Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ … - Φαιακία

Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ …

Ο φίλ­τα­τος Δημή­τρης Λεβέ­ντης μας θυμί­ζει όμορ­φες στιγμές
τέχνης και πολι­τι­σμού στην Κέρ­κυ­ρα. Τότε, που η αρι­στε­ρά ασκού­σε “πολι­τι­στι­κή
δικτα­το­ρία”, όπως την περι­γρά­φουν εν πλή­ρη πενία πνεύ­μα­τος, οι ακρο­δε­ξιοί της σήμερον…

 

Μία Καλο­και­ριά­τι­κη θεα­τρι­κή παρά­στα­ση στην αυλή του Α’ Γυμνάσιου
το 1961

Από το προ­λο­γι­κό σημεί­ω­μα για την παρά­στα­ση στο Θέα­τρο Τέχνης
(1957-58) του συγ­γρα­φέα Ιάκω­βου Καμπανέλλη



Η “Αυλή των Θαυ­μά­των” βασί­ζε­ται στην έλλειψη
στα­θε­ρό­τη­τας και σιγου­ριάς, που χαρα­κτη­ρί­ζει τη ζωή του Έλληνα.

Η αστά­θεια αυτή, όσο γνώ­ρι­μη σε όλους μας, αρχί­ζει από το
αλλο­πρό­σαλ­λο κλί­μα μας, τη “στρα­τη­γι­κή” γεω­γρα­φι­κή μας θέση, τη
φτώ­χεια του τόπου μας, και τελειώ­νει στην ιδιω­τι­κή μας οικονομία.

Όλα στην Ελλά­δα ανε­βο­κα­τε­βαί­νουν πολύ εύκο­λα, κυλούν, φεύγουν,
κι η συνη­θι­σμέ­νη λαχτά­ρα του Ρωμιού είναι να στε­ριώ­σει κάπου, να σιγουρέψει
κάτι. 

Σ’ αυτές τις γει­το­νιές και σ’ αυτές τις αυλές άργη­σε πολύ να
φτά­σει η καλύ­τε­ρη ζωή που δημιουρ­γού­σε η ανα­συ­γκρό­τη­ση και η ανοι­κο­δό­μη­ση. Το
μερί­διο της φτω­χο­λο­γιάς που κατοι­κού­σε εδώ, το μερί­διο της στο οικο­νο­μι­κό θαύμα
που γινό­ταν, ήταν ένα σκέ­το μερο­κά­μα­το κι αυτό όχι καθη­με­ρι­νά σίγου­ρο. Εδώ
βασί­λευε η ανα­σφά­λεια κι η κατα­φυ­γή στο μικρο­συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό και στην
ονειροπόληση.

Οι άνθρω­ποι της αυλής του έργου που θα δεί­τε είχαν ξεμείνει
ανυ­πε­ρά­σπι­στοι ακό­μη και απ΄τον ίδιο τον εαυ­τό τους, ξεχα­σμέ­νοι μέσα σε
συνή­θειες και τρό­πο ζωής που δεν τους βοη­θού­σε να δού­νε Θεού πρόσωπο. 

Γι’ αυτό και η μεγα­λύ­τε­ρη αλλα­γή έφτα­σε σ’ αυτούς σαν καη­μός για
μετα­νά­στευ­ση και εκσκα­φέ­ας που ισο­πέ­δω­σε τις αυλές για να αξιο­ποι­η­θούν τα
οικόπεδα. 

“Η Αυλή των Θαυ­μά­των” όταν γρά­φτη­κε, ήταν το κύκνειο
άσμα ενός κόσμου βαθιά δικού μας και βαθιά πικραμένου.

 

Παρα­θέ­του­με μια σελί­δα από τους “δρό­μους της ειρή­νης
το εβδο­μα­διά­τι­κο περιο­δι­κό ποι­κί­λης ύλης της ΕΔΑ για τους Κερ­κυ­ραί­ους φοιτητές
που ανέ­βα­σαν το συγκε­κρι­μέ­νο έργο το καλο­καί­ρι του ’61.

Οι οργα­νω­τές Νίκος Παν­δής και Μάριος Παϊ­πέ­της (δικη­γό­ρος) είχαν
έρθει σε επα­φή με τον Ιάκω­βο Καμπα­νέ­λη από τον Μάρ­τιο του 1960. Το έργο ανέβηκε
στις 17 Αυγού­στου στην αυλή του Α΄ Γυμνα­σί­ου Αρρέ­νων Κέρκυρας. 





ΘΑΥΜΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

Του συνερ­γά­του μας Μίδα

Είχε φτά­σει στα γρα­φεία μας η πλη­ρο­φο­ρία, ότι ο Σύλ­λο­γος των
Κερ­κυ­ραί­ων Φοι­τη­τών θα ανέ­βα­ζε στις 16 Αυγού­στου, στην Κέρ­κυ­ρα, την “Αυλή των
Θαυ­μά­των” του Ιάκω­βου Καμπα­νέλ­λη. Οι “Δρό­μοι της Ειρή­νης” , έχο­ντας “πάντ’
ανοι­χτά, πάντ’ άυπνα” τα μάτια τους για κάθε ζωντα­νή πρω­το­βου­λία, ιδιαίτερα
όταν προ­έρ­χε­ται από νέους, παρε­κά­λε­σαν τον συνερ­γά­τη τους Μίδα, που θα
βρί­σκο­ταν εκεί­νη την επο­χή στην Κέρ­κυ­ρα, να παρα­κο­λου­θή­ση την παρά­στα­ση και να
γρά­ψη τις εντυ­πώ­σεις του.

* * *

Αμαρ­τία ξομο­λο­γη­μέ­νη. Το βρά­δυ της 16ης Αυγού­στου, προχωρώντας
προς το Α’ Γυμνά­σιο Αρρέ­νων, στην Κέρ­κυ­ρα, σκε­φτό­μουν ότι μια ερασιτεχνική
παρά­στα­ση είναι τις περισ­σό­τε­ρες φορές διπλή δοκι­μα­σία. Πρώ­τον, για­τί συνήθως
είναι κακή και δεύ­τε­ρον, για­τί απα­γο­ρεύ­ε­ται να το πης. Τι “εντυ­πώ­σεις” θα’
γρα­φα εγώ;

Μπαί­νω στη σκο­τει­νή αυλή του Γυμνα­σί­ου. Απέ­να­ντί μου, ανά­με­σα σε
δύο δέντρα, ένα ωραιό­τα­το σκη­νι­κό: Η “Αυλή των Θαυ­μά­των”. Γύρω μου νέοι και
κοπέλ­λες πηγαι­νο­έρ­χο­νταν βιαστικά.

-Αν δεν μου βρή­τε αμέ­σως ένα ψαλί­δι για την πρώ­τη σκη­νή, δεν
βγαί­νω, δήλω­νε μια χαρι­τω­μέ­νη ξαν­θή ύπαρ­ξη. Μέσα σε κλά­σμα του λεπτού,
πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα ακό­μη ότι έλει­πε ένα σκε­πάρ­νι, ένα λαϊ­κό κολ­λιέ με χάντρες και
μια ρόμπα της ανθρω­πιάς. “Αυτή εδώ με κάνει να μοιά­ζω σαν έγγυος”,
δια­μαρ­τυ­ρό­ταν κάποια άλλη ηθοποιός.

Ήταν πια φανε­ρό. Η πρε­μιέ­ρα ήταν την επο­μέ­νη. ‘Εγώ είχα έρθει
στη γενι­κή πρό­βα. Από το σκο­τά­δι με ανα­σύ­ρουν ο Μάριος Παϊ­πέ­της (Νομι­κά),
πρό­ε­δρος τού Συλ­λό­γου και ο Νίκος Παν­δής (Πολυ­τε­χνείο), “παρα­γω­γός”. Η ευγένειά
τους με σκλα­βώ­νει. Σκέ­φτο­μαι ότι στη θέση τους θα μουρ­μού­ρι­ζα: “Μόνο εσύ μας
έλει­πες τώρα”.

Αρχί­ζει ή πρό­βα. Με την πρώ­τη “αττά­κα” το μικρό­φω­νο βρο­ντά. Με
τη δεύ­τε­ρη μόλις ,ακού­γε­ται. Στη “σιω­πή” μετα­δί­δει τσά-τσά. Πιά­νει σταθμό,
γκρι­νιά­ζει κάποιος εμπει­ρο­γνώ­μων. Είναι το σύρ­μα του μακρύ. Τι θα είναι η
αυρια­νή πρε­μιέ­ρα, Θεέ μου; Θαύ­μα. Λόγω τιμής η παρά­στα­ση ήταν ένα θαύ­μα. Ο
Νομάρ­χης, ο Δήμαρ­χος, οι προ­σω­πι­κό­τη­τες, οι 300 θεα­τές χει­ρο­κρο­τούν κι εγώ να
μου’ ρχε­ται να κλά­ψω, να φωνά­ξω, να τρα­γου­δή­σω, να τους σφί­ξω τα χέρια. Και πάλι
οι τύψεις. Για­τί να αμφι­βά­λω; Δεν έπαιρ­να ο ευλο­γη­μέ­νος παρά­δειγ­μα από τις
τοπι­κές εφη­με­ρί­δες; Ο “Τηλέ­γρα­φος”, ας πού­με, δήλω­νε ήσυ­χα ήσυ­χα: “Είμε­θα
βέβαιοι ότι οι νεα­ροί συμπο­λί­ται μας θα θαυματουργήσουν”.

Την επο­μέ­νη το μεση­μέ­ρι τους βρή­κα όλους μαζε­μέ­νους στο
Γυμνά­σιο. Έμα­θα έτσι τη “μικρή Ιστο­ρία” τής παρά­στα­σης. Μήνες να βρε­θή έργο,
μήνες να βρε­θή χώρος, να συγκρο­τη­θή θία­σος και ύστε­ρα ο πραγ­μα­τι­κός Γολγοθάς:
Για ν’ ανέ­βη το έργο χρειά­στη­καν 200 πρό­βες. Οι δυό μαθη­τές και οι δυό
μαθή­τριες των Δρα­μα­τι­κών Σχο­λών βοή­θη­σαν τόσο τους ερα­σι­τέ­χνες, ώστε ο καθένας
τους έμα­θε σχε­δόν όλους τους ρόλους της “Αυλής” απ’ έξω.

-Τα βρο­ντή­ξα­με όλα, πετά­γε­ται η Πιε­ρέτ­τα Θεριο­γιάν­νη, που έδωσε
μια συναρ­πα­στι­κή και ολο­ζώ­ντα­νη Ανετ­τώ. Σπου­δά­ζω Νομι­κά κι έπρε­πε να μελε­τάω 8
ώρες την ημέ­ρα. Ξημε­ρο­βρα­δια­ζό­μουν όμως στις πρό­βες όπως κι οι άλλοι.

– Τα παι­διά δεν ένοιω­σαν καλο­καί­ρι, εξη­γεί ο σκη­νο­γρά­φος και
γνω­στός ζωγρά­φος Σάβ­βας Χαρα­τσί­δης. Ούτε μπά­νια, ούτε εκδρο­μές, ούτε γλέντια,
αλλά πρό­βες και πάλι πρόβες.

– Κοντέ­ψα­με στ’ αλή­θεια να τρελ­λα­θού­με, προ­σθέ­τει η Πιερέττα
γελώ­ντας. Τα πρό­σω­πα των παι­διών κου­ρα­σμέ­να και χλω­μά, ακτι­νο­βο­λούν. Η έντονη
κοι­νή προ­σπά­θεια, οι κοι­νές εμπει­ρί­ες τους έχουν ενώ­σει τόσο, ώστε μια λέξη από
τον ρόλο κάποιου ή και μια κίνη­ση να λει­τουρ­γή σαν σύν­θη­μα. Ξαφ­νι­κά, όλοι μαζί
ξεσπά­νε σε γέλια για­τί χωρίς προ­συ­νεν­νό­η­ση θυμού­νται τα ίδια πράγ­μα­τα την ίδια
στιγμή.

– Πώς τα κατα­φέ­ρα­τε με τόσους ερα­σι­τέ­χνες; ρωτά­με τον νεαρό
σκη­νο­θέ­τη Σπύ­ρο Βρα­χω­ρί­τη (Νομι­κά και πτυ­χίο Σκηνοθεσίας).

– Δια­βά­σα­με το έργο και τους ρώτη­σα ποιο ρόλο προ­τι­μούν. Ο
Αντώ­νης Παν­δής (Χημεία) διά­λε­ξε τον Μπά­μπη, η Ρού­λα Αντω­νά­κη (Ωδείο Κερκύρας)
τη Μαρία. Το ίδιο έγι­νε και με τούς άλλους.

Η Ελέ­νη Στόλ­λη (Νομι­κά) προ­τί­μη­σε τη Ντό­ρα, ο Νίκος Παλαιολόγος
(Σχο­λή Εμπο­ρο­πλοιάρ­χων) τον Γιάν­νη κι ο Θωμάς Κώτης (Πολυ­τε­χνείο) τόν Στράτο.
Απο­τέ­λε­σμα: έπαι­ξαν γλα­φυ­ρά, ζωντα­νά και προ παντός φυσικά. 

Πολύ μας βοή­θη­σε, βέβαια, ο Φίλιπ­πος και τα άλλα παι­διά των
Δρα­μα­τι­κών Σχολών.

Ο Φίλιπ­πος Βλά­χος (Σχο­λή Βρα­χλιώ­τη) πού βρή­κε πραγματικά
τρα­γι­κούς τόνους στην από­δο­ση του Στέ­λιου, φλέ­γε­ται για το καλό θέατρο.

– Υπήρ­ξαν αδυ­να­μί­ες, επι­ση­μαί­νει. Του χρό­νου όμως θα πάμε καλύτερα.

Η χαρά της επι­τυ­χί­ας είναι μετα­δο­τι­κή. Κανέ­νας δεν θυμά­ται τους
κόπους. Ούτε κι ο μου­σι­κός της παρέ­ας, ο Άκης Καβαλ­λιε­ριά­τος (Ωδείο Βιέννης),
που χρειά­στη­κε να γρά­ψη δυό φορές τη μου­σι­κή, ώσπου να βρή αυτήν πού πραγματικά
επέ­βα­λε το έργο.

Η συζή­τη­ση για το ίδιο το έργο δεί­χνει ότι τα παιδιά, 

εκτός από ενθου­σια­σμό, έχουν και ωριμότητα.

Στέ­κο­νται ιδιαί­τε­ρα στο πρό­βλη­μα της μετα­νά­στευ­σης που θίγει ο
Καμπανέλλης.

-Υπάρ­χουν στην Κέρ­κυ­ρα χωριά μόνο με γέρους συντα­ξιού­χους και
γυναί­κες, μου εξη­γεί ο Μάριος. 

Οι άντρες λεί­πουν στα ξένα. 

Και δυστυ­χώς πολ­λοί νέοι ένα σκέφτονται: 

Να φύγουν. – Κι εσείς τι κάνετε;

– Εμείς αγα­πά­με την Κέρ­κυ­ρα, απα­ντά ο Νίκος Παν­δής. Θέλου­με να
τη δού­με να προκόβη. 

Είμα­στε όχι υπέρ της φυγής, αλλά υπέρ της επιστροφής. 

Εδώ θα ζήσου­με, εδώ θα δουλέψουμε. 

Θα θέλα­με το νησί ν’ απο­κτή­ση πλού­σια πνευ­μα­τι­κή ζωή, κι’
είμα­στε πρό­θυ­μοι να βοη­θή­σου­με σ’ αυτό.

Απο­χαι­ρε­τι­στή­κα­με φίλοι. 

Γυρί­ζο­ντας στην Αθή­να σκε­πτό­μουν ότι μια ερα­σι­τε­χνι­κή παράσταση
μπο­ρεί να είναι διπλή απόλαυση: 

Πρώ­τον, για­τί είναι καλή και δεύ­τε­ρον, για­τί μπο­ρείς όχι απλώς
να το πής, αλλά να το διαλαλήσης. 

περισ­σό­τε­ρες λεπτο­μέ­ρειες στο λίνκ 

http://www.emian.gr/2014/07/kerkiraiko-theatro/

Καλό είναι όσοι θυμού­νται να επέμ­βουν και να περι­γρά­ψουν τι
απέ­γι­νε όλο αυτό το τερά­στιο δυναμικό .

Στους συντε­λε­στές ανή­κε και ο γνω­στός κωμω­δός Γιώργος
Μιχα­λα­κό­που­λος καθώς και η απού­σα πλέ­ον πανέ­μορ­φη κερ­κυ­ραία μπίζ­νες γού­μαν η
Ρίτα Τσι­μού­ρη -Κασιώ­τη αργότερα…

 

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted