Περί δημοκρατίας…. - Φαιακία

Περί δημοκρατίας….

Και μάλι­στα της εσω­κομ­μα­τι­κής… Ζήτη­μα κεφα­λαιώ­δες, που έχει -κατα τη γνώ­μη μας- σημα­δέ­ψει την πορεία της αρι­στε­ράς μέχρι και σήμε­ρα, ως αίτιο και ως αιτια­τό… Γι’ αυτό βρί­σκου­με εξαι­ρε­τι­κά ενδια­φέ­ρον το άρθρο του Δημή­τρη Καλ­τσώ­νη, στον ιστό­το­πο του “Συλ­λό­γου Μαρ­ξι­στι­κής Σκέ­ψης: Γ. Κορ­δά­τος“. (http://www.kordatos.org). Δεν πρό­κε­ται για στε­νή θεω­ρη­τι­κο­λο­γι­κή θεώ­ρη­ση του ζητή­μα­τος αλλά για ζωντα­νό προ­βλη­μα­τι­σμό σχε­τι­ζό­με­νο πολύ γερά με το σήμε­ρα στην πρά­ξη… Σας το κοινοποιούμε…


Η δημοκρατία στα επαναστατικά κόμματα της εργατικής τάξης

Οι θεμελιωτές του μαρξισμού έθεταν ως πολιτικό στόχο της εργατικής τάξης την κοινωνική της   απελευθέρωση και, μαζί, την απελευθέρωση της ανθρωπότητας από κάθε είδους εκμετάλλευση και καταπίεση. Τα βασικά συστατικά στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο στόχο αυτό και που έπρεπε να είναι καρπός μιας κοινωνικής επανάστασης είναι δύο, διαλεκτικά δεμένα μεταξύ τους: η κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, έτσι ώστε να πάψει να λειτουργεί ο μηχανισμός εκμετάλλευσης και ιδιοποίησης της υπεραξίας, και μια νέου τύπου δημοκρατία.Η νέου τύπου δημοκρατία θα έπρεπε να είναι πολύ πιο βαθιά και ουσιαστική από την τυπική αστική δημοκρατία ώστε να δίνει τη δυνατότητα στην εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα να διαχειρίζονται τις οικονομικές, πολιτικές και άλλες υποθέσεις τους. Το «πρότυπο» αυτής της νέου τύπου, εργατικής δημοκρατίας ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λένιν θεώρησαν ότι προέκυψε μέσα από την ίδια την ιστορική εμπειρία: ήταν η Παρισινή Κομμούνα και αργότερα τα σοβιέτ (συμβούλια).



Αυτό που
χαρα­κτή­ρι­ζε την Παρι­σι­νή Κομ­μού­να ήταν ότι έδι­νε τη δυνα­τό­τη­τα στην εργατική
τάξη και το λαό να εκλέ­γει, ανα­κα­λεί οπο­τε­δή­πο­τε, να ελέγ­χει ανά πάσα στιγ­μή, να
εναλ­λάσ­σει τους αντι­προ­σώ­πους της και να μην τους δίνει περι­θώ­ρια αυτονόμησης
καταρ­γώ­ντας κάθε προ­νό­μιο και παρέ­χο­ντας μισθούς του ίδιου επι­πέ­δου με ένα
συνη­θι­σμέ­νο εργα­τι­κό μισθό[1].



 Όπως είναι γνωστό,
οι θεμε­λιω­τές του μαρ­ξι­σμού θεω­ρού­σαν ότι η απε­λευ­θέ­ρω­ση της εργα­τι­κής τάξης θα
είναι έργο της ίδιας. Για το σκο­πό αυτό απαι­τεί­ται επί­σης η συγκρότηση
επα­να­στα­τι­κών εργα­τι­κών κομ­μά­των που θα συσπει­ρώ­νουν το πιο μαχητικό,
συνει­δη­το­ποι­η­μέ­νο τμή­μα της. 



Η ιστο­ρι­κή εμπειρία
έδει­ξε ότι τα επα­να­στα­τι­κά – δημο­κρα­τι­κά οργα­νω­τι­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά των πρώτων
εργα­τι­κών επα­να­στά­σε­ων έτει­ναν να απο­τε­λέ­σουν, σε ένα βαθ­μό του­λά­χι­στον, τα
στοι­χεία στα οποία βασί­στη­κε η οργά­νω­ση των επα­να­στα­τι­κών κομ­μά­των της εργατικής
τάξης[2]. Δεν υπάρ­χει βέβαια
στον Μαρξ μια συνο­λι­κή θεω­ρη­τι­κή ανά­λυ­ση για το επα­να­στα­τι­κό κόμ­μα. Ο Λένιν
αντι­με­τώ­πι­σε λίγο αργό­τε­ρα στην πρά­ξη πιο διε­ξο­δι­κά το ζήτη­μα[3].



Για­τί
δημο­κρα­τι­κά οργανωμένα;



Για­τί τα
επα­να­στα­τι­κά κόμ­μα­τα έπρε­πε να είναι δημο­κρα­τι­κά οργα­νω­μέ­να; Για­τί δεν αρκού­σε η
υπο­στή­ρι­ξη μιας απο­φα­σι­σμέ­νης, πρω­το­πό­ρας ηγε­σί­ας; Πρώ­το, για­τί κατά την
αντί­λη­ψη των μαρ­ξι­στών η απε­λευ­θέ­ρω­ση της εργα­τι­κής τάξης μπο­ρεί να
πραγ­μα­το­ποι­η­θεί μόνο αν είναι έργο της ίδιας και όχι κάποιων πεφωτισμένων
ηγε­τών. Η σοσια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση πρέ­πει να εκφρά­ζει τη βού­λη­ση του υφιστάμενου
την εκμε­τάλ­λευ­ση και κατα­πί­ε­ση λαού να απε­λευ­θε­ρω­θεί. Το ίδιο και το
επα­να­στα­τι­κό κόμ­μα πρέ­πει να εκφρά­ζει τη βού­λη­ση των μελών του και την
εθε­λο­ντι­κή τους στρά­τευ­ση στην υπό­θε­ση της απε­λευ­θέ­ρω­σης της ανθρω­πό­τη­τας. Άρα
απαι­τεί­ται ουσια­στι­κή δημοκρατία.



Δεύ­τε­ρο, η χάραξη
πολι­τι­κής απαι­τεί την επι­στη­μο­νι­κή ανά­λυ­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Η επιστημονική
ανά­λυ­ση (τόσο στις φυσι­κές όσο και στις κοι­νω­νι­κές επι­στή­μες) είναι ατο­μι­κή και
συλ­λο­γι­κή υπό­θε­ση συνά­μα. Για να είναι όσο το δυνα­τό πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κή, απαιτεί
τη συζή­τη­ση, τη δια­σταύ­ρω­ση των γνώ­σε­ων, των γνω­μών, των εμπει­ριών[4]. Άρα είναι ανα­γκαία η πιο
ουσια­στι­κή δημο­κρα­τι­κή συμ­με­το­χή των μελών του επα­να­στα­τι­κού κόμ­μα­τος στη χάραξη
πολι­τι­κής. Το ίδιο χρειά­ζε­ται και για την εκτί­μη­ση των απο­τε­λε­σμά­των της
εφαρ­μο­γής της πολι­τι­κής. Θεω­ρη­τι­κή ανά­λυ­ση και κοι­νω­νι­κή – πολι­τι­κή πράξη
βρί­σκο­νται σε αδιάρ­ρη­κτη, στε­νή δια­λε­κτι­κή σχέση.



Τρί­το, η συμμετοχή
των μελών του επα­να­στα­τι­κού κόμ­μα­τος στη χάρα­ξη και εφαρ­μο­γή της πολιτικής
απο­τε­λεί μέθο­δο ανό­δου του επι­πέ­δου γνώ­σης, κοι­νω­νι­κής και πολιτικής
συνει­δη­το­ποί­η­σης. Όσο πιο ουσια­στι­κά συμ­με­τέ­χουν τα μέλη ενός τέτοιου κόμματος
στη χάρα­ξη και στην εφαρ­μο­γή πολι­τι­κής, τόσο περισ­σό­τε­ρο βαθαί­νει η γνώ­ση τους
για τον κόσμο και αντί­στρο­φα όσο βαθαί­νει το επί­πε­δο συνεί­δη­σης τόσο η συμμετοχή
στις κομ­μα­τι­κές και εν γένει πολι­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες γίνε­ται πιο ουσια­στι­κή. Έτσι,
και η παρέμ­βα­σή τους στην κοι­νω­νία καθί­στα­ται πιο
αποτελεσματική.



Τέταρ­το, η όποια
πρω­το­πό­ρα ηγε­τι­κή ομά­δα ή πρό­σω­πο μπο­ρεί κάλ­λι­στα να βρε­θεί ουρα­γός του
κινή­μα­τος. Η συνεί­δη­ση δεν μένει στα­τι­κή. Εξε­λίσ­σε­ται προς τη μια ή άλλη
κατεύ­θυν­ση, μπρο­στά ή πίσω. Άρα υπάρ­χει πάντο­τε η ανά­γκη απο­τε­λε­σμα­τι­κού ελέγχου
από τη βάση ή και αντι­κα­τά­στα­σης του συνό­λου ή μέρους της ηγεσίας.



Τι
είδους δημοκρατία



Τι είδους
δημο­κρα­τία έχουν ανά­γκη τα επα­να­στα­τι­κά εργα­τι­κά κόμ­μα­τα; Το βέβαιο είναι ότι
δεν έχουν ανά­γκη από μια αστι­κού, κοι­νο­βου­λευ­τι­κού τύπου δημο­κρα­τία, όπου πίσω
από την τυπι­κή ισό­τη­τα των μελών θα κρύ­βε­ται η πραγ­μα­τι­κή ανι­σό­τη­τα. Το πρόβλημα
είναι πως και στα εργα­τι­κά κόμ­μα­τα υπάρ­χει ανι­σό­τη­τα ανά­με­σα στα μέλη εξαιτίας
της δια­φο­ρε­τι­κής κοι­νω­νι­κο-οικο­νο­μι­κή τους θέσης, του δια­φο­ρε­τι­κού μορφωτικού
και πολι­τι­στι­κού επι­πέ­δου, της δια­φο­ρε­τι­κής θέσης στον μηχα­νι­σμό του κόμματος
άρα και στην πλη­ρο­φό­ρη­ση κλπ. 



Για να γίνει δυνατή
η υπέρ­βα­ση των ανι­σο­τή­των αυτών, στο βαθ­μό που είναι δυνα­τή, απαι­τεί­ται επίμονη
προ­σπά­θεια. Το εγχεί­ρη­μα αυτό δυσκο­λεύ­ε­ται από τις καπι­τα­λι­στι­κές κοινωνικές
συν­θή­κες οι οποί­ες κάθε άλλο παρά επι­τρέ­πουν την απρό­σκο­πτη και ουσιαστική
συμ­με­το­χή των εργα­τών στην πολι­τι­κή. Ακό­μη και στις σοσια­λι­στι­κές κοινωνίες,
όπως απο­δεί­χθη­κε, η ιστο­ρι­κή κλη­ρο­νο­μιά του καπι­τα­λι­σμού αλλά και το γεγο­νός ότι
ο κοι­νω­νι­κός κατα­με­ρι­σμός εργα­σί­ας εξα­κο­λου­θεί να υφί­στα­ται, δρουν ανασταλτικά
στην ουσια­στι­κή συμ­με­το­χή της εργα­τι­κής τάξης.



Άρα απαι­τεί­ται
διαρ­κής, οργα­νω­μέ­νη, συστη­μα­τι­κή προ­σπά­θεια για να ξεπερ­νιού­νται οι
αντι­κει­με­νι­κές δυσκο­λί­ες. Για το λόγο αυτό ο Λένιν έδι­νε, για παράδειγμα,
ιδιαί­τε­ρη σημα­σία στην άμε­ση δημο­κρα­τία και στην άμε­ση συμ­με­το­χή όλων των μελών
του κόμ­μα­τος στη χάρα­ξη της πολι­τι­κής και στη στε­νή σύν­δε­ση της άμε­σης με την
αντι­προ­σω­πευ­τι­κή δημο­κρα­τία στο επα­να­στα­τι­κό κόμμα.



Η ουσία των μέτρων
που πρό­κρι­νε ήταν μέτρα τύπου Παρι­σι­νής Κομ­μού­νας. Πρώ­το, είχε ιδιαί­τε­ρη σημασία
η εκλο­γή όλων των στε­λε­χών. Όσοι ανα­λαμ­βά­νουν ένα ρόλο στον κατα­με­ρι­σμό εργασίας
του κόμ­μα­τος πρέ­πει να έχουν την εξου­σιο­δό­τη­ση και έγκρι­ση των μελών. Έτσι, ο
Λένιν προ­έ­τασ­σε την πλή­ρη αιρε­τό­τη­τα και δημο­σιό­τη­τα ως γενι­κή αρχή. Η μόνη
κάμ­ψη της αρχής είναι δεκτή και επι­βε­βλη­μέ­νη όταν το επα­να­στα­τι­κό κόμ­μα δρα σε
συν­θή­κες παρα­νο­μί­ας[5].



Μια εκλο­γι­κή
δια­δι­κα­σία μπο­ρεί όμως να είναι απο­λύ­τως τυπι­κή και προ­σχη­μα­τι­κή, αν δεν
εξα­σφα­λί­ζο­νται μια σει­ρά συγκε­κρι­μέ­νοι όροι. Ιδιαί­τε­ρη σημα­σία έδι­νε στη
δημο­σιό­τη­τα όλων των από­ψε­ων εντός του κόμ­μα­τος[6]. Μόνο έτσι μπο­ρούν τα μέλη να κρί­νουν, να
σχη­μα­τί­σουν ολο­κλη­ρω­μέ­νη άπο­ψη τόσο για την πολι­τι­κή κατά­στα­ση όσο και για τις
πολι­τι­κές επι­λο­γές και τα πρό­σω­πα ώστε η εκλο­γι­κή κομ­μα­τι­κή δια­δι­κα­σία «δεν
θα είναι πια ζήτη­μα κου­μπα­ριάς, φιλί­ας ή συνή­θειας… αλλά ζήτη­μα συνειδητού
καθο­ρι­σμού από τα ίδια τα «κάτω στρώ­μα­τα» (δηλ. απ’ όλα τα μέλη του κόμματος)
της πολι­τι­κής τους στά­σης
»[7]. Για να είναι ουσια­στι­κή μια δημοκρατική
δια­δι­κα­σία, έχει ακό­μη σημα­σία, εκτός από την αυτο­νό­η­τη υπο­τα­γή της μειοψηφίας
στην πλειο­ψη­φία, να δια­σφα­λί­ζο­νται και τα δικαιώ­μα­τα της εκά­στο­τε μειο­ψη­φί­ας[8].



Δεύ­τε­ρο, οι
συν­θή­κες ολό­πλευ­ρης ενη­μέ­ρω­σης και πλη­ρο­φό­ρη­σης για τις δια­φο­ρε­τι­κές από­ψεις και
για τη στά­ση των ηγε­τών και στε­λε­χών του κόμ­μα­τος δίνουν τη δυνα­τό­τη­τα για την
πραγ­μα­τι­κή άσκη­ση ελέγ­χου των μελών. Μόνο έτσι μπο­ρεί η λογο­δο­σία των
καθο­δη­γη­τι­κών οργά­νων να είναι ουσια­στι­κή και όχι προ­σχη­μα­τι­κή και μόνο με τον
τρό­πο αυτό μπο­ρούν τα μέλη να έχουν τη δυνα­τό­τη­τα ανά­κλη­σης των αιρε­τών, όταν
δια­πι­στώ­σουν ότι δεν αντα­πο­κρί­νο­νται στις προσ­δο­κί­ες. «Όλοι
συμ­φω­νή­σα­με
», έγρα­φε ο Λένιν, «με την αρχή του δημοκρατικού
συγκε­ντρω­τι­σμού, με την εξα­σφά­λι­ση των δικαιω­μά­των κάθε μειο­ψη­φί­ας και κάθε
νόμι­μης αντι­πο­λί­τευ­σης, με την αυτο­νο­μία κάθε κομ­μα­τι­κής οργά­νω­σης, με την
ανα­γνώ­ρι­ση της αιρε­τό­τη­τας και των αρχών της λογο­δο­σί­ας και του ανα­κλη­τού όλων
των υπεύ­θυ­νων προ­σώ­πων του κόμ­μα­τος
»[9].



Η ανα­κλη­τό­τη­τα όμως
δεν σημαί­νει απλώς την περιο­δι­κή δυνα­τό­τη­τα ανά­κλη­σης των αιρε­τών κάθε ένα, δύο
ή τέσ­σε­ρα χρό­νια. Για να έχει νόη­μα πρέ­πει να σημαί­νει την πρα­κτι­κή ευχέ­ρεια των
μελών και των οργα­νώ­σε­ων να συγκα­λούν έκτα­κτα συνέ­δρια και συν­δια­σκέ­ψεις όπου να
γίνε­ται ο έλεγ­χος και να ασκεί­ται το δικαί­ω­μα στην ανά­κλη­ση, όπο­τε τα μέλη το
κρί­νουν απαραίτητο.



Συνα­φής είναι η
ανά­γκη εναλ­λα­γής των προ­σώ­πων στις στε­λε­χι­κές κομ­μα­τι­κές θέσεις. Πρώ­το, για να
μη δημιουρ­γού­νται ανυ­πέρ­βλη­τες «αυθε­ντί­ες» και δεύ­τε­ρο, για­τί το επαναστατικό
κόμ­μα πρέ­πει να μερι­μνά ώστε ολο­έ­να και περισ­σό­τε­ρα μέλη του να κατα­κτούν την
επι­στή­μη και την τέχνη της πολιτικής.



Το
έσχα­το όριο του 10ου συνεδρίου



Στις παρα­πά­νω
θέσεις παρέ­μει­νε ο Λένιν ακό­μη και στις πλέ­ον δύσκο­λες και οξεί­ες εσωκομματικές
συγκρού­σεις στο 10ο συνέ­δριο το 1921 μέσα σε μια εξαι­ρε­τι­κά δύσκολη
οικο­νο­μι­κή και πολι­τι­κή κατά­στα­ση της Σοβιε­τι­κής Ένω­σης, που χαρα­κτη­ρι­ζό­ταν από
την ερή­μω­ση μετά τον εμφύ­λιο και την ξένη επέμ­βα­ση αλλά και την ένο­πλη εξέγερση
ενά­ντια στη σοβιε­τι­κή εξου­σία[10]. Παρά το γεγο­νός ότι ειση­γή­θη­κε κάποιες
ορια­κές κατα­στα­τι­κές ρυθ­μί­σεις, τις οποί­ες όμως ο ίδιος ονο­μά­τι­σε «έσχα­το
μέτρο
»[11], επέ­μει­νε στις
θεμε­λιώ­δεις αρχές του κόμματος.



Ποιες αρχές
λει­τουρ­γί­ας του κόμ­μα­τος επι­βε­βαιώ­θη­καν και στο 10ο συνέδριο;
Επι­βε­βαιώ­θη­κε η αρχή της εκλο­γής όλων των καθο­δη­γη­τι­κών στε­λε­χών και επί­σης η
πλα­τιά δημο­σιό­τη­τα και ελεύ­θε­ρη ανταλ­λα­γή των από­ψε­ων εντός του κόμ­μα­τος. Για το
σκο­πό αυτό εξάλ­λου το κόμ­μα, συνέ­χι­σε να πραγ­μα­το­ποιεί συνέ­δριο μια φορά το
χρό­νο (όπως προ­έ­βλε­πε το κατα­στα­τι­κό του αλλά και η καθιε­ρω­μέ­νη πρα­κτι­κή) και
μάλι­στα σε πολύ δύσκο­λες συν­θή­κες πολέ­μου, οικο­νο­μι­κής κατα­στρο­φής κλπ[12].



Οι απο­φά­σεις του
10ου συνε­δρί­ου όρι­ζαν ότι η ανταλ­λα­γή από­ψε­ων και η δημο­σί­ευ­ση των
δια­φο­ρε­τι­κών προ­σεγ­γί­σε­ων έπρε­πε να συνε­χι­στεί τόσο μέσα από τον κομ­μα­τι­κό τύπο
όσο και με ειδι­κές εκδό­σεις: «Το συνέ­δριο ανα­θέ­τει στην ΚΕ του Κόμ­μα­τος να
εφαρ­μό­σει με τον πιο αυστη­ρό τρό­πο αυτές τις απο­φά­σεις και ταυ­τό­χρο­να τονίζει
ότι σε ειδι­κές εκδό­σεις, συλ­λο­γές κλπ. μπο­ρεί και πρέ­πει να παρα­χω­ρη­θεί θέση για
μια πιο λεπτο­με­ρή ανταλ­λα­γή γνω­μών ανά­με­σα στα μέλη του Κόμ­μα­τος πάνω σε όλα τα
ζητή­μα­τα που ανα­φέ­ρα­με
»[13]. Προ­τά­θη­κε από τον Λένιν «να εκδί­δε­ται
πιο κανο­νι­κά το «Ντι­σκου­σιό­νι Λιστόκ» και ειδι­κές συλ­λο­γές
»[14]. Μάλι­στα, ο ίδιος πρότεινε
να απορ­ρι­φθεί τρο­πο­λο­γία που κατα­τέ­θη­κε στο 10ο συνέ­δριο και η οποία
περιό­ρι­ζε την έκδο­ση τέτοιων εκδό­σε­ων μόνο σε κεντρι­κό επί­πε­δο[15]. Μια ένδει­ξη ότι ήθε­λε η δημοκρατική
συζή­τη­ση να συνε­χι­στεί είναι και το γεγο­νός ότι το Μαϊο του 1921, δυο μήνες μετά
το 10ο συνέ­δριο, συγκλή­θη­κε η 10η έκτα­κτη πανρωσική
κομ­μα­τι­κή συν­διά­σκε­ψη με κύριο θέμα συζή­τη­σης την οικο­νο­μι­κή πολι­τι­κή[16].



Ακό­μη, ο Λένιν
πρό­τει­νε να απορ­ρι­φθεί άλλη τρο­πο­λο­γία η οποία απα­γό­ρευε οι εσωκομματικές
εκλο­γές να γίνο­νται με βάση τις πλατ­φόρ­μες. «Και αν παρου­σια­στεί ένα ζήτημα,
λογου­χά­ρη, σαν τη σύνα­ψη της ειρή­νης του Μπρεστ; Εγγυά­στε ότι τέτοια ζητήματα
δεν θα παρου­σια­στούν;… Πιθα­νόν να υπο­χρε­ω­θού­με τότε να εκλέ­γου­με με βάση τις
πλατ­φόρ­μες… Αν όμως οι περι­στά­σεις προ­κα­λέ­σουν ριζι­κές δια­φω­νί­ες, μπο­ρεί τάχα να
απα­γο­ρευ­τεί  να τις παρου­σιά­σου­με στην κρί­ση όλου του Κόμ­μα­τος; Δεν
μπο­ρεί!
»[17]. Εξάλ­λου, η
ίδια η προ­συ­νε­δρια­κή δια­δι­κα­σία του 10ου συνε­δρί­ου έγι­νε με τον τρόπο
αυτό. Η κεντρι­κή εφη­με­ρί­δα του κόμ­μα­τος είχε εκδώ­σει σε 250 χιλιά­δες αντίτυπα
τις θέσεις της «εργα­τι­κής αντι­πο­λί­τευ­σης» και με βάση τις παλτ­φόρ­μες έγιναν
εκλο­γές για ανά­δει­ξη αντι­προ­σώ­πων[18]. Δημο­σί­ευε επί­σης άρθρα των βασι­κών ηγετών
του κόμ­μα­τος οι οποί­οι δια­τύ­πω­ναν τις πιο δια­φο­ρε­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις αλλά και
άλλες ειδι­κές εκδό­σεις[19].



Συνε­πής στις θέσεις
του ο Λένιν πρό­τει­νε την εκλο­γή προ­σώ­πων που στή­ρι­ζαν τις ομά­δες της «εργα­τι­κής
αντι­πο­λί­τευ­σης» και του «δημο­κρα­τι­κού συγκε­ντρω­τι­σμού» στην Κεντρι­κή Επιτροπή
του κόμ­μα­τος. Ανα­φέρ­θη­κε μάλι­στα στο συνέ­δριο στις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις που έγιναν
με τις ομά­δες αυτές προ­κει­μέ­νου να κατα­λή­ξουν σε συμ­φω­νία. Όταν μάλι­στα κάποιοι
από αυτούς παραι­τή­θη­καν από τις θέσεις στις οποί­ες είχαν εκλε­γεί, ο Λένιν
πρό­τει­νε στο συνέ­δριο ψήφι­σμα βάσει του οποί­ου δεν απο­δε­χό­ταν τις παραι­τή­σεις[20].



Σε τι συνί­στα­ντο τα
στοι­χεία που μπο­ρού­σαν να απο­δει­χθούν προ­βλη­μα­τι­κά στην από­φα­ση που ειση­γή­θη­κε ο
Λένιν στο 10ο συνέ­δριο; Το συνέ­δριο απο­φά­σι­σε τη διά­λυ­ση των φραξιών.
Τι ήταν οι φρά­ξιες κατά τον Λένιν; Ήταν «ομά­δες με ιδιαί­τε­ρη πλατ­φόρ­μα και
με την τάση να κλει­στούν ως ένα βαθ­μό στον εαυ­τό τους και να δημιουρ­γή­σουν μια
πει­θαρ­χία της ομά­δας τους
»[21]. Με τον ορι­σμό αυτό δεν ανα­φε­ρό­ταν στην
ύπαρ­ξη ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κών τάσε­ων αλλά εκεί­νων των τάσε­ων που δια­μόρ­φω­ναν δική
τους ιδιαί­τε­ρη πειθαρχία. 



Ανέ­φε­ρε
συγκε­κρι­μέ­να ότι «τέτοια σημά­δια φρα­ξιο­νι­σμού παρου­σιά­στη­καν λ.χ. σε μια από
τις κομ­μα­τι­κές συν­δια­σκέ­ψεις της Μόσχας (το Νοέμ­βρη του 1920) και του Χαρκόβου
τόσο από την ομά­δα της λεγό­με­νης «εργα­τι­κής αντι­πο­λί­τευ­σης», όσο εν μέρει και
από την ομά­δα του λεγό­με­νου «δημο­κρα­τι­κού συγκε­ντρω­τι­σμού»»[22]
. Η
ανα­φο­ρά στη συν­διά­σκε­ψη της Μόσχας έχει ιδιαί­τε­ρη διευ­κρι­νι­στι­κή σημα­σία γιατί
εκεί η συν­διά­σκε­ψη χωρί­στη­κε σε δυο τμή­μα­τα που συνε­δρί­α­ζαν σε παραπλήσιες
αίθου­σες[23]. Από τη διατύπωση
προ­κύ­πτει επί­σης ότι δεν ταύ­τι­ζε τις ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κές πλατ­φόρ­μες με τις
οργα­νω­μέ­νες και με δική τους πει­θαρ­χία ομά­δες – φράξιες.



Η από­φα­ση που
ειση­γή­θη­κε ο Λένιν αφο­ρού­σε στην αυτο­διά­λυ­ση των οργα­νω­μέ­νων αυτών ομά­δων. Είναι
προ­φα­νές ότι η κατά­στα­ση έτει­νε να δημιουρ­γή­σει περισ­σό­τε­ρα κόμ­μα­τα σε
συσκευα­σία ενός. Το επα­να­στα­τι­κό κόμ­μα έτει­νε να γίνει ομο­σπον­δία κομ­μά­των. Αυτό
είχε συνέ­πειες όχι μόνο στην απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της παρέμ­βα­σής του αλλά και στη
συνο­χή του. Η διά­σπα­ση ήταν προ των πυλών. Είχε επί­σης επι­πτώ­σεις στην ποιότητα
της συζή­τη­σης και της δημο­κρα­τι­κής συμ­με­το­χής των μελών. Το κλί­μα πόλω­σης αλλά
και η πει­θαρ­χία των δια­φο­ρε­τι­κών ομά­δων έτει­ναν να εξα­λεί­ψουν τις απο­χρώ­σεις και
τον πλού­το των δια­φο­ρε­τι­κών προ­σεγ­γί­σε­ων και αναλύσεων.



Ωστό­σο, η απόφαση
του 10ου συνε­δρί­ου πήγαι­νε πέρα από το αυτο­νό­η­το, ειδι­κά για τις
συν­θή­κες της στιγ­μής, μέτρο της διά­λυ­σης των φρα­ξιών. Έδι­νε έκτα­κτες εξου­σί­ες σε
ένα σώμα απο­τε­λού­με­νο από τα μέλη της κεντρι­κής επι­τρο­πής συν τα αναπληρωματικά
μέλη συν τα μέλη της εξε­λεγ­κτι­κής επι­τρο­πής, όλα με ίσο δικαί­ω­μα ψήφου, ώστε να
μπο­ρούν να απο­φα­σί­ζουν με αυξη­μέ­νη βέβαια πλειο­ψη­φία 2/3 την καθαί­ρε­ση έως και
τη δια­γρα­φή μέλους της κεντρι­κής επι­τρο­πής που δεν υλο­ποιεί τις ανωτέρω
απο­φά­σεις[24].



Το μέτρο αυτό
υπε­ρέ­βαι­νε τα εσκαμ­μέ­να. Στη λογι­κή της οργά­νω­σης του επα­να­στα­τι­κού κόμ­μα­τος η
κεντρι­κή επι­τρο­πή εκλε­γό­ταν από το συνέ­δριο και λογο­δο­τού­σε το αργό­τε­ρο κάθε
χρό­νο σε αυτό. Επο­μέ­νως, η ανά­κλη­ση ενός μέλους της ή και η δια­γρα­φή του από το
κόμ­μα δεν μπο­ρού­σε παρά να είναι αρμο­διό­τη­τα του τακτι­κού ή έκτα­κτου συνεδρίου.
Με την από­φα­ση αυτή καμ­πτό­ταν η θεμε­λιώ­δης αυτή αρχή. Ο Λένιν το παραδέχτηκε
αυτό και για τού­το τόνι­σε ότι «το Κόμ­μα μας ποτέ και που­θε­νά δεν παραδέχτηκε
τίπο­τε παρό­μοιο, δηλ. να έχει η ΚΕ τέτοιο δικαί­ω­μα απέ­να­ντι σε μέλος της. Είναι
ένα έσχα­το μέτρο, που παίρ­νε­ται ειδι­κά από την επί­γνω­ση της κατά­στα­σης… Αυτό
είναι το έσχα­το μέτρο. Ελπί­ζω ότι δεν θα το εφαρ­μό­σου­με
»[25]. Για τους λόγους αυτούς το έσχα­το αυτό
μέτρο δεν δημο­σιο­ποι­ή­θη­κε. Αυτό έγι­νε τρία χρό­νια αργό­τε­ρα, τον Ιανουά­ριο του
1924 με πρό­τα­ση του Στά­λιν,  και απο­τέ­λε­σε το βήμα της μονι­μο­ποί­η­σης και
επέ­κτα­σής του[26].



Στα επό­με­να χρόνια,
οι κεντρι­κές επι­τρο­πές των κομ­μου­νι­στι­κών κομ­μά­των απέ­κτη­σαν κατα­στα­τι­κά το
δικαί­ω­μα να δια­γρά­φουν μέλη τους και μάλι­στα με απλή, και όχι αυξημένη,
πλειο­ψη­φία όπως και να προ­σλαμ­βά­νουν στη σύν­θε­σή τους μέλη με ίσα
δικαιώματα.



Η
γρα­φειο­κρα­τι­κή στρέβλωση



Η ιστο­ρι­κή πορεία
του κομ­μου­νι­στι­κού κόμ­μα­τος στη Σοβιε­τι­κή Ένω­ση αλλά, στον ένα ή άλλο βαθ­μό και
των λοι­πών κομ­μά­των της τρί­της διε­θνούς έδει­ξε πως στην πρά­ξη υπήρ­ξε μια
απο­μά­κρυν­ση από το μοντέ­λο της επα­να­στα­τι­κής, δημο­κρα­τι­κής οργά­νω­σης του
κόμ­μα­τος[27]. Η απομάκρυνση
αυτή δεν αφο­ρού­σε όλα τα κόμ­μα­τα με τον ίδιο τρό­πο ούτε όλες τις ιστορικές
περιό­δους. Είχε ωστό­σο κοι­νά χαρα­κτη­ρι­στι­κά και τάσεις. 



Το μοντέ­λο
λει­τουρ­γί­ας του κόμ­μα­τος που επι­κρά­τη­σε ήταν πιο συγκε­ντρω­τι­κό και από τις
απο­φά­σεις του 10ου συνε­δρί­ου του κομ­μου­νι­στι­κού κόμ­μα­τος της
Σοβιε­τι­κής Ένω­σης. Τα επα­να­στα­τι­κά κόμ­μα­τα ξεπέ­ρα­σαν το έσχα­το όριο του
10ου συνε­δρί­ου. Τόσο στα κατα­στα­τι­κά τους όσο και στην πράξη
μετα­το­πί­στη­καν σε μια μορ­φή δημο­κρα­τί­ας πιο περιο­ρι­σμέ­νη. Πολύ συχνά ο
συγκε­ντρω­τι­σμός υπε­ρί­σχυε της δημο­κρα­τί­ας. Καθο­ρι­στι­κό ρόλο σε αυτή τη
μετα­τό­πι­ση έπαι­ξαν, ανά­με­σα σε άλλα, οι ιδε­ο­λο­γι­κές και πολι­τι­στι­κές επιρροές
της αστι­κής και μικρο­α­στι­κής τάξης, οι σκλη­ρές διώ­ξεις των κομ­μου­νι­στών από την
αστι­κή τάξη, οι ιμπε­ρια­λι­στι­κές παρεμ­βά­σεις και οι πόλε­μοι που ωθούσαν
αντι­κει­με­νι­κά σε ένα συγκε­ντρω­τι­κό, μη δημο­κρα­τι­κό μοντέλο
λειτουργίας.



Στα­δια­κά
περιο­ρί­στη­κε η ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κή συζή­τη­ση στο εσω­τε­ρι­κό του κόμ­μα­τος. Υπήρξε
μια δια­σταλ­τι­κή ερμη­νεία της έννοιας της οργα­νω­μέ­νης ομά­δας – φρά­ξιας που την
ταύ­τι­σε με οποια­δή­πο­τε ρεύ­μα σκέ­ψης εμφα­νι­ζό­ταν και, καμιά φορά, με οποιαδήποτε
μεμο­νω­μέ­νη άπο­ψη που δεν συμ­βά­δι­ζε με αυτές τις ηγε­τι­κής ομάδας.



Αυτό δεν σημαίνει
ότι δεν υπήρ­χε καμιά δημο­κρα­τία και καμιά συζή­τη­ση στο εσω­τε­ρι­κό του
κομ­μου­νι­στι­κού κόμ­μα­τος της Σοβιε­τι­κής Ένω­σης ή γενι­κό­τε­ρα στα κομμουνιστικά
κόμ­μα­τα. Υπήρ­ξαν περί­ο­δοι και κόμ­μα­τα όπου η κατά­στα­ση ήταν καλύ­τε­ρη και αλλού
που η κατά­στα­ση ήταν χει­ρό­τε­ρη. Συνο­λι­κά, ωστό­σο, η ποιό­τη­τα της δημο­κρα­τί­ας δεν
αντα­πο­κρι­νό­ταν στον ιστο­ρι­κό ρόλο του επα­να­στα­τι­κού κόμ­μα­τος της εργατικής
τάξης.



Οι
μορ­φές του φαινομένου



Ποιες είναι οι
βασι­κές μορ­φές με τις οποί­ες εκφρά­στη­κε το φαι­νό­με­νο; Παρα­τη­ρή­θη­κε υποβάθμιση
του ρόλου των συνε­δρί­ων και των συν­δια­σκέ­ψε­ων. Αραί­ω­σε και κατα­στα­τι­κά ο χρόνος
σύγκλη­σής τους. Από ετή­σια τα συνέ­δρια συνέρ­χο­νταν κάθε 4 χρό­νια, τη στιγμή
μάλι­στα που τα μέσα επι­κοι­νω­νί­ας και συγκοι­νω­νί­ας εξε­λίσ­σο­νταν και διευκόλυναν
τη συνά­ντη­ση ανθρώ­πων από απο­μα­κρυ­σμέ­να μέρη. Στην πρά­ξη παρα­βιά­στη­καν συχνά
ακό­μη και οι κατα­στα­τι­κές προ­βλέ­ψεις για τακτι­κή σύγκληση. 



Είναι
χαρα­κτη­ρι­στι­κή η περί­πτω­ση του κομ­μου­νι­στι­κού κόμ­μα­τος της Σοβιε­τι­κής Ένω­σης. Τη
δύσκο­λη προ­ε­πα­να­στα­τι­κή και μετε­πα­να­στα­τι­κή περί­ο­δο τα συνέ­δρια συγκαλούνταν
κάθε χρό­νο. Ενδιά­με­σα συγκα­λού­νταν πανε­θνι­κές συν­δια­σκέ­ψεις, οι αντι­πρό­σω­ποι των
οποί­ων επί­σης εκλέ­γο­νταν. Διε­ξα­γό­ταν έντο­νος διά­λο­γος ανά­με­σα στις διαφορετικές
προ­σεγ­γί­σεις. Από το 1925 και μετά τα συνέ­δρια αραί­ω­σαν: τα επό­με­να έγι­ναν το
1927, το 1930, το 1934, το 1939, το 1952. Ανά­λο­γα συνέ­βη με τα συνέ­δρια της
Κομ­μου­νι­στι­κής διε­θνούς. Το πρώ­το συνέ­δριο συγκλή­θη­κε το 1919, το δεύ­τε­ρο το
1920, το τρί­το το 1921, το τέταρ­το το 1922. Το πέμ­πτο όμως συγκλή­θη­κε το 1924,
το έκτο το 1928 και το έβδο­μο το 1935[28].



Από την άλλη οι
ηγε­σί­ες των κομ­μά­των είχαν συνή­θως τη δυνα­τό­τη­τα να δια­μορ­φώ­νουν τη σύν­θε­ση των
συνε­δρί­ων και συν­δια­σκέ­ψε­ων αφού καθό­ρι­ζαν τον τρό­πο εκλο­γής των αντιπροσώπων
(εκλο­γι­κό σύστη­μα, προ­τά­σεις υπο­ψη­φιο­τή­των, κλί­μα της σχε­τι­κής συζή­τη­σης κλπ)[29].



Άλλες φορές οι
απο­φά­σεις της ηγε­σί­ας βρί­σκο­νταν σε προ­φα­νή δυσαρ­μο­νία με την εκφρα­σμέ­νη βούληση
των μελών, όπως για παρά­δειγ­μα η από­φα­ση του πολι­τι­κού γρα­φεί­ου του ΚΚΕ να
επι­κυ­ρώ­σει τη συμ­φω­νία του Λιβά­νου. Τού­το έγι­νε παρά το γεγο­νός ότι η
αντι­προ­σω­πεία του κόμ­μα­τος στο Λίβα­νο είχε παρα­βιά­σει τις οδη­γί­ες που είχε αλλά
και παρά το γεγο­νός ότι οι κομ­μα­τι­κές οργα­νώ­σεις είχαν έντο­να ταχθεί ενάντια
στην επι­κύ­ρω­σή της[30].



Η δυνα­τό­τη­τα
ανά­κλη­σης μελών της κεντρι­κής επι­τρο­πής και των άλλων οργά­νων που εκλέγονταν
ανά­με­σα στα συνέ­δρια και στις συν­δια­σκέ­ψεις πρα­κτι­κά εκμη­δε­νί­στη­κε. Δυνατότητα
ανά­κλη­σης σημαί­νει ότι από τα κάτω τα μέλη μπο­ρούν ανά πάσα στιγ­μή να
συγκα­λέ­σουν έκτα­κτες δια­δι­κα­σί­ες με σκο­πό την ανά­κλη­ση ενός, περισ­σό­τε­ρων ή όλων
των μελών ενός καθο­δη­γη­τι­κού οργά­νου. Η έκτα­κτη σύγκλη­ση συνε­δρί­ων ή
συν­δια­σκέ­ψε­ων από τα κάτω παρέ­μει­νε κατά κανό­να δικαί­ω­μα στα χαρ­τιά. Ο έλεγχος
προς την κεντρι­κή επι­τρο­πή και στα όργα­να έγι­νε σε μεγά­λο βαθ­μό τυπι­κός αφού τα
μέλη συνή­θως δεν είχαν την πλη­ρο­φό­ρη­ση για τις δια­φο­ρε­τι­κές από­ψεις, θέσεις ή
και για τη στά­ση των μελών της, ώστε να κρί­νουν με βάση όλα τα
δεδομένα.



Η έννοια της
φρά­ξιας διευ­ρύν­θη­κε τόσο πολύ ώστε να ταυ­τι­στεί συχνά με τις διαφορετικές
από­ψεις ή ρεύ­μα­τα από­ψε­ων. Υπήρ­ξε συχνά επι­λε­κτι­κή ερμη­νεία και εφαρ­μο­γή ανάλογα
με τις επι­διώ­ξεις της ηγε­σί­ας ή μέρους της ηγε­σί­ας. Τα μέλη των κομ­μά­των δεν
είχαν το σύνο­λο των δεδο­μέ­νων για να κρί­νουν σχετικά.



Η κεντρι­κή επιτροπή
ανέ­λα­βε περισ­σό­τε­ρες εξου­σί­ες και αρμο­διό­τη­τες. Γενι­κό­τε­ρα η εξου­σία εντός του
κόμ­μα­τος γλί­στρη­σε προς την κεντρι­κή επι­τρο­πή και στη συνέ­χεια από αυτήν προς το
πολι­τι­κό γρα­φείο και προς το γραμ­μα­τέα. Για παρά­δειγ­μα, θεω­ρή­θη­κε λογι­κό να
προ­βαί­νει ο γραμ­μα­τέ­ας της κεντρι­κής επι­τρο­πής σε αυθε­ντι­κή ερμη­νεία του
προ­γράμ­μα­τος του κόμ­μα­τος και να αλλά­ζει συχνά το περιε­χό­με­νό του, σε πλήρη
αντί­θε­ση με τη λενι­νι­στι­κή θέση ότι μόνο το συνέ­δριο μπο­ρεί να κάνει κάτι
τέτοιο[31]. Στην πρά­ξη, η
κεντρι­κή επι­τρο­πή (ή μόνο το πολι­τι­κό γρα­φείο, ή κάποια πλειο­ψη­φία του ή μόνο ο
γραμ­μα­τέ­ας) είχαν τη δυνα­τό­τη­τα να δια­γρά­φουν από την κεντρι­κή επι­τρο­πή, να
διο­ρί­ζουν νέα μέλη ή ακό­μη και να δια­μορ­φώ­νουν τους όρους στα συνέ­δρια ώστε να
εκλε­γεί η δική τους πρό­τα­ση για τη νέα κεντρι­κή επιτροπή.



Η
ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κή συζή­τη­ση στα ηγε­τι­κά όργα­να αλλά και συνο­λι­κά στο κόμμα
έπα­ψε σε ένα βαθ­μό να γίνε­ται με ανοι­χτούς όρους. Η αλλα­γή πολι­τι­κής γραμμής
γινό­ταν συχνά με τη μέθο­δο της διο­λί­σθη­σης. Το κομ­μα­τι­κό δυνα­μι­κό χειραγωγούνταν
με αυτόν τον τρό­πο σε μια νέα πολι­τι­κή θέση αντί να γίνει ανοι­χτή συζή­τη­ση και
αντί­κρου­ση των παλαιών και νέων θέσε­ων[32] ή αντί να γίνει ανοι­χτή παρα­δο­χή μιας
προη­γού­με­νης λαθε­μέ­νης επι­λο­γής[33].



Οι
βασι­κές αιτίες



Οι βασι­κό­τε­ρες
αιτί­ες εμφά­νι­σης και εδραί­ω­σης των φαι­νο­μέ­νων αυτών πρέ­πει να ανα­ζη­τη­θούν στην
ίδια την κοι­νω­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: στις καπι­τα­λι­στι­κές κοινωνικο-οικονομικές,
πολι­τι­κές και πολι­τι­στι­κές συν­θή­κες, στην κλη­ρο­νο­μιά ταξι­κών κοινωνιών
υπο­δού­λω­σης των ανθρώ­πων και κυριαρ­χί­ας του ιδε­α­λι­σμού και της αμάθειας.
Παράλ­λη­λα, ο κοι­νω­νι­κός κατα­με­ρι­σμός της εργα­σί­ας, που χαρα­κτη­ρί­ζει και το
καπι­τα­λι­στι­κό σύστη­μα απο­τε­λεί το αντι­κει­με­νι­κό υπό­βα­θρο πάνω στο οποίο
ανα­πτύσ­σε­ται η τάση απο­μά­κρυν­σης των αντι­προ­σώ­πων από τους αντιπροσωπευόμενους,
της ηγε­σί­ας από τη βάση.



Ο κοι­νω­νι­κός
κατα­με­ρι­σμός της εργα­σί­ας είναι η αιτία που η πολι­τι­κή, η δια­χεί­ρι­ση των κοινών
απο­τε­λεί μια ξεχω­ρι­στή δρα­στη­ριό­τη­τα. Αυτό ανα­γκα­στι­κά ισχύ­ει και για την
εργα­τι­κή τάξη και το επα­να­στα­τι­κό κόμ­μα της. Ο κατα­με­ρι­σμός είναι απο­τέ­λε­σμα της
ανά­γκης αφού όλοι οι άνθρω­ποι δεν έχουν το χρό­νο, τα μέσα, το επί­πε­δο γνώσεων
και συνεί­δη­σης για να συμ­με­τέ­χουν ολο­κλη­ρω­τι­κά στην (επα­να­στα­τι­κή) πολι­τι­κή. Εκ
των πραγ­μά­των ανα­πτύσ­σε­ται η τάση δια­χω­ρι­σμού των επαγ­γελ­μα­τι­κά ή με συστηματικό
τρό­πο ασχο­λού­με­νων με την πολι­τι­κή από τους υπό­λοι­πους που ασχολούνται
περι­στα­σια­κά. Δεν πρό­κει­ται για ζήτη­μα κακό­βου­λων προ­θέ­σε­ων (μπο­ρεί να είναι και
τέτοιο) αλλά για αντι­κει­με­νι­κό δεδομένο. 



Το αντι­κει­με­νι­κό
αυτό δεδο­μέ­νο εξα­κο­λου­θεί να υπάρ­χει και στη σοσια­λι­στι­κή κοι­νω­νία, αν και
βέβαια εκεί δια­μορ­φώ­νο­νται πολύ καλύ­τε­ροι όροι για τη συμ­με­το­χή του λαού και των
κομ­μα­τι­κών μελών στην πολι­τι­κή. Ο κατα­με­ρι­σμός της εργα­σί­ας είναι όμως ακόμη
ανα­γκαί­ος, ή για την ακρί­βεια, δεν μπο­ρεί ακό­μη να ξεπε­ρα­στεί. Αυτό μπο­ρεί να
γίνει μόνο σε ένα προ­χω­ρη­μέ­νο στά­διο ανά­πτυ­ξης της κοι­νω­νί­ας που γενι­κό­τε­ρα ο
κοι­νω­νι­κός κατα­με­ρι­σμός της εργα­σί­ας θα μπο­ρεί να ξεπε­ρα­στεί, δηλα­δή σε εκείνο
το στά­διο που οι κλα­σι­κοί του μαρ­ξι­σμού ονό­μα­σαν κομμουνισμό.



Το ζητού­με­νο για το
επα­να­στα­τι­κό κόμ­μα της εργα­τι­κής τάξης είναι να λαμ­βά­νει διαρ­κώς όλα εκεί­να τα
ανα­γκαία μέτρα που, παίρ­νο­ντας υπό­ψη τον κατα­με­ρι­σμό εργα­σί­ας, θα τεί­νουν να
ξεπε­ρά­σουν τα προ­βλή­μα­τα που ανα­κύ­πτουν από αυτόν. Κι αυτό για­τί η επιδίωξη
είναι η εργα­τι­κή τάξη και πρω­τί­στως το πιο συνει­δη­το­ποι­η­μέ­νο τμή­μα της να
κατα­κτά, μέρα με τη μέρα, πιο συνει­δη­τή και ουσια­στι­κή συμ­με­το­χή στην κοινωνική
αλλαγή.



Από την
αντι­κει­με­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που προ­α­να­φέρ­θη­κε προ­κύ­πτουν διαφοροποιήσεις
υπο­κει­με­νι­κές. Ακό­μη και τα μέλη ενός κόμ­μα­τος χαρα­κτη­ρί­ζο­νται από διαφορετική
ταξι­κή και κοι­νω­νι­κή θέση αλλά και από πολύ δια­φο­ρε­τι­κό επί­πε­δο συνείδησης,
γνώ­σης και πολι­τι­σμού. Έτσι, ούτε μπο­ρούν ούτε θέλουν όλοι να δια­χει­ρι­στούν τα
προ­βλή­μα­τα της επα­να­στα­τι­κής πολι­τι­κής. Εκ των πραγ­μά­των τα πρό­σω­πα που
απαρ­τί­ζουν την ηγε­σία ενός κόμ­μα­τος συγκε­ντρώ­νουν περαι­τέ­ρω εμπει­ρία, γνώση,
πλη­ρο­φό­ρη­ση. Το γεγο­νός αυτό μεγα­λώ­νει την από­στα­ση από τα λοι­πά μέλη του
κόμ­μα­τος. Πρέ­πει γι’ αυτό να κατα­βάλ­λε­ται συστη­μα­τι­κή προ­σπά­θεια ώστε να
μειώ­νε­ται η από­στα­ση αυτή και να απο­κτούν τα μέλη τις ικα­νό­τη­τες εκεί­νες που θα
τους επι­τρέ­πουν να ανε­βά­ζουν το επί­πε­δο συνεί­δη­σης και
συμμετοχής.



Καρ­πός αυτής της
αντι­κει­με­νι­κής από­στα­σης είναι η άπο­ψη που συχνά υφέρ­πει ή καμιά φορά
υιο­θε­τεί­ται και ανοι­χτά ότι «η ηγε­σία ξέρει καλύ­τε­ρα».  Η αντί­λη­ψη αυτή
εμφα­νί­ζε­ται και στους «πάνω» και στους «κάτω». Από εδώ προ­κύ­πτει η τάση ανάθεσης
επί­λυ­σης των σημα­ντι­κών πολι­τι­κών προ­βλη­μά­των στην ηγε­σία ή η τυφλή εμπιστοσύνη
που ανα­πτύσ­σε­ται ενί­ο­τε ότι οι λύσεις που αυτή προ­τεί­νει είναι οπωσ­δή­πο­τε οι
ορθό­τε­ρες. Από εδώ πηγά­ζει και η δυσπι­στία της ηγε­σί­ας προς τα μέλη, ο φόβος της
να τους εμπι­στευ­θεί τις δια­φο­ρε­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις, τις αντι­θέ­σεις στο εσωτερικό
της ή άλλη σημα­ντι­κή πληροφόρηση.



Πράγ­μα­τι, η ηγεσία
μπο­ρεί να έχει κατά κανό­να υψη­λό­τε­ρο επί­πε­δο γνώ­σης, πλη­ρο­φό­ρη­σης, δρά­σης. Όμως
όλα αυτά είναι ατε­λή και χρειά­ζε­ται να μπο­λιά­ζο­νται με τη γνώ­ση, την εμπειρία
και την δρα­στη­ριό­τη­τα όσο το δυνα­τό περισ­σό­τε­ρων ανθρώ­πων. Μόνο έτσι η
επι­στη­μο­νι­κή ανά­λυ­ση της συγκε­κρι­μέ­νης κατά­στα­σης μπο­ρεί να βρε­θεί εγγύ­τε­ρα στην
αλή­θεια. Αλλά ακό­μη και αν δεν χρειά­ζο­νταν η εμπει­ρία των πολ­λών, πάλι θα έπρεπε
οι τελευ­ταί­οι να γίνο­νται συμ­μέ­το­χοι στις ανα­λύ­σεις και απο­φά­σεις προ­κει­μέ­νου να
εκπαι­δεύ­ο­νται στην επι­στή­μη και τέχνη της επα­να­στα­τι­κής πολι­τι­κής, να ανεβαίνει
έτσι το επί­πε­δο συνεί­δη­σής τους και να καθί­στα­νται ολο­έ­να και ικα­νό­τε­ροι να
ασκούν πολι­τι­κή και να τεί­νουν να υπερ­βούν την από­στα­ση ηγε­σί­ας και
βάσης.



Η ιδιαί­τε­ρη θέση
της ηγε­σί­ας μπο­ρεί πάντο­τε να ωθεί στη συνει­δη­τή ή και μη συνει­δη­τή υπεράσπιση
του ιδιαί­τε­ρου κύρους της, των μικρο­συμ­φε­ρό­ντων της, της ιδιαί­τε­ρης κοινωνικής
της θέσης. Ενί­ο­τε, σε συν­θή­κες πολι­τι­κής ομα­λό­τη­τας και κοινοβουλευτισμού
ενδέ­χε­ται τα συμ­φέ­ρο­ντα αυτά να είναι μεγα­λύ­τε­ρης κλί­μα­κας, όπως για παράδειγμα
συνέ­βη με το Ιτα­λι­κό ΚΚ το οποίο παρεί­χε στους βου­λευ­τές και άλλους εκλεγμένους
σε δημό­σιες θέσεις τα προ­νό­μια που απέρ­ρε­αν από τη θέση τους αυτή. Ακό­μη και στα
πρώ­ην σοσια­λι­στι­κά κρά­τη παρα­τη­ρή­θη­κε το φαι­νό­με­νο αυτό, όπου τα κομματικά –
κρα­τι­κά στε­λέ­χη απο­λάμ­βα­ναν ιδιαί­τε­ρα υψη­λών μισθών και άλλων προ­νο­μί­ων[34].



Στα προη­γού­με­να
πρέ­πει να συνυ­πο­λο­γι­στούν η επί­δρα­ση της αστι­κής και μικρο­α­στι­κής ιδε­ο­λο­γί­ας και
ηθι­κής. Αυτές είναι αντι­κει­με­νι­κά παρού­σες. Κανέ­νας επα­να­στά­της, και ο πιο
πρω­το­πό­ρος, δεν μπο­ρεί να είναι πλή­ρως απαλ­λαγ­μέ­νος από αυτές. Η αντίθετη
προ­σέγ­γι­ση είναι ιδεαλιστική.



Επί­σης, στην
κατεύ­θυν­ση απο­μά­κρυν­σης από το επα­να­στα­τι­κό δημο­κρα­τι­κό μοντέ­λο επέ­δρα­σαν οι
συν­θή­κες παρα­νο­μί­ας, πολέ­μων και ιμπε­ρια­λι­στι­κών επεμ­βά­σε­ων που καθι­στού­σαν εκ
των πραγ­μά­των ανα­γκαί­ες μικρό­τε­ρες ή μεγα­λύ­τε­ρες απο­κλί­σεις από το πρό­τυ­πο αυτό.



Ως απο­τέ­λε­σμα,
παρα­τη­ρή­θη­κε στα επα­να­στα­τι­κά κόμ­μα­τα της εργα­τι­κής τάξης μια μεγα­λύ­τε­ρη ή
μικρό­τε­ρη απο­δυ­νά­μω­ση της δημο­κρα­τί­ας, του ρόλου των μελών, μια μετα­τό­πι­ση από
το δημο­κρα­τι­κό συγκε­ντρω­τι­σμό στο γρα­φειο­κρα­τι­κό συγκε­ντρω­τι­σμό. Η δημοκρατία
στα κόμ­μα­τα αυτά άρχι­σε να μοιά­ζει με μια παραλ­λα­γή της τυπι­κής, αστικής
δημο­κρα­τί­ας. Ακό­μη σημειώ­θη­καν φαι­νό­με­να υπερ­τί­μη­σης του ρόλου του ηγέ­τη ή των
ηγε­τών αλλά και αρχη­γι­σμού, παρα­γο­ντι­σμού και προ­σω­πο­λα­τρεί­ας, όπως περί­που στα
αστι­κά και μικρο­α­στι­κά κόμ­μα­τα. Σημειώ­θη­καν φαι­νό­με­να μυστι­κού φρα­ξιο­νι­σμού όταν
κλί­κες της ηγε­σί­ας δια­μόρ­φω­ναν τους όρους για τον έλεγ­χο των κομ­μά­των από τη
δική τους αφα­νή και με δική της πει­θαρ­χία ομάδα. 

Σωστές και λαθεμένες
λύσεις

Στα προ­βλή­μα­τα αυτά
επι­χει­ρή­θη­κε να δοθούν διά­φο­ρες απα­ντή­σεις σε λαθε­μέ­νη κατεύ­θυν­ση: στην
απο­δυ­νά­μω­ση της επα­να­στα­τι­κής δημο­κρα­τί­ας προ­τει­νό­ταν η χαλά­ρω­ση έως κατάργηση
της ενό­τη­τας δρά­σης του κόμ­μα­τος, της πει­θαρ­χί­ας, της μη υπο­τα­γής της μειοψηφίας
στην πλειο­ψη­φία, η απο­δο­χή φρα­ξιο­νι­στι­κών ομά­δων με τη δική τους πει­θαρ­χία[35].



Η χαλά­ρω­ση ή και
κατάρ­γη­ση της ενό­τη­τας δρά­σης ενός επα­να­στα­τι­κού κόμ­μα­τος (ή οποιουδήποτε
κόμ­μα­τος) σημαί­νει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα υπο­νό­μευ­ση της ύπαρ­ξής του. Δεν μπο­ρεί να
είναι η λύση στο πρό­βλη­μα της δημο­κρα­τί­ας. Αντί­θε­τα, η ύπαρ­ξη και δρά­ση ενός
επα­να­στα­τι­κού κόμ­μα­τος της εργα­τι­κής τάξης πρέ­πει να σημαί­νει μια διαρκή
προ­σπά­θεια εφαρ­μο­γής των επα­να­στα­τι­κών δημο­κρα­τι­κών αρχών τύπου Παρισινής
Κομ­μού­νας, χωρίς βέβαια να αμφι­σβη­τεί­ται η ενό­τη­τα δρά­σης. Όσο πιο ουσιαστική
είναι η δημο­κρα­τία, τόσο πιο συνει­δη­τή και απο­τε­λε­σμα­τι­κή είναι η πει­θαρ­χία και
η ενό­τη­τα δράσης.



Η εφαρ­μο­γή των
αρχών αυτών βρί­σκει διαρ­κώς εμπό­δια στις καπι­τα­λι­στι­κές κοινωνικο-οικονομικές,
πολι­τι­κές και πολι­τι­στι­κές συν­θή­κες, στην κλη­ρο­νο­μιά ταξι­κών κοινωνιών
υπο­δού­λω­σης των ανθρώ­πων και κυριαρ­χί­ας του ιδε­α­λι­σμού και της αμά­θειας αλλά και
στον ίδιο τον κοι­νω­νι­κό κατα­με­ρι­σμό εργα­σί­ας που συνέ­χεια θα υπο­νο­μεύ­ουν το
εγχεί­ρη­μα αυτό. Πρό­κει­ται για μια εξαι­ρε­τι­κά δύσκο­λη αλλά ανα­γκαία προ­σπά­θεια. Ο
στό­χος πρέ­πει να είναι τα μέλη ενός τέτοιου κόμ­μα­τος να γίνο­νται ολο­έ­να και
περισ­σό­τε­ρο, ολο­έ­να και πιο ουσια­στι­κοί συμ­μέ­το­χοι στη χάρα­ξη και εφαρ­μο­γή της
επα­να­στα­τι­κής πολι­τι­κής. Πρέ­πει να λαμ­βά­νο­νται μέτρα που να εξου­δε­τε­ρώ­νουν την
τάση ανά­θε­σης στην όποια ηγε­σία[36].



Η αλλα­γή της
κοι­νω­νί­ας και μάλι­στα εκ βάθρων προ­ϋ­πο­θέ­τει τη συνει­δη­τή συμ­με­το­χή του λαού. Σε
πρώ­το επί­πε­δο προ­ϋ­πο­θέ­τει τη συνει­δη­τή συμ­με­το­χή των μελών του επαναστατικού
κόμ­μα­τος. Η επι­βο­λή της βού­λη­σης ακό­μη και των πιο φωτι­σμέ­νων ηγε­τών και ηγεσιών
οδη­γεί με βεβαιό­τη­τα στην υπο­νό­μευ­ση και στην κατα­στρο­φή της επαναστατικής
προ­σπά­θειας. Όταν μια λύση δεν είναι ώρι­μη, δεν μπο­ρεί να εκβιά­ζε­ται. Τα βήματα
προ­ό­δου δεν μπο­ρούν να βασί­ζο­νται στον εξα­να­γκα­σμό, στην εξα­πά­τη­ση, στις
πολι­τι­κές ίντρι­γκες, στις αφα­νείς συναλ­λα­γές. Τα μέσα αυτά χαρα­κτη­ρί­ζουν την
αστι­κή και μικρο­α­στι­κή πολι­τι­κή. Δεν πρέ­πει και δεν μπο­ρεί να σημα­δεύ­ουν τα
επα­να­στα­τι­κά εργα­τι­κά κόμ­μα­τα, αν και σε ένα βαθ­μό μια τέτοια αρνη­τι­κή επίδραση
είναι ανα­πό­φευ­κτη. Σε αντί­θε­ση με τέτοιες πρα­κτι­κές ο Λένιν δια­τύ­πω­νε πάντο­τε με
ειλι­κρί­νεια και καθα­ρό­τη­τα τις θέσεις του[37].



Προ­έ­τρε­πε επίσης
τους ηγέ­τες του κόμ­μα­τος να συμπε­ρι­φέ­ρο­νται να ενερ­γούν με πρα­ό­τη­τα και
νηφα­λιό­τη­τα στις εσω­κομ­μα­τι­κές συζη­τή­σεις και αντι­πα­ρα­θέ­σεις[38]. Η αγέ­νεια, η έλλει­ψη συντρο­φι­κό­τη­τας, η
υπερ­βο­λι­κή αυτο­πε­ποί­θη­ση, το μένος, οι διοι­κη­τι­κοί και αυταρ­χι­κοί τρό­ποι είναι
στοι­χεία που δεν ται­ριά­ζουν στις λει­τουρ­γί­ες ενός επα­να­στα­τι­κού κόμ­μα­τος. Πρέπει
να κατα­πο­λε­μιού­νται και να απο­φεύ­γο­νται. Είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κές οι σχετικές
κρί­σεις του Λένιν για τον Στά­λιν, τον Τρό­τσκι και τον Πια­τα­κόφ[39].



Οι μικρο­α­στι­κές
επι­δρά­σεις βέβαια θα είναι πάντο­τε παρού­σες, ακό­μη και στις συν­θή­κες μιας
σοσια­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας. Το ζητού­με­νο για ένα επα­να­στα­τι­κό κόμ­μα είναι να
δια­φυ­λά­ξει, μέσω της εφαρ­μο­γής των επα­να­στα­τι­κών δημο­κρα­τι­κών αρχών τύπου
Παρι­σι­νής Κομ­μού­νας, τα θεμε­λιώ­δη χαρα­κτη­ρι­στι­κά του και να μην επι­τρέ­ψει οι
μικρο­α­στι­κές επι­δρά­σεις να γίνουν κυρί­αρ­χες αλλά αντί­θε­τα να προ­σελ­κύ­ει ολοένα
και περισ­σό­τε­ρους στην ουσια­στι­κή δια­χεί­ρι­ση των πολι­τι­κών πραγμάτων.



Μόνο έτσι μπο­ρεί να
δια­φυ­λά­ξει τον επα­να­στα­τι­κό, εργα­τι­κό χαρα­κτή­ρα του και μόνο έτσι μπο­ρεί να
επι­δρά­σει -ως πρω­το­πό­ρος καθο­δη­γη­τι­κή δύνα­μη της κοι­νω­νί­ας- ώστε α. στις
συν­θή­κες του καπι­τα­λι­σμού να προ­ά­γει τη συνεί­δη­ση της εργα­τι­κής τάξης, να την
προ­ε­τοι­μά­ζει έμπρα­κτα για τη χει­ρα­φέ­τη­σή της και β. στις μετεπαναστατικές
συν­θή­κες να συνε­χί­σει το έργο αυτό, να δια­φυ­λά­ξει και προ­ά­γει τον εργατικό,
σοσια­λι­στι­κό χαρα­κτή­ρα του κρά­τους, να προ­σελ­κύ­ει ολο­έ­να περισσότερους
εργα­ζό­με­νους, ολο­έ­να με πιο ποιο­τι­κό και ουσια­στι­κό τρό­πο, στη δια­χεί­ρι­ση των
υπο­θέ­σε­ών τους[40].



Η ιστο­ρι­κή εμπειρία
του 20ού αιώ­να έδει­ξε ότι η στα­δια­κή απο­δυ­νά­μω­ση της δημο­κρα­τί­ας στα
σοσια­λι­στι­κά κρά­τη συνέ­βα­λε στη γρα­φειο­κρα­τι­κή τους εκτρο­πή. Τα φαι­νό­με­να αυτά
οδή­γη­σαν τελι­κά στον εκφυ­λι­σμό του επα­να­στα­τι­κού εγχει­ρή­μα­τος και στην
καπι­τα­λι­στι­κή παλι­νόρ­θω­ση. Μόνο αν το κόμ­μα της εργα­τι­κής τάξης δια­τη­ρή­σει και
ανα­πτύ­ξει παρα­πέ­ρα την επα­να­στα­τι­κή, δημο­κρα­τι­κή, εργα­τι­κή του φυσιογνωμία
μπο­ρεί να απο­τρέ­ψει τέτοιες αρνη­τι­κές εξε­λί­ξεις. Για την ανα­γέν­νη­ση, επομένως,
της προ­σπά­θειας απε­λευ­θέ­ρω­σης της εργα­τι­κής τάξης και των εργα­ζο­μέ­νων από την
εκμε­τάλ­λευ­ση και την κατα­πί­ε­ση απαι­τεί­ται επι­στρο­φή στον λενι­νι­σμό, στις αρχές
της Παρι­σι­νής Κομ­μού­νας, απο­κά­θαρ­ση από τη γρα­φειο­κρα­τι­κή – μικρο­α­στι­κή σκουριά.
Τιτά­νιο ή μάλ­λον σισύ­φειο καθή­κον. Και όμως, γνή­σια ανθρώ­πι­νο και
ωραίο.






[1] Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύ­λιος πόλε­μος στη
Γαλ­λία
, Αθή­να, εκδ. Σύγ­χρο­νη Επο­χή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, «Κρά­τος και
επα­νά­στα­ση», Άπα­ντα, τ. 33, ιδί­ως σελ. 75 επ. και του ίδιου, «Για τους
μισθούς των ανώ­τα­των δημό­σιων και ιδιω­τι­κών υπαλ­λή­λων», Άπα­ντα, τ. 35,
σελ. 105 και του ίδιου, «Εισή­γη­ση για το δικαί­ω­μα ανά­κλη­σης στη συνε­δρί­α­ση της
ΠΚΕΕ, 21 του Νοέμ­βρη 1917», Άπα­ντα, τ. 35, σελ. 109-111 και Γ. Ρούσης,
Ο Λένιν για τη γρα­φειο­κρα­τία, Αθή­να, εκδ. Σύγ­χρο­νη Επο­χή, 1985, ιδίως
σελ. 123 επ.
[2] Βλ. ήδη το κατα­στα­τι­κό της Α’ Διε­θνούς και ιδίως
τα άρθρα 3, 4 και 12, Κ. Μαρξ, «Γενι­κό κατα­στα­τι­κό της Διε­θνούς Ένω­σης των
εργα­τών», στο Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, Δια­λε­χτά έργα, τ. 1, εκδ. της ΚΕ
του ΚΚΕ, χ.χρ., σελ. 452 επ. 
[3] Βλ. τη συλ­λο­γή Β.Ι.Λένιν, Για το
προ­λε­τα­ρια­κό κόμ­μα νέου τύπου
, Αθή­να, εκδ. Σύγ­χρο­νη Επο­χή, 1976 αλλά και
τις ενστά­σεις της Ρ. Λού­ξε­μπουργκ, Σοσια­λι­σμός και δημο­κρα­τία, Αθή­να,
εκδ. Κορον­τζή, χ.χρ.
[4] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμ­μα σε σύντρο­φο για τα
οργα­νω­τι­κά μας καθή­κο­ντα», Άπα­ντα, τ. 7, σελ. 11, όπου δια­κρί­νε­ται η
μέρι­μνα του Λένιν να λαμ­βά­νο­νται υπό­ψη οι γνώ­μες όλων των μελών του κόμματος
ακό­μη και στις πιο δύσκο­λες συν­θή­κες της παρανομίας.
[5] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τι να κάνου­με», Άπα­ντα,
τ. 6, σελ. 140-141.
[6] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμ­μα προς τη σύντα­ξη της
Ίσκρα», Άπα­ντα, τ. 8, σελ. 94-96.
[7] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η σοσιαλ­δη­μο­κρα­τία και οι
εκλο­γές στην Πετρού­πο­λη», Άπα­ντα, τ. 14, σελ. 263-264,
269.
[8] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τι επιδιώκουμε;»,
Άπα­ντα, τ. 9, σελ. 10 και του ίδιου, «Ανα­κοί­νω­ση για το ΙΙΙ συνέδριο
του ΣΔΕΚΡ», Άπα­ντα, τ. 10, σελ. 208-209 όπου κάνει λόγο για «ανά­γκη
να εξα­σφα­λι­στούν κατα­στα­τι­κά τα δικαιώ­μα­τα κάθε μειο­ψη­φί­ας
», «εγγυ­ή­σεις
των δικαιω­μά­των κάθε μειο­ψη­φί­ας
».
[9] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Έκκλη­ση στο κόμ­μα των
αντι­προ­σώ­πων του ενω­τι­κού συνε­δρί­ου που ανή­καν στην πρώ­ην ομά­δα των
μπολ­σε­βί­κων», Άπα­ντα, τ. 12, σελ. 397-398.
[10] Βλ. Ε. Καρρ, Ιστο­ρία της
Σοβιε­τι­κής Ένω­σης
, Αθή­να, εκδ. Υπο­δο­μή, 1977, τ. 1, σελ.
267.
[11] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ
συνέ­δριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπα­ντα, τ. 43, σελ. 92, 108.
[12] Βλ. Ε. Καρρ, Ιστο­ρία της
Σοβιε­τι­κής Ένω­σης
, οπ.π., σελ. 256.
[13] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ
συνέ­δριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπα­ντα, τ. 43, σελ. 97.
[14] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ
συνέ­δριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπα­ντα, τ. 43, σελ. 91.
[15] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ
συνέ­δριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπα­ντα, τ. 43, σελ. 115.
[16] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Χ Πανρωσική
συν­διά­σκε­ψη του ΚΚΡ (μπ)», Άπα­ντα, τ. 43, σελ. 295 επ.
[17] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ
συνέ­δριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπα­ντα, τ. 43, σελ. 112.
[18] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ
συνέ­δριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπα­ντα, τ. 43, σελ. 105-106.
[19] Βλ. Ε. Καρρ, Ιστο­ρία της
Σοβιε­τι­κής Ένω­σης
, οπ.π., σελ. 264.
[20] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ
συνέ­δριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπα­ντα, τ. 43, σελ. 108, 111.
[21] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ
συνέ­δριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπα­ντα, τ. 43, σελ. 89.
[22] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ
συνέ­δριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπα­ντα, τ. 43, σελ. 89.
[23] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Λόγος στη
σύσκε­ψη των κομ­μα­τι­κών στε­λε­χών της πόλης Μόσχας. 24 του Φλε­βά­ρη 1921»,
Άπα­ντα, τ. 42, σελ. 350.
[24] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ
συνέ­δριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπα­ντα, τ. 43, σελ. 92.
[25] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ
συνέ­δριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπα­ντα, τ. 43, σελ. 109. Βλ. και Τζ. Προκάτσι,
Το κομ­μου­νι­στι­κό κόμ­μα στη Σοβιε­τι­κή Ένω­ση 1917-1945, Αθή­να, εκδ. Οδυσσέας,
1975, σελ. 55 επ.
[26] Βλ. Ε. Καρρ, Ιστο­ρία της
Σοβιε­τι­κής Ένω­σης
, οπ.π., σελ. 269 υπο­σημ. 33.
[27] Βλ. Σ. Μπε­τε­λέμ, Οι
ταξι­κοί αγώ­νες στην ΕΣΣΔ
, τ. 1 (1917-1923), Αθή­να, εκδ. Κέδρος, 1974, σελ.
288 επ., 298 επ., 395 και A. di Bagio, Democrazia e centralismo,
Milano, 1978, σελ. 23, 25.
[28] Βλ. Β. Λιό­σης, Τα κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κά μέτωπα
στην Τρί­τη Κομ­μου­νι­στι­κή Διε­θνή
, Αθή­να, εκδ. ΚΨΜ, 2014, σελ. 336
επ.
[29] Βλ. για παρά­δειγ­μα το
κατα­στα­τι­κό του ΚΚ Σοβιε­τι­κής Ένω­σης, Statuts
du
Parti
Communiste
de
l
Union
Soviétique,
Moscou, éd. Agence de presse Novosti, 1986, σελ. 15.
[30] Βλ. Δοκί­μιο Ιστο­ρί­ας του ΚΚΕ, Α’ τόμος
1918-1949
, Αθή­να, εκδ. Σύγ­χρο­νη Εποχή1995, σελ. 467.
[31] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ
συνέ­δριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπα­ντα, τ. 43, σελ. 103.
[32] Βλ. για παρά­δειγ­μα Β.
Λιό­σης, Ιμπε­ρια­λι­σμός και εξάρ­τη­ση, Αθή­να, εκδ. ΚΨΜ, 2012, σελ. 242
επ.
[33] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ο
αρι­στε­ρι­σμός, παι­δι­κή αρρώ­στια του κομ­μου­νι­σμού», Άπα­ντα, τ. 41, σελ.
41 όπου κάνει λόγο για την ανά­γκη ανοι­χτής ανα­γνώ­ρι­σης των
λαθών.
[34] Βλ. Ε. Μαντέλ, Εξου­σία
και χρή­μα (μαρ­ξι­στι­κή θεω­ρία της γρα­φειο­κρα­τί­ας)
, Αθή­να, εκδ. Πρωτοποριακή
βιβλιο­θή­κη, 1994, σελ. 112 επ. και Μ. Μάρ­κο­βιτς, Αυτο­δια­χεί­ρι­ση, Αθή­να,
εκδ. Επί­κου­ρος, 1975, σελ. 51 και Α. Βλά­χου – Π. Μαυ­ρο­κέ­φα­λος, Ο
σοσια­λι­στι­κός μετα­σχη­μα­τι­σμός της Κίνας
, Αθή­να, εκδ. Ίδρυ­μα Μεσογειακών
Μελε­τών, 1989, σελ. 169-170 και P. Trolliet, La Chine et son économie,
Paris, Armand Colin, 1981, σελ. 264 και P. Rousset,
Le
parti
communiste
vietnamien, Paris, Maspero, 1975, σελ. 336,
338
[35] Βλ. ενδει­κτι­κά τέτοιες
προ­σεγ­γί­σεις σε Ε. Φίσερ, Η επα­νά­στα­ση είναι αλλιώς, Αθή­να, εκδ.
Γλά­ρος, 1975, σελ. 52 και Δ. Κατσο­ρί­δας, «Η άπο­ψη του Λένιν για την οικοδόμηση
του κόμ­μα­τος νέου τύπου», Θέσεις, τευχ. 90, 2005.
[36] Βλ. Μ. Σπουρ­δα­λά­κης, Για
τη θεω­ρία και τη μελέ­τη των πολι­τι­κών κομ­μά­των
, Αθή­να, εκδ. Εξά­ντας, 1990,
172 επ.
[37] Βλ. για παράδειγμα
Β.Ι.Λένιν, «Γράμ­μα προς τα μέλη της ΚΕ», Άπα­ντα, τ. 8, σελ. 496 όπου
υπο­γραμ­μί­ζει πως «όσο ήμουν στο Συμ­βού­λιο δεν μπο­ρού­σα να μη ψηφί­ζω σύμφωνα
με τις πεποι­θή­σεις μου
».
[38] Βλ. ενδει­κτι­κά Β.Ι.Λένιν,
«Γράμ­μα προς τη σύντα­ξη της Ίσκρα», Άπα­ντα, τ. 8, σελ.
93.
[39] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμ­μα προς
το Συνέ­δριο», Άπα­ντα, τ. 45, σελ. 345-346.
[40] Βλ. ενδεικτικούς
προ­βλη­μα­τι­σμούς J.-C. Guanche, “La participación ciudadana en el Estado cubano”,
Temas, no 70, 2012, σελ. 69 επ. και O. W. Naranjo Saavedra – R. Silva
Zaldivar, “La participación ciudadana en el estado cubano según Guanche”,
Revista Caribeña de Ciencias Sociales, sept 2013,
http://caribena.eumed.net.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted