Τοκογλυφία - Φαιακία

Τοκογλυφία

Ενα εξαι­ρε­τι­κά καλο­γραμ­μέ­νο κεί­με­νο του Κων­στα­ντί­νου Που­λή αντι­γρά­φου­με από τον “Δρό­μο της Αρι­στε­ράς“. Δεν γνω­ρί­ζου­με τον συγ­γρα­φέα προ­σω­πι­κά. Το επώ­νυ­μο προ­δί­δει κατα­γω­γή εκ της ΦΑΙΑΚΙΑΣ (πιθα­νό­τα­τα από τους Αγιους Δέκα). 
Παρα­θέ­του­με 

Τοκο­γλυ­φία
Υπάρ­χει μια πολύ ωραία ιστο­ρία στο Κατά Ματ­θαί­ον Ευαγ­γέ­λιο (18,23), σε σχέ­ση με τον δανει­σμό. Μιλώ­ντας για τη συγ­χώ­ρε­ση ο Ιησούς εξη­γεί ότι πρέ­πει να συγ­χω­ρεί κανείς όχι εφτά, αλλά εβδο­μή­ντα­ε­φτά φορές. Να συγ­χω­ρεί δηλα­δή παρά­λο­γα και απε­ριό­ρι­στα. Συν­δέ­ο­ντας αυτή την προ­τρο­πή με το χρέ­ος, συνε­χί­ζει με την εξής παρα­βο­λή: ένας κατα­χρε­ω­μέ­νος δού­λος πέφτει στα πόδια του βασι­λιά και του ζητεί να μην πωλη­θεί αυτός, η γυναί­κα του, τα παι­διά του και όλα του τα υπάρ­χο­ντα για να ξεπλη­ρω­θούν τα χρέη του. Ο βασι­λιάς τον συμπό­νε­σε και τον άφη­σε, αλλά μετά ο ίδιος δού­λος βρή­κε κάποιον άλλον που του χρω­στού­σε εκα­τό δηνά­ρια («σύν­δου­λο» τον λέει το Ευαγ­γέ­λιο, που είναι μια πολύ ωραία λέξη) και τον έπια­σε από τον λαι­μό ζητώ­ντας τα λεφτά του και τον έβα­λε στη φυλα­κή. Ο κύριός του, όταν του πρό­φτα­σαν τα νέα, είπε «δού­λε πονη­ρέ, πάσαν την οφει­λήν εκεί­νην αφή­κα σοι, επεί­πα­ρε­κά­λε­σάς με. Ουκ έδει (δεν έπρε­πε) και σε ελε­ή­σαι τον σύν­δου­λόν σου, ως και εγώ σε ηλέ­η­σα;» Και τον παρέ­δω­σε να τον βασανίσουν.
Είναι πάντα πολύ ενδια­φέ­ρο­ντα τα συμπε­ρά­σμα­τα που προ­κύ­πτουν για την ηθι­κή κάποιου όταν αλλά­ζει η θέση του στη σκα­κιέ­ρα. Η Γερ­μα­νία είναι το πιο συναρ­πα­στι­κό και περι­πε­τειώ­δες παρά­δειγ­μα. Από τις Βερ­σαλ­λί­ες στο Γ’ Ράιχ και μετά στην ταπεί­νω­ση, το κλεί­σι­μο των εργο­στα­σί­ων της και τελι­κά τις κυρώ­σεις από τις οποί­ες ανέ­νη­ψε ανα­νε­ω­μέ­νη και δυνα­μι­κή, μέχρι τη σημε­ρι­νή επο­χή της νέας ευρω­παϊ­κής κυριαρχίας.
Συνη­θί­ζου­με να υπεν­θυ­μί­ζου­με τη γλωσ­σι­κή σύν­δε­ση μετα­ξύ χρέ­ους και αμαρ­τί­ας, εξη­γώ­ντας πάντα ότι «αφί­ε­μεν τοις οφει­λέ­ταις» σημαί­νει όχι τα χρέη αλλά τις αμαρ­τί­ες. Να όμως που εκτός από το να τονί­ζου­με την αμαρ­τω­λή φύση του χρέ­ους, θα μπο­ρού­σα­με να επι­μεί­νου­με και στη «συγ­χώ­ρε­ση του χρέ­ους». Για­τί σε θεο­λο­γι­κό πλαί­σιο; Είμαι ριζι­κά αναρ­μό­διος για να μιλή­σω υπεύ­θυ­να για τη θεο­λο­γι­κή διά­στα­ση του θέμα­τος, για λόγους υπαρ­ξια­κούς και ερευ­νη­τι­κούς: δεν είναι χωρά­φια μου και «δεν ξέρω τη θρη­σκεία τους καλά», όπως θα έλε­γε και ο Καβά­φης. Όμως σκέ­φτο­μαι ότι θα μπο­ρού­σα­με να δού­με μια μικρή, πρό­χει­ρη και σκόρ­πια ιστο­ρία της τοκο­γλυ­φί­ας και να ανα­λο­γι­στού­με τις πιθα­νές στά­σεις απέ­να­ντί της.

***
Ξεκι­νώ όπως ξεκι­νούν όλες οι ανα­δρο­μές: από τον Αρι­στο­τέ­λη (Πολι­τι­κά 1258b), που εξη­γεί πως η τοκο­γλυ­φία είναι «μάλι­στα παρά φύσιν». Η ενό­χλη­ση του Αρι­στο­τέ­λη σχε­τι­ζό­ταν ακρι­βώς με την ιδιό­τη­τα του χρή­μα­τος να γεν­νά­ει χρή­μα, και στη γλώσ­σα μας συμ­βαί­νει να έχου­με μια λέξη κοι­νή για να περι­γρά­ψου­με το φαι­νό­με­νο, που είναι ο «τόκος». Στην Έξο­δο της Παλαιάς Δια­θή­κης δια­βά­ζου­με: «εάν δε αργύ­ριον εκδα­νεί­σης τω αδελ­φώ τω πενι­χρώ παρά σοι, ουκ έση αυτόν κατε­πεί­γων, ουκ επι­θή­σει­ςαυ­τώ­τό­κον» (22,25). Αρκε­τά πιο παρα­στα­τι­κή είναι η εικό­να που συνα­ντού­με στον Ιεζε­κι­ήλ (18,13): «μετά τόκου έδω­κε και πλε­ο­να­σμόν έλα­βε, ούτος ζωή ου ζήσε­ται, πάσας τας ανο­μί­ας ταύ­τας εποί­η­σε, θανά­τω­θα­να­τω­θή­σε­ται, το αίμα αυτού επ’ αυτόν έσται».
Η ιστο­ρία της έννοιας της τοκο­γλυ­φί­ας στη μεσαιω­νι­κή οικο­νο­μι­κή επι­στή­μη γεμί­ζει τόμους επί τόμων, σε πεδία που δεν μπο­ρώ να υπει­σέλ­θω, εκτός μόνο όταν η περι­γρα­φή περι­λαμ­βά­νει αίμα­τα και άλλα παρό­μοια που εξά­πτουν το λογο­τε­χνι­κό μου ενδια­φέ­ρον. Όπως π.χ. αργό­τε­ρα στο από­σπα­σμα του Λού­θη­ρου που ανα­πα­ρά­γει ο Μαρξ, που καλεί σε κυνή­γι, κατά­ρα και απο­κε­φα­λι­σμό των τοκο­γλύ­φων. Οι ειδι­κοί πάντως παρα­τη­ρούν ότι ήδη στον Μεσαί­ω­να δια­πι­στώ­νε­ται μια από­στα­ση ανά­με­σα­στην ηθι­κή κατα­δί­κη της τοκο­γλυ­φί­ας και την έμπρα­κτη απο­λα­βή των καρ­πών της.
Αφού περά­σει κανείς από τον Αρι­στο­τέ­λη στον Μεσαί­ω­να, επι­βάλ­λε­ται μετά απα­ραι­τή­τως μια στά­ση στον κόσμο του Δάντη. Ο Δάντης λοι­πόν επι­φυ­λάσ­σει κι αυτός σκλη­ρή τιμω­ρία στους τοκο­γλύ­φους. Στον έβδο­μο κύκλο της Κολά­σε­ως, με χρή­μα­τα να κρέ­μο­νται από τον λαι­μό τους, με σχέ­δια θηρί­ων χαραγ­μέ­να στο σακού­λι που κρα­τούν τα χρή­μα­τα, και το βλέμ­μα τους καρ­φω­μέ­νο στο πορ­το­φό­λι (XVII 56) – οι σχο­λια­στές θεω­ρούν πως συνι­στά ανα­φο­ρά στον Εκκλη­σια­στή (4,8), υπαι­νίσ­σε­ται πως το μάτι δεν γεμί­ζει με τα πλού­τη. Η εικό­να του Σάι­λοκ στον Έμπο­ρο της Βενε­τί­ας του Σαίξ­πηρ συνι­στά μαζί με τον Δάντη τη βασι­κή πηγή για τη λαϊ­κή καλ­λι­τε­χνι­κή εικό­να του τοκο­γλύ­φου στη Δύση. Ο Σάι­λοκ­θέ­λει μια λίβρα ανθρώ­πι­νης σάρ­κας για το χρέ­ος του και μας φέρ­νει στο πιο ουσια­στι­κό κομ­μά­τι της κρι­τι­κής. Για­τί να μη ζητή­σει μία λίβρα από τη σάρ­κα του οφει­λέ­τη του; Επει­δή μπο­ρού­με να σωρεύ­σου­με λογο­τε­χνι­κά, φιλο­σο­φι­κά και θεο­λο­γι­κά παρα­δείγ­μα­τα μίσους ή απέ­χθειας προς τους δανει­στές; Αυτό είναι ένα σημα­ντι­κό ηθι­κό ερώ­τη­μα. Για­τί όχι;! Τι θα μπο­ρού­σε να εμπο­δί­σει κάποιον από το να διεκ­δι­κή­σει το συμ­φέ­ρον του με κάθε τρό­πο; Εκεί­νος ξέρει καλά για­τί να το κάνει.
***
Τα επι­χει­ρή­μα­τα τα βρί­σκει κανείς όχι μόνο στον Σαίξπηρ,(που φαί­νε­ται ότι γνώ­ρι­ζε καλά τη συζή­τη­ση για τον τόκο, από τονΑ­ρι­στο­τέ­λη ως τον Λού­θη­ρο), αλλά σε πλεί­στους θεω­ρη­τι­κούς και πρα­κτι­κούς ανθρώ­πους. Ο πλού­τος είναι ωραί­ος, ακό­μη πιο ωραίο είναι να τον αυξά­νεις όταν και όσο μπο­ρείς. Το βάρος της απά­ντη­σης πέφτει στους ώμους του περί­ερ­γου πλά­σμα­τος που ζητεί από τον Σάι­λοκ καλύ­τε­ρη δια­γω­γή. Όσους λογο­τε­χνι­κούς προ­γό­νους κι αν προ­σθέ­σου­με, που να περι­γρά­φουν με τα μελα­νό­τε­ρα χρώ­μα­τα τον δανει­στή ή τοκο­γλύ­φο, το ερώ­τη­μα θα επα­νέρ­χε­ται. Για­τί να μην το κάνει; Ποιος ο λόγος να μην ασκή­σει αυτή του τη δυνα­τό­τη­τα; Σε επο­χές που η εκκλη­σία ασκού­σε μεγα­λύ­τε­ρη επί­δρα­ση στην ηθι­κή των ανθρώ­πων, έκα­νε πάλι τα στρα­βά μάτια στη Γένο­βα, αφή­νο­ντάς τους στην πρά­ξη να κάνουν τα κου­μά­ντα τους, σεβό­με­νη τη φορά των πραγ­μά­των. Το μίσος προς τους τοκο­γλύ­φους θα ήταν μια συγκι­νη­τι­κή ηθι­κή θέση, αν δεν σήμαι­νε απλώς τον ευσε­βή πόθο να μην ασκή­σει ο ισχυ­ρός τη δύνα­μή του πάνω σου.
Η τοκο­γλυ­φία για ποιον λόγο να ενο­χλεί, για παρά­δειγ­μα, τους Έλλη­νες που συμ­με­τεί­χαν στο αλη­σμό­νη­το χρη­μα­τι­στη­ρια­κό αμόκ; Επι­στρέ­φο­ντας δηλα­δή στο αρχι­κό θέμα, της συγ­χώ­ρε­σης, θα έλε­γα ότι το ζήτη­μα είναι αν κανείς ανή­κει σε άλλη παρά­δο­ση, με άλλες αξί­ες. Ο ήρω­ας της ευαγ­γε­λι­κής παρα­βο­λής απο­δει­κνύ­ει πως έχει ακρι­βώς την ίδια στά­ση και σκέ­ψη με τον δανει­στή του, απλώς αγω­νιά να μη βρε­θεί στη λάθος όχθη. Το μόνο ζήτη­μα είναι αν κανείς αμφι­σβη­τεί το χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό σύστη­μα για­τί έχει κάτι άλλο κατά νου. Αν είναι δια­τε­θει­μέ­νος να πεί­σει και να πολε­μή­σει προ­κει­μέ­νου αυτό το άλλο σύστη­μα να εδραιω­θεί. Αλλιώς είναι απλώς ένας πιε­σμέ­νος άνθρω­πος που ζητεί να τον αλα­φρώ­σουν. Σε αυτή την περί­πτω­ση θα έλε­γα ότι δεν έχω καμία πίστη στη δύνα­μη του οίκτου να λυγί­ζει τα συμ­φέ­ρο­ντα και έχω πολύ λίγη συμπά­θεια για όσους πρό­σκαι­ρα μιλούν για αλλη­λεγ­γύη μόνο όταν την έχουν ανά­γκη οι ίδιοι.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted