Τι πρέπει να θυμόμαστε για την Βενεζουέλα… - Φαιακία

Τι πρέπει να θυμόμαστε για την Βενεζουέλα…

Ανα­δη­μο­σιεύ­ου­με αυτό το άρθρο από τον ιστό­το­πο TVXS, που ανα­φέ­ρε­ται στην Βενε­ζου­έ­λα, πιστεύ­ο­ντας, ότι υπάρ5χουν αρχια­κά και αρχεια­κά ζητή­μα­τα, που δεν πρέ­πει να λησμο­νού­με, να υπο­τι­μά­με και να αντι­πα­ρερ­χό­μα­στε… Δεν γνω­ρί­ζου­με τα “σφάλ­μα­τα” του Μαδού­ρο έχου­με όμως την εμπει­ρία από το υπό­κω­φο, “αντι­κει­με­νι­κό” και ευρύ­τα­τα διεισ­δυ­τι­κό κλί­μα εντυ­πώ­σε­ων, που κατα­φέρ­νουν να δημιουρ­γούν τα στρα­τευ­μέ­να στην παρα­πλά­νη­ση και υπο­τα­γή των λαών ΜΜΕ… Παλιά τους τέχνη κόσκι­νο !!! Από την επο­χή του Αλιέ­ντε, που κατη­γο­ρού­σαν για αυταρ­χι­σμό (!!!), δίω­ξη ατο­μι­κών ελευ­θε­ριών και δεν σημαζεύεται… 
Το άρθρο του TVXS επι­χει­ρεί μία χρή­σι­μη ανα­δρο­μή στην πρόι­σφα­τη ιστο­ρία της Βενε­ζου­έ­λας, από τον Τσά­βες και μετά…
Παρα­θέ­του­με…

Βενε­ζου­έ­λα… «Ιστο­ρι­κή αμνη­σία» και διδάγματα

Δεν υπάρ­χει αμφι­βο­λία ότι η Βενε­ζου­έ­λα διέρ­χε­ται μια βαθιά κρίση… 

Το αρι­στε­ρό αμε­ρι­κα­νι­κό περιο­δι­κό Jacobin, προς επι­βε­βαί­ω­ση, επι­κα­λεί­ται μια ομά­δα σοσια­λι­στών στη χώρα, που υπε­ρα­σπί­ζο­νται την κλη­ρο­νο­μιά του Ουγκό Τσά­βες, και η οποία σκια­γρα­φεί μια ζοφε­ρή εικό­να της καθη­με­ρι­νό­τη­τας εκεί: Μισθοί που δεν μπο­ρούν να καλύ­ψουν βασι­κές ανά­γκες, ένας από τους υψη­λό­τε­ρους πλη­θω­ρι­σμούς στον κόσμο, ελλεί­ψεις σε προ­ϊ­ό­ντα εξαι­τί­ας της συσ­σώ­ρευ­σης, της κερ­δο­σκο­πι­κής μετα­πώ­λη­σης και της χαμη­λής αγρο­το­βιο­μη­χα­νι­κής παρα­γω­γής, φαι­νό­με­να κατά­χρη­σης εξου­σί­ας, δια­φθο­ρα που παρα­μέ­νει ατι­μώ­ρη­τη και οργα­νω­μέ­νο έγκλη­μα. Όλα μαζι δημιουρ­γούν μια ακραία και πρω­το­φα­νή κοι­νω­νι­κή, πολι­τι­κή και οικο­νο­μι­κή κρίση. 


Η απο­τυ­χία της κυβέρ­νη­σης του Μαδού­ρο να δια­τη­ρή­σει ένα ικα­νο­ποι­η­τι­κό και δημο­φι­λές βιο­τι­κό επί­πε­δο επέ­τρε­ψε στην δεξιά αντι­πο­λί­τευ­ση να ανα­λά­βει τον έλεγ­χο της εθνι­κής συνέ­λευ­σης της Βενε­ζου­έ­λας, με απο­τέ­λε­σμα μια πικρή δια­μά­χη μετα­ξύ εκτε­λε­στι­κής και νομο­θε­τι­κής εξου­σί­ας που δεν έχει ακό­μη επι­λυ­θεί με τον ένα ή τον άλλο τρό­πο. Οι λεπτο­μέ­ρειες της κρί­σης της Βενε­ζου­έ­λας έχουν ανα­φερ­θεί πολ­λά­κις και με δια­φο­ρε­τι­κές επι­ση­μάν­σεις ανά­λο­γα με την πλευ­ρά που υπο­στη­ρί­ζει ο καθένας. 

Όμως, όπως σημειώ­νει το Jacobin στην ανά­λυ­σή του, δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει ειλι­κρι­νής ανα­φο­ρά για το πού πήγαν στρα­βά τα πράγ­μα­τα στη Βενε­ζου­έ­λα, αν δεν ξεκι­νά από την ανα­γνώ­ρι­ση του τι έχει προ­σφέ­ρει ο Τσα­βι­σμός. Το πεί­ρα­μα που ξεκί­νη­σε ο Ούγκο Τσά­βες, αφού έγι­νε πρό­ε­δρος το 1999 με ένα μέτριο πρό­γραμ­μα κοι­νω­νι­κής μεταρ­ρύθ­μι­σης, τέθη­κε στα­δια­κά στο επί­κε­ντρο της διε­θνούς αρι­στε­ράς. Ο Richard Gott έκα­νε μια πρώ­ι­μη προ­σπά­θεια αντι­με­τώ­πι­σης του φαι­νο­μέ­νου στη βιο­γρα­φία του για τον ηγέ­τη της Βενε­ζου­έ­λας. Το βιβλίο του έτυ­χε περι­φρο­νη­τι­κής ανα­φο­ράς στον «Guardian» από έναν συντά­κτη της «Buenos Aires Herald», ο οποί­ος έγρα­ψε ότι η Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή χρειά­ζε­ται «λιγό­τε­ρους Μεσ­σί­ες και πιο συνη­θι­σμέ­νους άνδρες και γυναί­κες με καλές γνώ­σεις οικο­νο­μι­κής διαχείρισης».

Αυτή ήταν η κυρί­αρ­χη άπο­ψη στην αυγή του 21ου αιώ­να, παρά τις προ­σπά­θειες των κινη­μά­των αντί­στα­σης στην παγκο­σμιο­ποί­η­ση: όλα τα θεμε­λιώ­δη ερω­τή­μα­τα σχε­τι­κά με τον τρό­πο δια­χεί­ρι­σης μιας οικο­νο­μί­ας είχαν ήδη ρυθ­μι­στεί από την Washington Consensus* («Ομο­φω­νία της Ουά­σιγ­κτον»), σύμ­φω­να με την οποία, το μόνο που χρειά­ζε­ται ένας καλός ηγέ­της είναι ικα­νές δια­χει­ρι­στι­κές δεξιότητες.


Το απο­τυ­χη­μέ­νο πρα­ξι­κό­πη­μα κατά του Τσά­βες το 2002 όξυ­νε το ενδια­φέ­ρον για τη Βενε­ζου­έ­λα, όπως και η νίκη του στο δημο­ψή­φι­σμα για την συνέ­χι­ση της θητεί­ας του το 2004. Μέχρι τη στιγ­μή που επα­νε­κλέ­χθη­κε το 2006, ήταν σαφές στους περισ­σό­τε­ρους παρα­τη­ρη­τές ότι συμ­βαί­νει κάτι συναρ­πα­στι­κό, με σημα­ντι­κές επι­πτώ­σεις στην περιο­χή, αν όχι στον κόσμο. Οι εξε­λί­ξεις σε άλλες χώρες της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής συνέ­βα­λαν στην απο­κρυ­στάλ­λω­ση αυτής της αντί­λη­ψης, από την ανά­λη­ψη της προ­ε­δρί­ας της Βρα­ζι­λί­ας από τον Λου­λά το 2003, μέχρι τον κύκλο δια­μαρ­τυ­ρί­ας στην Βολι­βία που έφε­ρε τελι­κά τον Μορά­λες και το Κίνη­μα του Σοσια­λι­σμού στην εξουσία.

Για τους δημο­σιο­γρά­φους, που άρχι­σαν να κάνουν – ευφά­ντα­στο ομο­λο­γου­μέ­νως – λόγο για μια «ροζ παλίρ­ροια» που «κατα­κλύ­ζει» την Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή, ήταν αρκε­τά δια­σκε­δα­στι­κό ότι οποιοσ­δή­πο­τε στη Βενε­ζου­έ­λα μπο­ρού­σε να βρει τον Τσά­βες μια ελκυ­στι­κή φιγού­ρα. Η ιδέα ότι μπο­ρεί να έχει ένα εκρη­κτι­κό «φαν κλαμπ» στην Ευρώ­πη ή στις Ηνω­μέ­νες Πολι­τεί­ες τους χτύ­πη­σε ως από­λυ­τη φρε­νί­τι­δα. Η μόνη εξή­γη­ση που μπο­ρού­σαν να φαντα­στούν ήταν η από­λαυ­ση από τις ομι­λί­ες του Τσά­βες κατά της κυβέρ­νη­σης Μπους, όπως η εμφά­νι­ση στα Ηνω­μέ­να Έθνη το 2006, όταν ανα­φέρ­θη­κε στον Αμε­ρι­κα­νό πρό­ε­δρο ως «διά­βο­λο».

Ωστό­σο, εάν οι επι­θέ­σεις ενα­ντί­ον του Μπους και του Τσέ­νι ήταν αρκε­τές για να κερ­δί­σουν θαυ­μα­στές, τότε ο Μαχ­μούντ Αχμα­ντι­νε­τζάντ θα είχε γίνει ήδη ανάρ­πα­στο πρω­το­σέ­λι­δο. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, η λεκτι­κή «τρέ­λα» του Τσά­βες έπαι­ξε ένα μικρό ρόλο στην δημο­τι­κό­τη­τά του. Το ιστο­ρι­κό της κυβέρ­νη­σής του στην εγχώ­ρια σκη­νή ήταν αυτό που πραγ­μα­τι­κά είχε σημα­σία. Μόλις είχε από­φυ­γει τις πρώ­τες προ­σπά­θειες της δεξιάς αντι­πο­λί­τευ­σης για οικο­νο­μι­κό σαμπο­τάζ, η κυβέρ­νη­ση του Τσά­βες ηγή­θη­κε του δρα­στι­κού χτυ­πή­μα­τος της φτώ­χειας και της έναρ­ξης σημα­ντι­κών πρω­το­βου­λιών στον τομέα της υγειο­νο­μι­κής περί­θαλ­ψης και της εκπαί­δευ­σης που βελ­τί­ω­σαν τη ζωή εκα­τομ­μυ­ρί­ων ανθρώπων.

Οι κοι­νω­νι­κές δαπά­νες αυξή­θη­καν από 8,2% του ακα­θά­ρι­στου εγχώ­ριου προ­ϊ­ό­ντος το 1998 σε 13,6% οκτώ χρό­νια αργό­τε­ρα. Η φτώ­χεια μειώ­θη­κε από 55% το 2003 σε μόλις πάνω από 30% το 2006. Όταν ο Τσά­βες ήρθε στην εξου­σία για πρώ­τη φορά, υπήρ­χαν μόλις 1.600 για­τροί πρω­το­βάθ­μιας περί­θαλ­ψης για έναν πλη­θυ­σμό 23.4 εκα­τομ­μυ­ρί­ων ανθρώ­πων. Από τη στιγ­μή που ξεκί­νη­σε τη δεύ­τε­ρη θητεία του, υπήρ­χαν σχε­δόν 20.000 για έναν πλη­θυ­σμό 27 εκα­τομ­μυ­ρί­ων. Περισ­σό­τε­ρα από ένα εκα­τομ­μύ­ριο άτο­μα είχαν εγγρα­φεί σε προ­γράμ­μα­τα εκπαί­δευ­σης ενηλίκων.

Εκτός από αυτές τις οικο­νο­μι­κές μεταρ­ρυθ­μί­σεις, η κυβέρ­νη­ση Τσά­βες μετα­σχη­μά­τι­σε το πολι­τι­κό σύστη­μα της Βενε­ζου­έ­λας, καθι­στώ­ντας την πιο ανοι­κτή και δημο­κρα­τι­κή. Ο Τσά­βες κλη­ρο­νό­μη­σε μια πολι­τι­κή κουλ­τού­ρα που χαρα­κτη­ρι­ζό­ταν από τη βία, τη δια­φθο­ρά και την σχε­δόν από­λυ­τη απο­ξέ­νω­ση των πολι­τών της Βενε­ζου­έ­λας από τους ηγέ­τες τους. Η καθο­ρι­στι­κή στιγ­μή της περιό­δου που προη­γή­θη­κε της νίκης του ήταν το Caracazo του 1989. Ο νεο­ε­κλε­γής πρό­ε­δρος, Carlos Andrés Pérez, πήρε πίσω τη δέσμευ­σή του να σπά­σει το πρό­γραμ­μα λιτό­τη­τας που το Διε­θνές Νομι­σμα­τι­κό Ταμείο είχε επι­βά­λει και επέ­βα­λε βαθιές περι­κο­πές στις δημό­σιες δαπά­νες και έστει­λε τον στρα­τό να κατα­στεί­λει βίαιες δια­μαρ­τυ­ρί­ες στο Καρά­κας και σε άλλες πόλεις. Ο ακρι­βής αριθ­μός των θυμά­των παρα­μέ­νει άγνω­στος – πολ­λοί από αυτούς που σκο­τώ­θη­καν είχαν ταφεί σε μαζι­κούς τάφους – αλλά ο αλη­θι­νός αριθ­μός μπο­ρεί να φθά­νει τους 3.000 νεκρούς.

Μέχρι τη στιγ­μή που ο Τσά­βες ξεκί­νη­σε τη δεύ­τε­ρη θητεία του, η κυβέρ­νη­σή του θα μπο­ρού­σε να απαι­τή­σει πίστω­ση χρό­νου για μια αξιο­ση­μεί­ω­τη ανά­καμ­ψη. Σύμ­φω­να με τη δημο­σκό­πη­ση του Latinobarometro, το ποσο­στό των ικα­νο­ποι­η­μέ­νων από το πολι­τι­κό τους σύστη­μα Βενε­ζου­ε­λα­νών αυξή­θη­κε από 32% το 1998 σε πάνω από 57% και οι ίδιοι ήταν οι πιο δρα­στή­ριοι πολι­τι­κά από τους πολί­τες οποιασ­δή­πο­τε άλλης χώρας. Το 56% πιστεύ­ει ότι οι εκλο­γές στη χώρα είναι «καθα­ρές» και μαζί με τους Ουρου­γουα­νούς, οι Βενε­ζου­ε­λά­νοι εξέ­φρα­ζαν το υψη­λό­τε­ρο ποσο­στό εμπι­στο­σύ­νης στις εκλο­γές ως το πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κό μέσο προ­ώ­θη­σης της αλλα­γής στη χώρα.

Ένα νέο σύνταγ­μα έδω­σε στους πολί­τες περισ­σό­τε­ρα περι­θώ­ρια για να δια­τη­ρούν τους ηγέ­τες τους υπό­λο­γους μέσω ενός δικαιώ­μα­τος ανά­κλη­σης για όλους τους δημό­σιους αξιω­μα­τού­χους (τα κόμ­μα­τα της αντι­πο­λί­τευ­σης εκμε­ταλ­λεύ­τη­καν αυτό το απο­τυ­χη­μέ­νο δημο­ψή­φι­σμα για την ανά­κλη­ση του 2004). Αυτό επι­τεύ­χθη­κε παρά τις συνε­χείς προ­σπά­θειες της δεξιάς αντι­πο­λί­τευ­σης να ανα­τρέ­ψει με βία την κυβέρ­νη­ση και να την αντι­κα­τα­στή­σει με μια δικτα­το­ρία τύπου Πινο­σέτ. Παρά την θερ­μή σχέ­ση του με τον Φιντέλ Κάστρο, ο Τσά­βες δεν προ­σπά­θη­σε να μιμη­θεί το πολι­τι­κό σύστη­μα της Κού­βας και έδει­ξε πολύ μεγα­λύ­τε­ρη επιεί­κεια προς τους πρα­ξι­κο­πη­μα­τί­ες από ό, τι θα μπο­ρού­σε κανείς να ανα­μέ­νει από οποια­δή­πο­τε κυβέρ­νη­ση στη Δυτι­κή Ευρώ­πη ή στη Βόρεια Αμερική.

Ιστο­ρι­κή αμνησία

Δεν πρό­κει­ται να ισχυ­ρι­στεί κανείς ότι ο Τσςα­βι­σμός είχε το τέλειο ρεκόρ όταν πρό­κει­ται για δημο­κρα­τι­κά δικαιώ­μα­τα: υπήρ­χαν βεβαί­ως βάσι­μοι λόγοι για κρι­τι­κή. Ειδι­κό­τε­ρα, οι δυσά­ρε­στες συν­θή­κες στις φυλα­κές της Βενε­ζου­έ­λας δεν ήταν σε μεγά­λο βαθ­μό ανα­μορ­φω­μέ­νες και οι αστυ­νο­μι­κές δυνά­μεις είχαν μια «εκρη­κτι­κή σχέ­ση» με τους κατοί­κους των αστι­κών γει­το­νιών. Ωστό­σο, σύμ­φω­να με τα πρό­τυ­πα σε άλλες χώρες της Αμε­ρι­κής, κανέ­να από αυτά δεν θα απέ­κλειε τη Βενε­ζου­έ­λα από το να θεω­ρη­θεί δημο­κρα­τι­κό κράτος.

Γενι­κά, οι κρι­τι­κές στον Τσά­βες απλώς δεν έλα­βαν υπό­ψη τη βίαιη αντί­στα­ση που αντι­με­τώ­πι­σε από την δεξιά αντι­πο­λί­τευ­ση από τότε που ανέ­λα­βε την εξου­σία. Για άλλη μια φορά, κατα­γρά­φη­κε το φαι­νό­με­νο της «ιστο­ρι­κής αμνη­σί­ας»: ο κίν­δυ­νος της βίαι­ης αντε­πα­νά­στα­σης και η ανά­γκη λήψης απο­φα­σι­στι­κών μέτρων για την απο­τρο­πή αυτού του κιν­δύ­νου απο­κλεί­στη­καν από τις κυρί­αρ­χες ανα­λύ­σεις στη Δύση, σαν να μην υπήρ­χε η μακρά και φρι­κτή ιστο­ρία των δημο­κρα­τι­κά εκλεγ­μέ­νων αρι­στε­ρών κυβερ­νή­σε­ων στην Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή που ανα­τρά­πη­καν από στρα­τιω­τι­κά πραξικοπήματα.

Πώς να κρα­τή­σεις τους λύκους έξω από την πόρ­τα, χωρίς να γίνεις λύκος ο ίδιος: Αυτό ήταν πάντα ένα από τα θεμε­λιώ­δη ερω­τή­μα­τα για τις κυβερ­νή­σεις που στρέ­φο­νται προς ριζι­κές αλλα­γές. Αντί να αντι­με­τω­πί­ζει αυτό το δίλημ­μα, η φιλε­λεύ­θε­ρη προ­ο­πτι­κή προ­ϋ­πο­θέ­τει σιω­πη­ρά την παρά­δο­ση στην αδυ­σώ­πη­τη επί­θε­ση από τις συντη­ρη­τι­κές δυνά­μεις. Στην ουσία πρό­κει­ται για μια προ­σέγ­γι­ση που θα απέ­κλειε από την ιστο­ρία τόσο τον Λίν­κολν και τον Ρού­σβελτ όσο και τον Λένιν ή τον Κάστρο.

Η Αρι­στε­ρά της Βενε­ζου­έ­λας δεν είχε καμία αμφι­βο­λία ότι η κυβέρ­νη­ση του Τσά­βες χρεια­ζό­ταν υπο­στή­ρι­ξη στις μάχες της με την δεξιά αντι­πο­λί­τευ­ση και τον αμε­ρι­κα­νι­κό ιμπε­ρια­λι­σμό. Επί­σης, δεν αμφι­βάλ­λουν ότι το πεί­ρα­μα του Τσα­βι­σμού είχε σοβα­ρές ατέ­λειες που θα έπρε­πε να απο­κα­τα­στα­θούν εάν επρό­κει­το να επι­βιώ­σει μακρο­πρό­θε­σμα, όπως γρα­φειο­κρα­τι­κές πρα­κτι­κές στο κίνη­μα και εκτε­τα­μέ­νη δια­φθο­ρά μετα­ξύ των κρα­τι­κών αξιω­μα­τού­χων. Παρό­λα αυτά, δεν υπήρ­χε αμφι­βο­λία ότι ο πρό­ε­δρος της Βενε­ζου­έ­λας έπαι­ξε καθο­ρι­στι­κό ρόλο στη δια­μόρ­φω­ση της «βολι­βα­ρια­νής δια­δι­κα­σί­ας». Ο Τσά­βες ήρθε στην εξου­σία με έναν αόρι­στο τρό­πο παρου­σιά­ζο­ντας τον εαυ­τό του ως ηγέ­τη του «τρί­του τρό­που» στο καλού­πι του Κλί­ντον ή του Μπλερ. Μόνο όταν οι παρα­δο­σια­κές ελίτ της Βενε­ζου­έ­λας αντέ­δρα­σαν, ο Τσά­βες ριζο­σπα­στι­κο­ποί­η­σε την ατζέ­ντα του.

Ο σοσια­λι­σμός του 21ου αιώνα

Όπως επι­ση­μαί­νει ο Mick McCaughan στη μελέ­τη του για τον πρώ­ι­μο Τσα­βι­σμό, η απο­φα­σι­στι­κή στιγ­μή έλα­βε χώρα το 2001, όταν ο Τσά­βες παρου­σί­α­σε ένα πακέ­το 49 μεταρ­ρυθ­μί­σε­ων. Αν και οι μεταρ­ρυθ­μί­σεις ήταν ήπιες, σημα­το­δό­τη­σαν «το σημείο στο οποίο οι επι­χει­ρή­σεις, τα μέσα μαζι­κής ενη­μέ­ρω­σης, το πετρέ­λαιο, οι εκκλη­σί­ες και άλλοι σημα­ντι­κοί τομείς έρι­ξαν το γάντι και ζήτη­σαν από την κυβέρ­νη­ση να υπο­χω­ρή­σει ή να αντι­με­τω­πί­σει την πλή­ρη αντί­στα­ση στη δια­τή­ρη­σή τους». Η ανα­τρο­πή απαι­τού­σε μια σχε­δόν επα­να­στα­τι­κή κινη­το­ποί­η­ση προς υπε­ρά­σπι­ση της εκλεγ­μέ­νης κυβέρνησης.

Μόνο κατά τη διάρ­κεια των προ­ε­δρι­κών εκλο­γών του 2006 ο Τσά­βες κήρυ­ξε τον σοσια­λι­σμό ως στό­χο της διοί­κη­σής του ως «σοσια­λι­σμό του 21ού αιώ­να», ως αντί­θε­ση στα απο­τυ­χη­μέ­να πει­ρά­μα­τα του προη­γού­με­νου αιώ­να. Σε μια ομι­λία του στην οποία προ­σπά­θη­σε να ενσω­μα­τώ­σει την ιδε­ο­λο­γι­κή κλη­ρο­νο­μιά του, το Golpe de Timón, ο Τσά­βες κάλε­σε το ακρο­α­τή­ριό του να «θυμη­θεί τη Σοβιε­τι­κή Ένω­ση, την οποία πήρε ο άνε­μος. Στην Σοβιε­τι­κή Ένω­ση, δεν υπήρ­ξε ποτέ δημο­κρα­τία. . . Ένα από τα θεμε­λιω­δώς νέα στοι­χεία για το μοντέ­λο μας είναι ο δημο­κρα­τι­κός χαρα­κτή­ρας του».

Αλλά ποτέ δεν ήταν απο­λύ­τως σαφές ποιος θα ήταν ο σοσια­λι­σμός του 21ου αιώ­να. Ξανά και ξανά, ο Τσά­βες κατα­δί­κα­σε το καπι­τα­λι­στι­κό σύστη­μα και ζήτη­σε μια απο­φα­σι­στι­κή ρήξη, όμως το μεγα­λύ­τε­ρο μέρος της οικο­νο­μί­ας της Βενε­ζου­έ­λας παρέ­με­νε ακό­μα στα ιδιω­τι­κά χέρια. Ο κρα­τι­κός τομέ­ας είχε επε­κτα­θεί και υπήρ­χαν πολ­λά υπο­σχό­με­να πει­ρά­μα­τα στην αυτο­δια­χεί­ρι­ση των εργα­ζο­μέ­νων, αλλά η παλιά κυρί­αρ­χη τάξη δια­τή­ρη­σε μεγά­λο μέρος του πλού­του της και μια νέα ελίτ – η απο­κα­λού­με­νη “Bolibourgeoisie” (σσ. νεο­λο­γι­σμός από τις λέξεις μπουρ­ζουα­ζία και βολι­βα­ρια­νή δια­δι­κα­σία) – είχε αρχί­σει να εδραιώ­νει τη θέση της.

Τα τρία προ­βλή­μα­τα που άφη­σε στους δια­δό­χους του ο Τσάβες

Όταν τελι­κά αρρώ­στη­σε, ο Τσά­βες άφη­σε πίσω του τρία βασι­κά προ­βλή­μα­τα για τους δια­δό­χους του. Το πρώ­το ήταν το ζήτη­μα της ηγε­σί­ας. Θα ήταν δύσκο­λο να βρε­θεί ένας αντι­κα­τα­στά­της του Τσά­βες, ένας άνθρω­πος σπά­νιων πολι­τι­κών ταλέ­ντων με μεγά­λη προ­σω­πι­κό­τη­τα. Αλλά ο τρό­πος με τον οποίο ο Τσά­βες χει­ρί­στη­κε το ζήτη­μα, ορί­ζο­ντας τον Μαδού­ρο να πάρει τη θέση του, απλά ενί­σχυ­σε τις «από πάνω προς τα κάτω» πτυ­χές του Τσαβισμού.

Στον οικο­νο­μι­κό τομέα, ο Τσά­βες άφη­σε την Βενε­ζου­έ­λα περισ­σό­τε­ρο εξαρ­τη­μέ­νη από ποτέ στις εξα­γω­γές πετρε­λαί­ου. Υπήρ­ξε μεγά­λη συζή­τη­ση κατά τα πρώ­τα χρό­νια της κυβέρ­νη­σής του σχε­τι­κά με τη δια­φο­ρο­ποί­η­ση της οικο­νο­μί­ας και την οικο­δό­μη­ση μιας ισχυ­ρό­τε­ρης παρα­γω­γι­κής βάσης, αλλά αυτά τα σχέ­δια δεν προ­χώ­ρη­σαν όσο οι τιμές του πετρε­λαί­ου συνέ­χι­σαν να ανε­βαί­νουν. Θα ήταν ένα αξιο­ση­μεί­ω­το επί­τευγ­μα για κάθε κυβέρ­νη­ση να ξεπε­ρά­σει τη λεγό­με­νη “ολλαν­δι­κή νόσο” σε μια επο­χή που τα ελκυ­στι­κά έσο­δα από το πετρέ­λαιο απορ­ρο­φού­σαν φθη­νές εισα­γω­γές που έστελ­ναν τις βιο­μη­χα­νί­ες της Βενε­ζου­έ­λας εκτός της εγχώ­ριας αγο­ράς. Αλλά οι Τσα­βι­στές προ­σπερ­νού­σαν το πρό­βλη­μα με τον βαρύ δανει­σμό από κρά­τη όπως η Κίνα, με βάση την υπό­θε­ση ότι οι τιμές του πετρέ­λαιου είναι απί­θα­νο να πέσουν πολύ. Όταν έπε­σαν, η Βενε­ζου­έ­λα βρέ­θη­κε άσχη­μα εκτεθειμένη.

Πάνω απ ‘όλα, ο Μαδού­ρο κλη­ρο­νό­μη­σε ένα σύστη­μα συναλ­λαγ­μα­τι­κών ισο­τι­μιών και τιμών των ελέγ­χων που είχε αρχι­κά συστα­θεί για την αντι­με­τώ­πι­ση της οικο­νο­μι­κής δολιο­φθο­ράς από την αντι­πο­λί­τευ­ση στις αρχές της δεκα­ε­τί­ας του 2000, αλλά είχε εδώ και και­ρό γίνει βαθιά δυσλει­τουρ­γι­κό. Οι επι­βλα­βείς επι­πτώ­σεις αυτού του συστή­μα­τος ήταν (και είναι) αρκε­τά απλές. Όποιος μπο­ρού­σε να έχει πρό­σβα­ση σε δολά­ρια με την επί­ση­μη κρα­τι­κή ισο­τι­μία θα ήταν σε θέση να τα που­λή­σει στη μαύ­ρη αγο­ρά με τερά­στια δια­φο­ρά. Τα ίδια κίνη­τρα ήρθαν στο προ­σκή­νιο με τα τρό­φι­μα, τα φάρ­μα­κα και άλλα βασι­κά αγα­θά. Ο Μαδού­ρο κατη­γό­ρη­σε την αντι­πο­λί­τευ­ση για την κρί­ση, καταγ­γέ­λο­ντάς την για «οικο­νο­μι­κό πόλε­μο» ενα­ντί­ον της κυβέρ­νη­σής του. Αλλά δεν υπάρ­χει καμία ανά­γκη να μπει στο κάδρο ένα άμε­σο πολι­τι­κό κίνη­τρο: Αρκού­σε να ακο­λου­θή­σεις τα κίνη­τρα και τους νόμους της αγο­ράς για να έχεις μια οικο­νο­μι­κή σύγκρουση.

Το ερώ­τη­μα “αν ζού­σε ο Τσά­βες” και τα διδάγματα 

Αν δεί­χνει κάτι η κρί­ση της Βενε­ζου­έ­λας είναι η ασά­φεια του «σοσια­λι­σμού του εικο­στού πρώ­του αιώ­να». Με την επι­βο­λή ελέγ­χου των τιμών, αλλά αφή­νο­ντας την παρα­γω­γή και δια­νο­μή των προ­ϊ­ό­ντων σε μεγά­λο βαθ­μό σε ιδιω­τι­κά χέρια, η Μπο­λι­βα­ρια­νή κυβέρ­νη­ση πήγε πολύ μακρύ­τε­ρα από τον καπι­τα­λι­σμό, αλλά όχι αρκε­τά μακριά για τον σοσια­λι­σμό. Η κατάρ­ρευ­ση των τιμών του πετρε­λαί­ου θα προ­κα­λού­σε σοβα­ρές δυσκο­λί­ες για τη Βενε­ζου­έ­λα σε κάθε περί­πτω­ση, αλλά η απο­τυ­χία να μεταρ­ρυθ­μί­σει το σύστη­μα των ελέγ­χων είναι ένα σοβα­ρό, αβί­α­στο λάθος που μπο­ρεί κάλ­λι­στα να απο­δει­χθεί μοι­ραίο για την όλη διαδικασία.

Είναι δελε­α­στι­κό να ανα­ρω­τη­θού­με πώς ο Τσά­βες θα είχε αντα­πο­κρι­θεί στην κρί­ση, αν είχε ζήσει λίγα χρό­νια περισ­σό­τε­ρο. Είναι εύκο­λο να αντι­πα­ρα­βά­λου­με απλώς τις αρε­τές του Τσά­βες με τις αδυ­να­μί­ες του δια­δό­χου του. Ο Μαδού­ρο έχει να αντι­με­τω­πί­σει ένα πολύ δια­φο­ρε­τι­κό πλαί­σιο. Αλλά είναι δύσκο­λο να φαντα­στεί κανείς τον Τσά­βες να δεί­χνει την ίδια ατολ­μία απέ­να­ντι σε μια εμφα­νή καταστροφή.

Η ονει­ρο­πο­λή­σεις για τον χαμέ­νο ηγέ­τη δεν θα οδη­γή­σουν που­θε­νά, φυσι­κά. Είναι δύσκο­λο να δού­με πώς η σημε­ρι­νή κρί­ση μπο­ρεί να επι­λυ­θεί με τρό­πο που να δια­τη­ρεί την εποι­κο­δο­μη­τι­κή κλη­ρο­νο­μιά της τσα­βι­σμού, κυρί­ως τα κοι­νω­νι­κά προ­γράμ­μα­τα που έκα­ναν τόσα πολ­λά για να καλυ­τε­ρεύ­σουν την ζωή των λαϊ­κών τάξε­ων και να ενδυ­να­μώ­σουν την αίσθη­ση της συμ­με­το­χής σε τμή­μα­τα του πλη­θυ­σμού που «παρα­δο­σια­κά» απο­κλεί­ο­νταν από την πολι­τι­κή δια­δι­κα­σία μέχρι την έλευ­ση του «τσα­βι­σμού». Αν η Βενε­ζου­έ­λα είχε μια κανο­νι­κή αντι­πο­λί­τευ­ση θα μπο­ρού­σε να λει­τουρ­γή­σει ευερ­γε­τι­κά προς την κυβέρ­νη­ση και να έδι­νε την ευκαι­ρία στον κίνη­μα του «τσα­βι­σμού» να ανα­ζη­τή­σει τις αιτί­ες για το τι πάει στρα­βά ώστε να τις διορθώσει.

Αλλά η αντι­πο­λί­τευ­ση είναι οτι­δή­πο­τε άλλο παρά «φυσιο­λο­γι­κή»: Εξα­κο­λου­θεί να κυριαρ­χεί­ται από την εκδί­κη­ση ολι­γαρ­χι­κών προ­σώ­πων και δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει εμπι­στο­σύ­νη ότι το δεξιό μπλοκ της Βενε­ζου­έ­λας θα δεί­ξει σεβα­σμό στα δημο­κρα­τι­κά δικαιώ­μα­τα αν έρθει στην εξου­σία. Μέχρι τη στιγ­μή που θα συμ­βεί αυτό, η ηγε­σία του PSUV (του κυβερ­νώ­ντος Σοσια­λι­στι­κού Κόμ­μα­τος) μπο­ρεί να έχει ήδη κατα­στρέ­ψει τα πιο εντυ­πω­σια­κά επι­τεύγ­μα­τα της Μπο­λι­βα­ρια­νής Επα­νά­στα­σης. Θα πρέ­πει να αντλη­θούν διδάγ­μα­τα από τη διά­λυ­ση αυτής της επα­νά­στα­σης. Αλλά αυτά τα διδάγ­μα­τα θα πρέ­πει να απο­κλεί­σουν την επι­θυ­μία να αλλά­ξει ρότα η Βενε­ζου­έ­λα, αλλά και κάθε χώρα που επι­θυ­μεί έναν πιο ανθρώ­πι­νο δρό­μο ανά­πτυ­ξης, λόγω της πίε­σης από τον παγκό­σμιο καπιταλισμό.

* Washington Consensus: Τύπος νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρης μακρο­οι­κο­νο­μι­κής πολι­τι­κής που προ­τά­θη­κε στο τέλος του 20ού αιώ­να από το ΔΝΤ και την Παγκό­σμια Τρά­πε­ζα προς τις χώρες που υπο­φέ­ρουν από οικο­νο­μι­κή κρίση.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted