«Το χρονοβόρον της επανεκκίνησης…» - Φαιακία

«Το χρονοβόρον της επανεκκίνησης…»

Ετσι, τιτλο­φο­ρεί­ται το σημεί­ω­μα του Νίκου Μητσιά­λη, δημο­σιευ­μέ­νο στο 23ο τεύ­χος του περιο­δι­κού “πολί­τες” στις 23/2/2011. Πάντα επί­και­ρος, πάντο­τε αιχ­μη­ρός και σαφής ο λόγος του Νίκου, όπως θα δια­πι­στώ­σε­τε δια­βά­ζο­ντάς το χρο­νο­γρα­φι­κό κεί­μνεο που ακολουθεί. 

«Το χρο­νο­βό­ρον της επα­νεκ­κί­νη­σης…»

Καρ­φώ­νω τα ψέμα­τά τους και φτιά­χνω σκά­λα να ανέ­βω και να βγω στο ξέφω­το του μυα­λού μου… Δεν αντέ­χω άλλο αυτό το μου­ντό του ορί­ζο­ντα… Με πνί­γουν οι αριθ­μοί τους, τα σκυ­θρω­πά τα πρό­σω­πά των διπλα­νών μου, οι λιγο­στές κου­βέ­ντες τους και των αλλο­νών η φλύ­α­ρη σιω­πή… Σαλεύ­ει ο νους μου βλέ­πο­ντας τις ηλε­κτρο­νι­κές φιγού­ρες τους να κυριεύ­ουν στις ειδή­σεις των οκτώ το ζωτι­κό μου χώρο γεμί­ζο­ντας τον, τρό­μο, υπο­κρι­σία, ψέμα, απά­τη και κυρί­ως συνε­χές έγκλη­μα σε βάρος των γενε­ών που έρχο­νται… Δια­κό­πτω κατ’ ανά­γκη τη παρο­χή ζωής στη συσκευή μου, τρα­βώ­ντας την από την πρί­ζα και μισο­κλεί­νο­ντας τα μάτια μου δρα­πε­τεύω από το στρα­τό­πε­δο της σχι­ζο­φρέ­νειας… Έχω ανά­γκη να ονει­ρεύ­ο­μαι και ανα­κα­λώ από το σκλη­ρό δίσκο του μυα­λού μου τα Λόγια του εξε­γερ­μέ­νου υπο­διοι­κη­τή Μάρ­κος, από την Πόλη του Μεξι­κού τον Μάιο του 2007. Λόγια του χθες , λόγια του σήμε­ρα, λόγια του αύριο, λόγια που τελι­κά, τόσο τα έχει ανά­γκη ολό­κλη­ρος ο πλα­νή­της να γίνουν από όνει­ρο πραγ­μα­τι­κό­τη­τα , από ευχή της εξε­γερ­μέ­νης κοι­νό­τη­τας των Τσιά­πας να γίνουν πρά­ξη της παγκό­σμιας κοι­νό­τη­τας και παγκό­σμια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σ’ έναν πλα­νή­τη που ασφυ­κτιά και χαρο­πα­λεύ­ει από ρύπους μηχα­νών και ιδί­ως από τους ρύπους μιας πολύ­χρω­μης δολο­φο­νι­κής εξου­σί­ας… Ναι ιδί­ως τώρα που οι εξε­γερ­μέ­νοι σκλά­βοι ματώ­νουν σε μια αβέ­βαιη μάχη ,όπως πάντα άλλω­στε και που οι άθλιοι του πλα­νή­τη – που πεθαί­νουν διψα­σμέ­νοι και πει­να­σμέ­νοι – αυξά­νουν κατά 44 εκα­τομ­μύ­ρια στο εξά­μη­νο! Φοβε­ρό επί­τευγ­μα του καπι­τα­λι­σμού!!! Ο Σότο Κομα­ντά­τε Μάρ­κος: «Αν μπο­ρού­σα­με να περι­γρά­ψου­με το όνει­ρό μας για τον κόσμο που θα ‘ρθεί, αν μπο­ρού­σα­με να το ζωγρα­φί­σου­με, να το χορέ­ψου­με, θα εμφα­νί­ζο­νταν παι­διά και θα γελού­σαν σίγου­ρα. Το νερό θα ήταν καθα­ρό, τα δέντρα και τα λου­λού­δια ζωντα­νά και ο αέρας θα ήταν μια πίστα χορού για που­λιά και για τρα­γού­δια. Οι φυλα­κές θα ήταν απο­θή­κες για τρό­φι­μα, τα δικα­στή­ρια θα ήταν κέντρα καλ­λι­τε­χνι­κών δρα­στη­ριο­τή­των, τα αστυ­νο­μι­κά και στρα­τιω­τι­κά οχή­μα­τα θα ήταν προϊ­στο­ρι­κά τέρα­τα. Αγω­νι­ζό­μα­στε για έναν κόσμο που δεν θα δού­με, από τον οποίο θα απου­σιά­ζου­με. Παρ’ όλα αυτά, αξί­ζει τον κόπο. Ή μήπως όχι; Υγεία και δικαιο­σύ­νη χρειά­ζε­ται να γίνουν κάτι τόσο όμορ­φο και καθη­με­ρι­νό, όπως ο ήλιος που προ­βάλ­λει κάθε μέρα….». Ναι ένας πλα­νή­της γεμά­τος με λου­λού­δια, παι­διά και λου­λού­δια… «Λου­λού­δια» από εκεί­να όμως που δεν έχουν τα κρυ­φά της εξου­σί­ας, αγκά­θια… Δεκά­δες χρό­νια πίσω θυμά­μαι πως το καρά­βι που ταξί­δευε τον Γκα­μάλ Άμπ­ντελ Νάσερ έπια­σε το λιμά­νι του νησιού μου, τη Κέρ­κυ­ρα και τότε τρέ­χα­με πιτσι­ρι­κά­δες πίσω από το ανοι­κτό αυτο­κί­νη­το ζητω­κραυ­γά­ζο­ντας και χει­ρο­κρο­τώ­ντας. Για μας τότε ο Νάσερ φάντα­ζε, επα­να­στά­της, απε­λευ­θε­ρω­τής… Το ίδιο φάντα­ζε μετά από μερι­κά χρό­νια και ο Καντά­φι… Σήμε­ρα δολο­φο­νούν αμά­χους στις πλα­τεί­ες της «ελευ­θε­ρί­ας»… Άψυ­χα κορ­μιά ξαπλω­μέ­να στο οδό­στρω­μα, θύμα­τα μιας επα­νά­στα­σης που σκού­ρια­σε, σάπι­σε έγι­νε καθε­στώς, οικο­γέ­νειες κρα­ταιών και συμ­φέ­ρο­ντα, κλεμ­μέ­να από τους Λαούς χρυ­σά­φια και πλου­μί­δια, αξιώ­μα­τα και βιώ­μα­τα για να γεμί­σουν των κενών ψυχών και κού­φιων κρα­νί­ων τις τρύ­πες… Φοβε­ρή κατά­ρα, όταν μια επα­νά­στα­ση γίνει καθε­στώς αρχί­ζει από την επό­με­νη μέρα να σκο­τώ­νει την ιδέα της και φυσι­κά όσα από τα παι­διά της επι­μέ­νουν να την κου­βα­λούν στην καρ­διά τους ακέ­ραια… Το περα­σμέ­νο καλο­καί­ρι ένα τερά­στιο υπερ­πο­λυ­τε­λές Γιώτ αγκυ­ρο­βό­λη­σε στα ανοι­χτά του λιμα­νιού μας, δίπλα απ’ το νησά­κι Λαζα­ρέ­το, εκεί που «κοι­μού­νται» οι εκα­τόν δώδε­κα εκτε­λε­σμέ­νοι μάρ­τυ­ρες της εθνι­κής αντί­στα­σης και του δημο­κρα­τι­κού στρα­τού… Στ’ άλμπου­ρό του κυμά­τι­ζε μια παρά­ξε­νη λατι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κη σημαία και όταν η άκα­τος βγή­κε στη στε­ριά, οι ψαρά­δες του μόλου, άκου­σαν το πλή­ρω­μά της να μιλά Ρωσι­κά… Έτσι κυκλο­φό­ρη­σε η φήμη πως το πανά­κρι­βο σκά­φος ήταν του Αμπρά­μο­βιτς μα και αν δεν ήταν, τι με αυτό κάποιου άλλου Ρώσου μεγι­στά­να θα ήταν, το κέρ­δι­σε και αυτός όπως και τόσοι άλλοι με το γκρέ­μι­σμα της Σοβιε­τί­ας… Τι ειρω­νεία να σου λέει μετά ο ανεκ­δι­ή­γη­τος «καθο­δη­γη­τής» στο καφε­νείο της γει­το­νιάς ότι ο ιμπε­ρια­λι­σμός παρέα με τη ντό­πια πέμ­πτη φάλαγ­γα γκρέ­μι­σαν τη σοβιε­τι­κή ένω­ση… Και που ήταν η εργα­τι­κή τάξη, οι πιο­νέ­ροι και ο κόκ­κι­νος στρα­τός να αντι­στα­θούν; Και δεν είχα καθό­λου όρε­ξη εκεί­νο το βρά­δυ για κου­βέ­ντα και τι να πω στον ανθρω­πά­κο… Ήταν σαν προ­σπα­θού­σα να πεί­σω εκεί­νες τις κυρί­ες στη γωνία με τα θρη­σκευ­τι­κά φυλ­λά­δια πως ματαί­ως περι­μέ­νουν την επα­νεμ­φά­νι­ση του κυρί­ου τους στη δεύ­τε­ρη παρου­σία… Στη συνέ­χεια ρού­φα­γα τον καφε­δά­κο μου και η τηλε­πα­ρου­σιά­στρια στις ειδή­σεις των οκτώ με πλη­ρο­φο­ρού­σε μετα­ξύ των άλλων πως: «Χρο­νο­βό­ρα προ­μη­νύ­ε­ται η επα­νεκ­κί­νη­ση του ΣΥΡΙΖΑ…» (Σαπου­νάς ΑΠΟ) Κοί­τα­ξα δεξιά και αρι­στε­ρά και δια­πί­στω­σα με ανα­κού­φι­ση πως κανείς δεν πήρε χαμπά­ρι τι είχε πει η ομορ­φο­νιά στο γυα­λί… Ευτυ­χώς σκέ­φτη­κα για­τί αλλιώς δεν θα τους έπαιρ­νε ο ύπνος από την ανη­συ­χία που θα τους προ­ξε­νού­σε βρα­διά­τι­κα το «χρο­νο­βό­ρον της επα­νεκ­κί­νη­σης». Παρ’ όλη τη σχι­ζο­φρέ­νια της επο­χής που απο­κο­ρυ­φώ­νε­ται με τις χωρι­στές λιτα­νεύ­σεις (πορεί­ες), με το μέτρη­μα ποια πορεία συγκέ­ντρω­σε τον περισ­σό­τε­ρο κόσμο, ποια ήταν περισ­σό­τε­ρο μαχη­τι­κή και ποιος τελικά…νίκησε και την ανά­γκη εξ αυτών όλων να ακο­λου­θείς πότε, πότε «θερα­πευ­τι­κή» αγω­γή μέσα από δρό­μους κατα­φυ­γής στο όνει­ρο, είμαι βέβαιος πως υπάρ­χει ελπί­δα φθά­νει να ξεμπερ­δέ­ψουν τα νιά­τα με το παλιό, με οτι­δή­πο­τε παλιό υπάρ­χει σαν εμπό­διο… Κάποια στιγ­μή είναι ανά­γκη να γίνει στά­χτη και λίπα­σμα εκεί­νο, για ξεφυ­τρώ­σει το νέο…Δεν πάει άλλο, όσο πιο γρή­γο­ρα τόσο πιο καλ­λί­τε­ρα για τους νέους δια­φο­ρε­τι­κά αλί­μο­νο σ’ αυτούς… 

Νίκος Μητσιά­λης (Δημο­σιεύ­θη­κε στους «Πολί­τες» τεύ­χος 23ο Φεβρουά­ριος 2011)

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted