Υποφέρουμε αλλά πρέπει και να το “νοιώθουμε”. - Φαιακία

Υποφέρουμε αλλά πρέπει και να το “νοιώθουμε”.

Οπως, πιθα­νόν,  θα έχε­τε δια­πι­στώ­σει, η επι­λο­γή φιλο­ξε­νού­με­νων κει­μέ­νων στην ΦΑΙΑΚΙΑ δεν γίνε­ται με κρι­τή­ριο την συμ­φω­νία επί των από­ψε­ων αλλά το ενδια­φέ­ρον -κατά την κρί­ση μας- της θεμα­το­λο­γί­ας. Γι’ αυτό και δεν εξαι­ρέ­σα­με ποτέ κεί­με­να, που ελά­χι­στα ή καθό­λου συμ­φω­νού­σα­με και αφού βεβαί­ως η τπο­θέ­τη­σή δεν περιέ­κλειε αντι­δρα­στι­κή και φασι­στι­κή επιχειρηματολογία…
Το κεί­με­νο όμως, που φιλο­ξε­νού­με τώρα αισθα­νό­μα­στε την ανά­γκη να δηλώ­σου­με, ότι θα το υπο­γρά­φα­με (στα περισ­σό­τε­ρα σημεία του) με τα δυό μας χέρια. Εχει δημο­σιευ­τεί στην ιστό­το­πο Kommon. Πρό­κει­ται για το άρθρο του Δημή­τρη Κατσο­ρί­δα: ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ και ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ. Εξό­χως σημα­ντι­κό, πάντο­τε κατά τη γνώ­μη μας, για Μαρ­ξι­κούς, Μαρ­ξι­στές και “Μαρ­ξι­στές”.

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ και ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Η ψυχι­κή κατά­στα­ση των ανθρώ­πων, έλε­γε ο Ράιχ, δια­μορ­φώ­νε­ται από τη ζωή του, τις συν­θή­κες ύπαρ­ξής του, ανα­πτύσ­σε­ται πάνω στη βάση τους, τις ανα­πα­ρά­γει και τις αντανακλά.Κατά συνέ­πεια, όλα αυτά τα προ­βλή­μα­τα που αγγί­ζουν τη σφαί­ρα της καθη­με­ρι­νό­τη­τας είναι υπο­χρε­ω­μέ­νη η Αρι­στε­ρά να τα λάβει υπό­ψη της και να μην τα υπο­τι­μά­ει. Αν η Αρι­στε­ρά θέλει να προ­σελ­κύ­ει τον κόσμο στη χαρά του να κάνει πολι­τι­κή είναι ανα­γκαίο να πολι­τι­κο­ποι­ή­σει την καθημερινότητα.
Μια από τις αιτί­ες της ήττας των σοσια­λι­στι­κών ιδε­ών είναι η έλλει­ψη μιας μαρ­ξι­στι­κής πολι­τι­κής ψυχο­λο­γί­ας, η οποία θα επι­χει­ρή­σει να μελε­τή­σει με ποιον τρό­πο ανα­πτύσ­σε­ται η ταξι­κή συνεί­δη­ση και για­τί δεν ανα­πτύσ­σε­ται αυθόρ­μη­τα κάτω από τις κοι­νω­νι­κές πιέ­σεις. Αυτή η ανε­πάρ­κεια και υπο­τί­μη­ση από μέρους της Αρι­στε­ράς ωφέ­λη­σε τον αντί­πα­λο, ο οποί­ος χρη­σι­μο­ποί­η­σε την ψυχο­λο­γία, όπως και άλλες επι­στή­μες (οικο­νο­μία, ιστο­ρία, κοι­νω­νιο­λο­γία, φιλο­σο­φία κλπ.), για δικό του όφε­λος και την έκα­νε ένα από τα ισχυ­ρό­τε­ρα όπλα του.
Κατά συνέ­πεια, η επι­στη­μο­νι­κή έρευ­να και η πολε­μι­κή ενά­ντια στην αστι­κή επι­στή­μη, σε όλους τους τομείς, απο­τε­λεί μέρος της πολι­τι­κής δρά­σης και γι’ αυτό επι­βάλ­λε­ται να δού­με τη θεω­ρία ολιστικά.
Δηλα­δή,  να πάψουν τα στε­γα­νά που υπάρ­χουν μετα­ξύ των δια­φό­ρων επι­στη­μών, αλλά και στο εσω­τε­ρι­κό του κάθε επι­στη­μο­νι­κού τομέα (της οικο­νο­μί­ας, της πολι­τι­κής επι­στή­μης, της κοι­νω­νιο­λο­γί­ας, της φιλο­σο­φί­ας, της ιατρι­κής, της ψυχο­λο­γί­ας, της ιστο­ρί­ας κλπ.), διό­τι ο τελι­κός σκο­πός είναι η προ­α­γω­γή των ανα­γκών της κοι­νω­νί­ας και των ανθρώπων.
Υπό αυτήν την έννοια, ίσως είναι ανα­γκαίο να δού­με ότι η ταξι­κή συνεί­δη­ση των μισθω­τών βρί­σκε­ται σε πολύ συγκε­κρι­μέ­να στοι­χεία, τα οποία σε πολ­λές περι­πτώ­σεις είναι προ­σω­πι­κής υφής: δηλα­δή, σε καθη­με­ρι­νά προ­βλή­μα­τα και μικρο­ζη­τή­μα­τα που περι­λαμ­βά­νουν τις καλές ή κακές σχέ­σεις μέσα στην οικο­γέ­νεια και τις υπο­χρε­ώ­σεις προς αυτήν, τις δυσκο­λί­ες ανα­τρο­φής και τη σχο­λι­κή επί­δο­ση των παι­διών, τα χαμη­λά εισο­δή­μα­τα, τον περιο­ρι­σμό μέχρις ελα­χι­στο­ποί­η­σης του ελεύ­θε­ρου χρό­νου, την έλλει­ψη επι­κοι­νω­νί­ας με τους φίλους, τη δια­τρο­φή, τις σεξουα­λι­κές σχέ­σεις, τον περιο­ρι­σμό των ψυχα­γω­γι­κών δρα­στη­ριο­τή­των (κινη­μα­το­γρά­φος, θέα­τρο, δια­σκέ­δα­ση, χορός, αθλη­τι­σμός, εκδρο­μές), την αγο­ρά ή την επί­πλω­ση του σπι­τιού, την καθη­με­ρι­νή πίε­ση από τον εργο­δό­τη, τον χαμέ­νο χρό­νο και την κού­ρα­ση από το συγκοι­νω­νια­κό χάος και διά­φο­ρα άλλα τέτοια ζητή­μα­τα που αφο­ρούν αυτό που ονο­μά­ζου­με προ­βλή­μα­τα της καθη­με­ρι­νής ζωής και ποιό­τη­τα ζωής.
Η ψυχι­κή κατά­στα­ση των ανθρώ­πων, έλε­γε ο Ράιχ, δια­μορ­φώ­νε­ται από τη ζωή του, τις συν­θή­κες ύπαρ­ξής του, ανα­πτύσ­σε­ται πάνω στη βάση τους, τις ανα­πα­ρά­γει και τις αντα­να­κλά. «Ο κόσμος δημιουρ­γεί­ται, χρη­σι­μο­ποιεί­ται και μετα­βάλ­λε­ται μονά­χα από τον άνθρω­πο, μέσω της θέλη­σής του να ενερ­γή­σει και της βλέ­ψης του στην ευτυ­χία – με δύο λόγια, από την ψυχι­κή του ύπαρ­ξη. Αυτό το ξέχα­σαν εδώ και πολύ και­ρό όλοι αυτοί οι ‘’μαρ­ξι­στές’’ που εκφυ­λί­στη­καν σε οικο­νο­μι­στές. Εάν μια οικο­νο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή πολι­τι­κή… πρό­κει­ται να είναι μαρ­ξι­στι­κή, τότε πρέ­πει να συν­δε­θεί με την ασή­μα­ντη, κοι­νό­τυ­πη, πρω­τό­γο­νη, απλή καθη­με­ρι­νή ζωή και τις επι­θυ­μί­ες των πλα­τύ­τε­ρων μαζών του λαού με όλη την ιδιο­μορ­φία της κοι­νω­νι­κής τους κατά­στα­σης» (Β. Ράιχ).
Κατά συνέ­πεια, όλα αυτά τα προ­βλή­μα­τα που αγγί­ζουν τη σφαί­ρα της καθη­με­ρι­νό­τη­τας είναι υπο­χρε­ω­μέ­νη η Αρι­στε­ρά να τα λάβει υπό­ψη της και να μην τα υπο­τι­μά­ει. Αν η Αρι­στε­ρά θέλει να προ­σελ­κύ­ει τον κόσμο στη χαρά του να κάνει πολι­τι­κή είναι ανα­γκαίο να πολι­τι­κο­ποι­ή­σει την καθη­με­ρι­νό­τη­τα. «Πολι­τι­κο­ποιεί­στε λοι­πόν την προ­σω­πι­κή ζωή, τις δια­σκε­δά­σεις, τα χορευ­τι­κά κέντρα, τους κινη­μα­το­γρά­φους, τις αγο­ρές, τις κρε­βα­το­κά­μα­ρες, τα ξενο­δο­χεία, τα κατα­στή­μα­τα στοι­χη­μά­των! Η επα­να­στα­τι­κή ενέρ­γεια βρί­σκε­ται στην καθη­με­ρι­νή ζωή!», έλε­γε πάλι ο Ράιχ.
Η Αρι­στε­ρά χρειά­ζε­ται να ανα­κα­λύ­ψει και να προ­βά­λει ένα θετι­κό πρό­ταγ­μα, το οποίο θα ξεκι­νά από το θυμι­κό και ταυ­τό­χρο­να θα έχει στρα­τη­γι­κή. Διό­τι, αν με την αντι-ηγε­μο­νία εννο­ού­με μια νέα ηγε­μο­νία, τότε με το αντι-καπι­τα­λι­σμό τι εννο­ού­με; Ο αντι-καπι­τα­λι­σμός δεν είναι θετι­κό πρό­ταγ­μα. Υπό μία ετυ­μο­λο­γι­κή έννοια αντί του καπι­τα­λι­σμού, τι θέλου­με; Έναν νέο καπιταλισμό;
Βέβαια, το θετι­κό πρό­ταγ­μα χωρίς το συναί­σθη­μα είναι μισό. Διό­τι, δεν λεί­πουν από την Αρι­στε­ρά τα προ­τάγ­μα­τα, τα προ­γράμ­μα­τα και τα ορά­μα­τα. Ασχο­λού­μα­στε πολύ νοη­τι­κά με το σχέ­διο, την οργά­νω­ση και τις μορ­φές πάλης, αλλά δεν ασχο­λού­μα­στε με τα συναι­σθή­μα­τα του κόσμου, τη θλί­ψη και τον πόνο του. Λέμε, μόνο, τι πρέ­πει να γίνει. Όμως, ένας πλη­γω­μέ­νος και θυμω­μέ­νος άνθρω­πος δεν έχει διά­θε­ση να μπει σε «πρέ­πει».
Εδώ τίθε­ται το ερώ­τη­μα: οι θυμω­μέ­νοι άνθρω­ποι θα φέρουν την αλλα­γή ή οι δυνα­μω­μέ­νοι; Ο θυμω­μέ­νος μπο­ρεί να είναι δημο­κρα­τι­κός; Απε­να­ντί­ας, μπο­ρεί να βλά­ψει τόσο τον εαυ­τό του όσο και τους άλλους. Μόνο αν διερ­γα­στείς τον θυμό σου μπο­ρείς να ξεμπλο­κά­ρεις. Και προς αυτήν την κατεύ­θυν­ση το παρά­δειγ­μα και η δρά­ση είναι τα εργαλεία.
Δεν υπάρ­χουν εύκο­λες λύσεις και απα­ντή­σεις. Και είναι καλό να το ομο­λο­γή­σου­με και να το παρα­δε­χτού­με. Είναι ένα πρώ­το βήμα για την ανί­χνευ­ση λύσε­ων: να παρα­δε­χτού­με ότι δεν υπάρ­χει καμία στα­θε­ρά. Αλή­θεια, από πού να πια­στεί κανείς σήμε­ρα; Από ποιο όρα­μα; Είναι, άρα­γε, το όρα­μα ο σοσια­λι­σμός; Και αν ναι, πώς τον εννο­ού­με; Και πώς θα ξέρου­με πώς τον εννο­ού­με, αν δεν κου­βε­ντιά­σου­με μετα­ξύ μας και αν δεν το μοι­ρα­στού­με; Αν δεν πού­με πόσο καη­μό έχου­με και για­τί; Αν αυτά και άλλα ακό­μη, δεν τα πού­με σε έναν πολι­τι­κό φορέα που έχου­με απο­φα­σί­σει να συνυ­πάρ­χου­με, πώς θα κατα­λά­βου­με ότι είμα­στε μαζί και ότι έχου­με έναν κοι­νό στόχο;
Θέλου­με μια Αρι­στε­ρά, η οποία θα βγά­ζει πάθος γι’ αυτά που πιστεύ­ει και αγω­νί­ζε­ται. Χωρίς πάθος δεν έχει γίνει καμία αλλα­γή στην κοι­νω­νία. Καμία δημιουργία.
Δεν είναι σε αντι­δια­στο­λή η λογι­κή με το συναί­σθη­μα, με το πάθος. Και δεν υπάρ­χει λόγος να επι­λέ­γου­με ανά­με­σα στα δύο. Χρειά­ζε­ται να ανα­πτύσ­σο­νται και τα δύο. Αν ανα­πτύσ­σου­με μόνο τη λογι­κή μπο­ρεί να γίνου­με ανάλ­γη­τοι ή ακό­μη χει­ρό­τε­ρα να προ­βού­με σε αγριό­τη­τες. Για παρά­δειγ­μα, αν είσαι στρα­τιώ­της και λει­τουρ­γείς με το συναί­σθη­μα δεν μπο­ρείς να σκο­τώ­σεις τον «εχθρό». Αν, λοι­πόν, το συναί­σθη­μα και το πάθος ανα­πτυ­χθούν παράλ­λη­λα με τη λογι­κή, ο νους δεν μπο­ρεί να κάνει αγριό­τη­τες. Γι’ αυτό είναι θεμι­τό να αξιο­ποι­ή­σου­με τόσο τη λογι­κή γι’ αυτά που είναι φτιαγ­μέ­νη όσο και το συναί­σθη­μα γι’ αυτά που είναι φτιαγμένο.
Τέλος, θέλου­με μια Αρι­στε­ρά που δεν θα έχει ανά­γκη τη νίκη, την οποία βεβαί­ως χρειά­ζε­ται να την κυνη­γή­σου­με, αλλά και αν αυτή δεν έρθει να μη θεω­ρή­σου­με ότι πήγε χαμέ­νος ο χρό­νος μας. Εξάλ­λου, η δική μας προ­σω­πι­κή ζωή είναι ένα πολύ μικρό μέγε­θος στον μακρύ ιστο­ρι­κό χρό­νο. Το ζητού­με­νο, λοι­πόν, δεν είναι αν η διάρ­κεια της ζωής μας είναι μικρή, αλλά πώς χρη­σι­μο­ποιού­με τον χρό­νο της. Έτσι, το συναί­σθη­μα της ματαί­ω­σης δεν θα υπάρ­ξει αν έχου­με αφή­σει κάτι πίσω μας, μια παρα­κα­τα­θή­κη και ως άτο­μα και ως Αριστερά.
Ο σοσια­λι­σμός είναι ένας ανά­με­σα σε πολ­λά ιστο­ρι­κά σχέ­δια. Το πιο σχέ­διο θα επι­κρα­τή­σει είναι το ζητού­με­νο. Το ερώ­τη­μα, «σοσια­λι­σμός ή βαρ­βα­ρό­τη­τα;» εκεί ακρι­βώς παραπέμπει.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted