Διαχρονικές επισκέψεις της εξουσίας στην Αμφίπολη - Φαιακία

Διαχρονικές επισκέψεις της εξουσίας στην Αμφίπολη

Το πολύ ενδια­φέ­ρον,  πλη­ρο­φο­ρια­κό και ελα­φεά σκω­πτι­κό σημεί­ω­μα του Τάκη Κατσι­μάρ­δου μας κοι­νο­ποί­η­σε ο φίλ­τα­τος της ΦΑΙΑΚΙΑΣ Στέ­φα­νος Πάντος και ασμέ­νως το ανα­δη­μο­σιεύ­ου­με για την …επι­μόρ­φω­σίν μας…



Όταν η
εξου­σία «συμ­μα­χεί» με την αρχαιολογία.

 

Εικο­νο­γρά­φη­ση του Β. Πινέλ­λι (1809) εμπνευ­σμέ­νη από το βίο Θησέα με τον Κίμω­να να βρί­σκει τον τάφο του μυθι­κού ήρωα.

To
πρω­τό­τυ­πο, όσο κι ενδια­φέ­ρον εξω-ανα­σκα­φι­κό ημε­ρο­λό­γιο της Αγγε­λι­κής Κώτ­τη στο
FRACTAL, δίνει αφορ­μές για πετάγ­μα­τα της σκέ­ψης (και του πλη­κτρο­λο­γί­ου!) Ιδού
ένα απ΄ αυτά, που απο­δει­κνύ­ει ότι όχι μόνο είμα­στε κατευ­θεί­αν από­γο­νοι των
Αθη­ναί­ων, των Σπαρ­τια­τών, των Μακε­δό­νων κλπ. Αλλά και ότι οι ηγέ­τες μας, αν δεν
έλκουν την κατα­γω­γή, έχουν επα­φή με τους αρχαί­ους ημών άρχο­ντες. Όπως, λόχου
χάρη, ο Αντώ­νιος με τον Κίμωνα.
Εκτός
των άλλων τους …συν­δέ­ει και η Αμφί­πο­λη, οι τύμ­βοι και ίσως η ανεύ­ρε­ση τάφων
θρυ­λι­κών προ­σω­πι­κο­τή­των. Όπως ο Θησέ­ας και ο Μ. Αλέ­ξαν­δρος: Αλλά ας βάλου­με τα
πράγ­μα­τα σε μια σει­ρά χρονολογική.
Εν αρχή
ην ο Πλού­ταρ­χος. Στο βίο του Θησέα προ­βάλ­λε­ται ο αρι­στο­κρά­της Κίμων ως ο πρώτος
γνω­στός ηγέ­της στην αρχαία ιστο­ρία, που χρη­σι­μο­ποιεί την «αρχαιο­λο­γία» για
…εθνι­κο­πα­τριω­τι­κούς λόγους.
Ο γιος
του πρω­τα­γω­νι­στή στους ελλη­νο­περ­σι­κούς πολέ­μους του Μιλ­τιά­δη, λοι­πόν, το 475 πΧ
ανα­κα­λύ­πτει τον τάφο του Θησέα στη Σκύ­ρο. Μετα­φέ­ρει τα οστά στην Αθή­να και
κτί­ζει το περί­λα­μπρο Θησείο. Αυτό είναι το θέλη­μα της μοί­ρας και των θεών για
να ενι­σχυ­θεί η δύνα­μη και η δόξα των Αθηναίων.
Η
παρά­δο­ση είναι δια­φω­τι­στι­κή για την «εθνι­κή αρχαιο­λο­γία» του Κίμω­να. Αξί­ζει να
παρα­τε­θεί το σχε­τι­κό από­σπα­σμα ( Πλού­ταρ­χος, Βίοι, Θησέ­ας 36):
«Μετά
τους μηδι­κούς πολέ­μους, όταν άρχο­ντας ήταν ο Φαί­δων, η Πυθία μήνυ­σε στους
Αθη­ναί­ους, οι οποί­οι ζητού­σαν τη συμ­βου­λή του μαντεί­ου, να πάρουν πίσω
(ανα­λα­βείν) τα οστά του Θησέα και αφού τα θάψουν με τιμές (θεμέ­νους εντίμως)
κοντά τους να τα διαφυλάσσουν.
Απο­ρού­σαν,
όμως, πώς να τα πάρουν και δεν γνώ­ρι­ζαν τον τάφο εξαι­τί­ας των ακοι­νώ­νη­των και
δύστρο­πων (αμι­ξία και χαλε­πό­τη­τι) Δολό­πως, που δια­μέ­να­νε (στη Σκύρο).
Ο
Κίμων, εντού­τοις, κατέ­λα­βε το νησί, όπως γρά­φε­ται στο βίο του (Πλουτ., Κίμων 8)
και φιλο­δο­ξώ­ντας ν΄ ανα­κα­λύ­ψει (τα οστά), είδε, όπως λένε αετό σε βουνοειδή
τόπο να χτυ­πά με το ράμ­φος του και να ξύνει με τα νύχια του, κατά κάποια θεία
τύχη σκε­πτό­με­νος έσκα­ψε στο σημείο ( θεία τινί τύχη συμ­φρο­νή­σας ανέσκαψεν).
Βρέ­θη­κε δε φέρε­τρο (θήκη) μεγά­λου σώμα­τος και δίπλα χάλ­κι­νη λόγ­χη και σπαθί.
Αυτά,
λοι­πόν, μετέ­φε­ρε ο Κίμων με το πλοίο του (τρι­ή­ρη) και οι Αθη­ναί­οι χαρούμενοι
δέχτη­καν με λαμπρές πομπές και θυσί­ες, σαν να επέ­στρε­φε στο άστυ αυτός ο ίδιος
(ο Θησέ­ας). Τα έθα­ψαν στη μέση της πόλης κοντά στο σημε­ρι­νό γυμνά­σιο (το
γυμνα­στή­ριο της επο­χής του Πλούταρχου)…»
Εδώ
στα­μα­τά για το θέμα μας η πλου­τάρ­χεια διή­γη­ση. Αιω­ρεί­ται το ερώ­τη­μα πως βρέθηκε
στη Σκύ­ρο από τον Κίμω­να ο τάφος, αφού σύμ­φω­να με τον Πλού­ταρ­χο στον ίδιο βίο
(Θησ. 35) τον Θησέα εξό­ντω­σε ο βασι­λιάς του νησιού σπρώ­χνο­ντάς τον σε γκρεμό.

Παρέκ­βα­ση
πρώτη
Σύμ­φω­να
με μυθο­λο­γι­κές παρα­δό­σεις κατά τις περι­πέ­τειες του Θησέα εκτός Αθηνών
ο
Μνη­σθέ­ας, από­γο­νος του Ερε­χθέα ξεσή­κω­σε τον λαό των Αθη­νών ενα­ντί­ον του. Ο
Θησέ­ας απο­φά­σι­σε να αυτο­ε­ξο­ρι­στεί. Έστει­λε τους δυο γιούς του στην Εύβοια, στο
βασι­λιά των Αβά­ντων, Ελε­φή­νο­ρα γιό του Χαλ­κό­δο­ντα. Ο ίδιος κατα­ρά­στη­κε τους
συμπα­τριώ­τες του και κατέ­φυ­γε στη Σκύ­ρο, όπου είχε σκο­πό να συνά­ψει φιλικές
σχέ­σεις με τους κατοί­κους της.
Ο
παπ­πούς του, πατέ­ρας του Αιγέα κατα­γό­ταν από την Σκύ­ρο. Επο­μέ­νως οι ελπί­δες του
για μια φιλή­συ­χη ζωή κοντά στα κτή­μα­τα που είχε κλη­ρο­νο­μή­σει ήταν βάσιμες.
Ήλπι­ζε ότι ο βασι­λιάς της Σκύ­ρου θα τον καλο­δε­χτεί, όπως και έγι­νε στην αρχή.
Στη συνέ­χεια, όμως, ο Λυκο­μή­δης είτε για­τί ζήλε­ψε την δόξα του Θησέα και
φοβή­θη­κε για τον θρό­νο και τα κτή­μα­τά του, είτε επει­δή δεν ήθε­λε να
δυσα­ρε­στή­σει τον Μνη­σθέα, απο­φά­σι­σε να τον ξεφορ­τω­θεί. Τον οδή­γη­σε, λοι­πόν σε
ύψω­μα με το πρό­σχη­μα να του δεί­ξει τα κτή­μα­τα του κι εκεί τον έσπρω­ξε στον
γκρε­μό. Με αυτόν τον άδο­ξο τρό­πο πέθα­νε στη Σκύ­ρο ο Θησέας.
Αργό­τε­ρα
στη Σύρο βρί­σκο­νται εγκα­τε­στη­μέ­νοι οι Δόλο­πες, λαός ληστρι­κός και άγριος. Αφού
λήστε­ψαν εμπο­ρι­κά, θεσ­σα­λι­κά πλοία και αιχ­μα­λώ­τι­σαν τους εμπό­ρους, οι Θεσσαλοί
αντέ­δρα­σαν και τους κατήγ­γει­λαν στη Δελ­φι­κή Αμφι­κτιο­νία. Με τους ψήφους των
Δολό­πων της Θεσ­σα­λί­ας, οι πει­ρα­τές αθω­ώ­νο­νται και καλεί­ται η πόλη της Σκύ­ρου να
απο­ζη­μιώ­σει τους εμπό­ρους. Οι Σκυ­ρια­νοί αρνού­νται και καλούν σε βοή­θεια τους Αθηναίους.
Ετσι οι τελευ­ταί­οι, υπό το στρα­τη­γό Κίμω­να κατέ­λα­βαν το νησί, πού­λη­σαν σκλάβους
τους Δόλο­πες και εγκα­τέ­στη­σαν εκεί κληρούχους.
 
Παρα­στά­σεις στο «Θησείο» με κατορ­θώ­μα­τα του Θησέα.

Ο
…αρχαιο­λό­γος Κίμων
Ο Κίμων
«θεία χάρι­τι» βρή­κε τον τάφο και ταυ­το­ποί­η­σε το Θησέα από μεγά­λο σώμα, το δόρυ
και το ξίφος. Πρό­κει­ται για το πρώ­το κλα­σι­κό παρά­δειγ­μα όπου συνά­πτε­ται «μια
πολ­λά υπο­σχό­με­νη συμ­μα­χία συμ­μα­χία» μετα­ξύ αρχαιο­λο­γί­ας, εξου­σί­ας και
ιδε­ο­λο­γί­ας, όπως εξαι­ρε­τι­κά εύστο­χα σημειώ­νουν μελε­τη­τές (βλέ­πε περιοδικό
Αρχαιο­λο­γία, τεύ­χος 87, Απρί­λιος – Ιού­νιος 2003).
Προ­φα­νώς
ο Κίμων βρή­κε κάποια προϊ­στο­ρι­κή ταφή, την απέ4δωσε στο Θησέα και έσπευ­σε να
μετα­φέ­ρει το λεί­ψα­νο του «αττι­κού ήρωα» στην Αθή­να. Μαζί, βεβαί­ως με τιμές για
λογα­ρια­σμό του. Μετα­φέ­ρο­ντας τα λεί­ψα­νε του σπου­δαιό­τε­ρου Αθη­ναί­ου βασι­λιά και
θεμε­λιω­τή του αθη­ναϊ­κού μεγα­λεί­ου εδραί­ω­σε την αρι­στο­κρα­τι­κή εξου­σία του.
Η
«συμ­μα­χία» δεν θα είναι μονα­δι­κή στο πέρα­σμα των αιώ­νων. Από τότε ως σήμερα
πολ­λές ανα­κα­λύ­ψεις θα γίνουν αντι­κεί­με­νο άγριας εκμε­τάλ­λευ­σης κάθε είδους.
Παρέκ­βα­ση
δεύτερη
Οι
περι­πέ­τειες, όμως του νεκρού Θησέ­ας έχουν και σύγ­χρο­νη συνέ­χεια. Ο ναός στα
σύνο­ρα της αρχαί­ας αθη­ναϊ­κής αγο­ράς, που ονο­μά­στη­κε και ονο­μά­ζε­ται Θησείο, δεν
είναι αφιε­ρω­μέ­νος στον πιο δημο­φι­λή μυθο­λο­γι­κό ήρωα μετά τον Ηρα­κλή. Αλλά στον
Ηφαι­στο και την (Εργά­νη ) Αθη­νά. Κι αυτή η ιστο­ρία ακου­μπά, κάπως, στην
εργα­λεια­κή χρή­ση της αρχαιολογίας.
Παρά τα
όσα ανα­φέ­ρει ο Παυ­σα­νί­ας («υπέρ δε τον Κερα­μει­κόν και στο­άν την καλουμένην
βασί­λειον ναός έστιν Ηφαί­στου», Ελλά­δος Περι­ή­γη­σις 1.14.6) το Ηφαιστείο
ονο­μά­στη­κε Θησείο. Υπο­τί­θε­ται ότι το μονα­δι­κό λατρευ­τι­κό μνη­μείο ορθώ­θη­κε πάνω
από τον τάφο του Θησέα. Πράγ­μα, που διευ­κό­λυ­νε η ύπαρ­ξη παρα­στά­σε­ων στο ναό με
κατορ­θώ­μα­τα του Θησέα(1).
Ο
σύν­δε­σμος «Αμφί­πο­λη»
Ο Κίμων
είναι συν­δε­δε­μέ­νος και με την περιο­χή της αρχαί­ας Αμφί­πο­λης. Ο «φαύ­λος,
άκομ­ψος», αλλά και «μέγιστ’ αγα­θός» Αθη­ναί­ος ηγέ­της, όπως τον χαρα­κτη­ρί­ζει ο
Πλού­ταρ­χος (Κιμ. 4) χρη­σι­μο­ποιώ­ντας μια φρά­ση του Ευρι­πί­δη, του­λά­χι­στον σε δυο
περι­πτώ­σεις εμπλέ­κε­ται με τοπι­κά γεγονότα.
Ένα-
δυο χρό­νια πριν από την «ανα­κά­λυ­ψη» του τάφου του Θησέα έχει την κατέ­χει την
αρχη­γία του αθη­ναϊ­κού – συμ­μα­χι­κού στό­λου. Εκστρα­τεύ­ει στη Μακε­δο­νία, όπου
απε­λευ­θε­ρώ­νει την Ηιό­να (κατο­πι­νό επί­νειο της Αμφί­πο­λης), στο Στρυ­μό­να, από τα
περ­σι­κά στρα­τεύ­μα­τα (477/6 π.Χ.). Απο­τυγ­χά­νει ωστό­σο στην κατά­λη­ψη του Δορίσκου
(θρα­κι­κή πόλη υπό περ­σι­κό έλεγχο).
Περί­που
μια δεκα­ε­τία αργό­τε­ρα οι Αθη­ναί­οι απο­φα­σί­ζουν. να στεί­λουν 10.000 αποί­κους στη
θέση Εννέα Οδοί (εκεί που ιδρύ­θη­κε το 437 η Αμφί­πο­λη από τον Αθη­ναίο στρατηγό
Αγνωνα).
Οι
Θάσιοι βλέ­πο­ντας να δια­κυ­βεύ­ο­νται τα συμ­φέ­ρο­ντά τους από τη δημιουρ­γία αποικίας
στην ηπει­ρω­τι­κή τους χώρα (την απο­κα­λού­σαν Θασί­ων Ήπει­ρο), όπου υπήρ­χαν τα
μεταλ­λεία αργύ­ρου και χρυ­σού του Παγ­γαί­ου όρους, απο­στά­τη­σαν από τη Δηλιακή
Συμ­μα­χία. Ο Κίμων ανέ­λα­βε να τους επα­να­φέ­ρει στην τάξη.
Οι
Αθη­ναί­οι κατε­ναυ­μά­χη­σαν το στό­λο των Θασί­ων συλ­λαμ­βά­νο­ντας 33 πλοία και άρχισαν
να πολιορ­κούν την πόλη της Θάσου. Οι άποι­κοι με τη σει­ρά τους προ­σπά­θη­σαν να
εδραιω­θούν στην περιο­χή γύρω από τα μεταλ­λεία, αλλά κατε­σφά­γη­σαν από θρακικά
φύλα στο Δρά­βη­σκο (δίπλα στη σημε­ρι­νή Δρά­μα). Αν και τελι­κά οι Θάσιοι
ανα­γκά­στη­καν να συν­θη­κο­λο­γή­σουν (463 πΧ) η σφα­γή των αποί­κων είχε προκαλέσει
μεγά­λη δυσφο­ρία στην Αθή­να. Την εκμε­ταλ­λεύ­τη­καν οι δημο­κρα­τι­κοί και ο Περικλής
κατη­γο­ρώ­ντας τον Κίμω­να ότι δεν εισέ­βα­λε στη Μακε­δο­νία, επει­δή δωρο­δο­κή­θη­κε από
το βασι­λιά της Μακε­δο­νί­ας Αλέ­ξαν­δρο Α΄.
Για την
ιστο­ρία ο Κίμων απαλ­λά­χθη­κε τότε από τις κατη­γο­ρί­ες. Τον επό­με­νο χρό­νο θα
εξο­στρα­κι­στεί εξαι­τί­ας των ατι­μω­τι­κών εξε­λί­ξε­ων στις σχέ­σεις Αθή­νας – Σπάρτης.
Αυτό, όμως, είναι μια άλλη ιστο­ρία. Άσχε­τη με το συσχε­τι­σμό αρχαιολογία –
εκμε­τάλ­λευ­ση – Σκύ­ρος -Αμφίπολη…
 
Το Θησείο, ως ναός του Θησέα, σε παλιό­τε­ρη αναπαράσταση.

(1) Το Θησείο
σύμ­φω­να με την Αρχαιο­λο­γία της Πόλε­ως των Αθη­νών : «Επει­τα από την επι­τυ­χή για
τους Αθη­ναί­ους εκστρα­τεία στη Σκύ­ρο, ο Κίμων προ­έ­βη σε μετα­κο­μι­δή των λειψάνων
του Θησέ­ως από τη νήσο στην Αθή­να, όπου εγκα­θί­δρυ­σε για την στέ­γα­σή τους ιερό,
το καλού­με­νο Θησεί­ον, σε σημείο στο κέντρο της πόλης, όπως ανα­φέ­ρουν ο
Παυ­σα­νί­ας και ο Πλού­ταρ­χος. Η ακρι­βής θέση του ιερού παρα­μέ­νει άγνω­στη στις
μέρες μας. Μερι­κοί το ταυ­τί­ζουν με το τετρά­γω­νο κτί­ριο στα νοτιο­δυ­τι­κά του
χώρου ανά­με­σα στη Μέση Στοά και στη Νότια Στοά της Αγο­ράς, όπου παλαιότερα
τοπο­θε­τεί­το το Γυμνά­σιο του Πτο­λε­μαί­ου, ενώ άλλοι εκτι­μούν ότι βρι­σκό­ταν νοτίως
της Ρωμαϊ­κής Αγο­ράς, πλη­σί­ον των ιερών των Ελευ­σι­νί­ων Θεών, σε χώρο που δεν
έχει ακό­μη ανα­σκα­φεί. Μία τρί­τη άπο­ψη, βασι­ζό­με­νη στις μαρ­τυ­ρί­ες ενεπίγραφων
κατα­λό­γων νικη­τών των αγώ­νων που τελού­νταν προς τιμήν του Θησέ­ως, το αναζητεί
μερι­κές εκα­το­ντά­δες μέτρα ανα­το­λι­κά της Αγο­ράς, κάπου στην περιο­χή της
σημε­ρι­νής Πλά­κας. Κατά μία τελευ­ταία θεω­ρία, πρέ­πει να κατα­σκευά­σθη­καν μετά το
πέρας των Περ­σι­κών Πολέ­μων δύο Θησεία, ένας τάφος του ήρω­ος στον χώρο της
Αγο­ράς, κοντά στο Λεω­κό­ρειο, τον Βωμό των Δώδε­κα Θεών και το Ωδείο του Αγρίππα
(το οποίο στα χρό­νια του Παυ­σα­νία ήταν ήδη γυμνά­σιο) και ένα ευρύ­τε­ρο τέμενος
αφιε­ρω­μέ­νο στη λατρεία του Θησέ­ως στα νότια της Ρωμαϊ­κής Αγο­ράς. Σύμ­φω­να με τον
Παυ­σα­νία, τους τοί­χους του ιερού κοσμού­σαν μία σει­ρά από ζωγραφικές
παρα­στά­σεις, έργα του Πολυ­γνώ­του και άλλων εξε­χό­ντων ζωγρά­φων της επο­χής, που
απει­κό­νι­ζαν τις σκη­νές της Αμα­ζο­νο­μα­χί­ας και της Κενταυ­ρο­μα­χί­ας, μυθικές
ανα­με­τρή­σεις που συγκα­τα­λέ­γο­νταν ανά­με­σα στα κατορ­θώ­μα­τα του Θησέ­ως.» (http://www.eie.gr/archaeologia/gr/02_DELTIA/Thesseion.aspx)
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted