι­νά που­λιά όμως είπαν ότι δού­λευαν όλο το
χρό­νο για να πάνε σε αυτό το νησί και δεν μπο­ρού­σαν να βλέ­πουν τα τσακισμένα
που­λιά όταν έχουν πλη­ρώ­σει. Τα βορι­νά που­λιά προ­σπα­θούν να μας πουν με πει­θώ  ότι η ζωή δεν είναι αλυ­σί­δα, ότι αυτό εμένα
ποτέ δεν θα μου συμ­βεί, ότι όταν ο Ηρά­κλει­τος έλε­γε τα πάντα ρει δεν ήξε­ρε τι
έλε­γε, ότι μια βδο­μά­δα νεκρω­μέ­νων αισθή­σε­ων είναι το ίδιο  σημα­ντι­κή για την ευε­ξία σου είτε είσαι στην
Κω, είτε στην Πατά­για είτε στην Καλ­κού­τα κι ότι σίγου­ρα τα τσα­κι­σμέ­να πουλιά
φταί­νε γι’ αυτό που τους συνέ­βη. Ακό­μη, η αλλη­λεγ­γύη δεν είναι σημα­ντι­κή και το
«εγώ» βρί­σκε­ται πάντα στο κέντρο του Σύμπα­ντος. Εγώ όμως, εκεί­νο το βρά­δυ, παρά
τη φυσι­κή μου συστο­λή, τόλ­μη­σα και κοί­τα­ξα το τσα­κι­σμέ­νο που­λί στα μάτια και
για μια απει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μή καθρε­φτι­στή­κα­με και οι ρόλοι μας άλλα­ξαν. Κι αυτό
ήταν αρκε­τό για να δια­λύ­σει όλα τα περί αντι­θέ­του επιχειρήματα. 
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted