Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ - Φαιακία

Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Αυτός είναι ο τίτλος ενός εξαι­ρε­τι­κά ανα­λυ­τι­κού και πλη­ρο­φο­ρια­κού σημειώ­μα­τος του Δημή­τρη Κου­σου­ρή, που δημο­σιεύ­τη­κε στην IKSRA, απ’ όπου και το “κλέ­βου­με”. Ο Δημή­τρης Κου­σου­ρής είναι ιστο­ρι­κός, μετα­δι­δα­κτο­ρι­κός ερευ­νη­τής στο
Πανε­πι­στή­μιο της Κων­στα­ντί­ας στη Γερ­μα­νία. Το κεί­με­νο δημο­σιεύ­τη­κε στο τελευταίο
τεύ­χος (22) του περιο­δι­κού Cοntretemps 22, σ. 25-32 και απο­τε­λεί επεξεργασμένη
μορ­φή εισή­γη­σης σε συνά­ντη­ση που οργά­νω­ση τον Μάρ­τιο του 2014 η ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Παρι­σιού, με συμ­με­το­χή ελλη­νι­κών και γαλ­λι­κών κομ­μά­των και οργα­νώ­σε­ων (ΣΥΡΙΖΑ,
NPA, Parti De Gauche κ.ά.)

Ο
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ


ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ
ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΕΝΟΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
Του ΔΗΜΗΤΡΗ
ΚΟΥΣΟΥΡΗ*
Στο τέλος μιας μακράς
περιό­δου μετά­βα­σης, που ξεκί­νη­σε πριν από ένα τέταρ­το του αιώ­να με την πτώ­ση του
τεί­χους του Βερο­λί­νου, μπο­ρού­με σήμε­ρα να δια­κρί­νου­με τα
γνω­ρί­σμα­τα της ιστο­ρι­κής περιό­δου, να απο­κα­τα­στή­σου­με τη δια­λε­κτι­κή της
διάρ­κειας και να ανα­γνω­ρί­σου­με τις σχέ­σεις ανά­με­σα στην επο­χή, την περί­ο­δο και
τη συγκυ­ρία. Η περί­ο­δος που άρχι­σε το 1989-1990 και παρου­σιά­στη­κε ως το τέλος
της Ιστο­ρί­ας και μη ανα­στρέ­ψι­μος θρί­αμ­βος του νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρου
καπι­τα­λι­σμού έχει πια φτά­σει στο τέρ­μα της. Από το 2001, ή
σύμ­φω­να με άλλους το 2008, έχου­με βρε­θεί μέσα σε ένα από εκεί­να τα «ενδιά­με­σα
δια­στή­μα­τα», ανά­με­σα σε ό,τι δεν υπάρ­χει πια και ό,τι δεν έχει γίνει ακόμα.[1]
  Παρά τη βαθιά
κρί­ση που γνω­ρί­ζει ο καπι­τα­λι­σμός, την αστά­θεια του παγκό­σμιου συστή­μα­τος και
των τοπι­κών ή περι­φε­ρεια­κών δομών κυριαρ­χί­ας, το οργα­νω­μέ­νο εργα­τι­κό κίνη­μα και
οι άμε­σοι ή έμμε­σοι πολι­τι­κοί εκφρα­στές του βρί­σκο­νται δια­σκορ­πι­σμέ­νοι, δίχως
κατεύ­θυν­ση, ανί­κα­νοι να επι­δρά­σουν απο­φα­σι­στι­κά στον συσχε­τι­σμό δυνά­με­ων. Από
την άλλη πλευ­ρά, οι δυνά­μεις της αντε­πα­νά­στα­σης,[2] κάτω από
δια­φο­ρε­τι­κά ονό­μα­τα και κοστού­μια, κερ­δί­ζουν ολο­έ­να και πιο γρή­γο­ρα έδα­φος. Αργά
αλλά στα­θε­ρά στην αρχή, παρα­κο­λου­θή­σα­με τις πρώ­τες συμ­με­το­χές νεο­φα­σι­στών σε
ευρω­παϊ­κές κυβερ­νή­σεις, πρώ­τα το 1994 στην Ιτα­λία, γενέ­θλια γη
του ιστο­ρι­κού φασι­σμού, και έπει­τα στην Αυστρία το 2000. Στη συνέ­χεια, είδαμε
αυτή την εξέ­λι­ξη να επι­τα­χύ­νε­ται, ιδί­ως από την κρί­ση του 2008 και μετά, με την
εκλο­γι­κή νίκη του Εθνι­κού Μετώ­που στη Γαλ­λία, τη ραγδαία άνοδο
νεο­φα­σι­στι­κών και νεο­να­ζι­στι­κών οργα­νώ­σε­ων στην και­νούρ­για περι­φέ­ρεια της
ηπεί­ρου, όπως και στην Ουγ­γα­ρία, την Ελλά­δα, και πιο πρό­σφα­τα στην Ουκρα­νία με
τη συμ­με­το­χή τους στην προ­σω­ρι­νή κυβέρνηση.
ΑΦΙΣΑ ΤΟΥ
ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ, 1936


Θα μπο­ρού­σε κανείς να αντι­τεί­νει, εδώ, πως η
υπό­θε­ση μιας σχέ­σης συνά­φειας και συνέ­χειας ανά­με­σα στη δημο­κρα­τι­κά εκλεγμένη,
πρώ­τη κυβέρ­νη­ση Μπερ­λου­σκό­νι (με τη συμ­με­το­χή Φίνι και Μπόσι),
και στους νεο­φα­σί­στες και νεο­να­ζί του
Svoboda και του PravySektor περιέ­χει προφανείς
αφαι­ρέ­σεις και απλου­στεύ­σεις, συνι­στώ­ντας ένα αμάλ­γα­μα που παρα­γνω­ρί­ζει ή
απο­σιω­πά τις ιδιαι­τε­ρό­τη­τες κάθε περί­πτω­σης. Η αρχι­κή μου υπό­θε­σή, ωστό­σο, είναι
πως συσχε­τί­ζο­ντας ακρι­βώς την ανά­πτυ­ξη όλων αυτών των –εκ πρώ­της όψε­ως– ανόμοιων
μετα­ξύ τους κινη­μά­των και δυνά­με­ων, απο­κτού­με μια συνο­λι­κή εικό­να για τον
χαρα­κτή­ρα της σύγ­χρο­νης ευρω­παϊ­κής πολι­τι­κής. Μέχρι πρό­σφα­τα, η εμμο­νή πολλών
δια­νο­ου­μέ­νων και αγω­νι­στών της Αρι­στε­ράς στον ιστο­ρι­κό φασι­σμό
του Μεσο­πο­λέ­μου και στις εκλεπτυσμένες
κατη­γο­ριο­ποι­ή­σεις των δια­φο­ρε­τι­κών μορ­φών και παραλ­λα­γών του υπήρ­ξε χρή­σι­μη για
να θυμό­μα­στε και να κατα­λα­βαί­νου­με τις τρα­γω­δί­ες και τους ηρω­ι­σμούς του
περα­σμέ­νου αιώ­να. Ωστό­σο, αυτή η εμμο­νή λει­τουρ­γεί πλέ­ον και ως παραμορφωτικός
καθρέ­φτης, προ­κα­λώ­ντας ένα είδος συλ­λο­γι­κής μυω­πί­ας –ή και τύφλω­σης– απέναντι
στην παράλ­λη­λη άνο­δο των φασι­στι­κών δυνά­με­ων σε δια­φο­ρε­τι­κά μέρη της γηραιάς
ηπείρου.
Ασφα­λώς, το Εθνι­κό Μέτω­πο δεν γεν­νή­θη­κε από τις
ίδιες συν­θή­κες, ούτε στη­ρί­χθη­κε στις παρα­δό­σεις που διεκ­δι­κούν οι νεο­να­ζί της
Χρυ­σής Αυγής στην Ελλά­δα, το Jobbik στην
Ουγ­γα­ρία, το κόμ­μα της Προ­ό­δου στη
Νορ­βη­γία ή ακό­μη το αυστρια­κό κόμ­μα της
Ελευ­θε­ρί­ας.[3] Όμως, είναι επί­σης γεγο­νός πως, «λαϊ­κι­στι­κές»,
«ξενο­φο­βι­κές», «εθνι­κι­στι­κές» ή «νεο­φα­σι­στι­κές», οι παραλ­λα­γές της ακροδεξιάς
κερ­δί­ζουν έδα­φος ταυ­τό­χρο­να. Η ευθύ­νη να ονο­μά­σου­με και να ανα­χαι­τί­σου­με αυτή
την αντι­δρα­στι­κή στρο­φή, που απει­λεί να εντα­φιά­σει ορι­στι­κά τα κοι­νω­νι­κά και
δημο­κρα­τι­κά κεκτη­μέ­να του εργα­τι­κού κινή­μα­τος, απο­τε­λεί πλέ­ον καθή­κον πολύ πιο
επεί­γον από το να την κατα­τά­ξου­με σύμ­φω­να με την τυπο­λο­γία του ιστορικού
φασισμού.

Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΚΕΡΔΙΖΕΙ ΣΤΑΔΙΑΚΑ ΤΗΝ
ΕΥΡΩΠΗ
Ξεκι­νάω με ένα στιγ­μιό­τυ­πο. 1 Μαρ­τί­ου 2014: Στη
Ρώμη συγκε­ντρώ­νε­ται μια μικρή «ναζι­στι­κή διε­θνής» με συμ­με­το­χή της ιταλικής
Forza Nuova, της Χρυ­σής Αυγής, του BritishNational Party και
της ισπα­νι­κής Democracia Nacional. Κύριο θέμα της συνά­ντη­σης, η αλλη­λεγ­γύη στην
εθνι­κι­στι­κή αντι­πο­λί­τευ­ση της Ουκρα­νί­ας και τους νεο­φα­σί­στες τουSvoboda.[4]
Παράλ­λη­λα, λίγο πιο νότια, η Ευρώ­πη-φρού­ριο συνε­χί­ζει να ανα­πτύσ­σε­ται. Τα κέντρα
κρά­τη­σης μετα­να­στών, οι μαζι­κές δολο­φο­νί­ες προ­σφύ­γων και μετα­να­στών κατά μήκος
των συνό­ρων της ΕΕ, οι εθνι­κοί και υπε­ρε­θνι­κοί μηχανισμοί
επι­τή­ρη­σης και κατα­στο­λής, οι επι­θέ­σεις σε θεμε­λιώ­δη κοι­νω­νι­κά και πολιτικά
δικαιώ­μα­τα δια­μορ­φώ­νουν μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τόσο παντα­χού παρού­σα που καταφέρνει
να δια­φεύ­γει της προ­σο­χής μας.

ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΑΦΙΣΑ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΙΚΟΥ
ΕΜΦΥΛΙΟΥ

 Αφού με την πτώ­ση των καθε­στώ­των του «υπαρ­κτού
σοσια­λι­σμού
» απαλ­λά­χθη­καν από την «κόκ­κι­νη απει­λή», οι δυτικές
δημο­κρα­τί­ες κατά­φε­ραν να ξεφορ­τω­θούν και πολ­λά από τα κοι­νω­νι­κά και πολιτικά
κεκτη­μέ­να που σφρά­γι­σαν τη νίκη της αντι­φα­σι­στι­κής συμ­μα­χί­ας στον Β΄ Παγκόσμιο
Πόλε­μο. Έτσι, στο πολι­τι­κό επί­πε­δο, οι δια­φο­ρε­τι­κές εκδο­χές του νεοφασισμού
ενσω­μα­τώ­θη­καν στα­δια­κά στο πολι­τι­κό σύστη­μα όλων σχε­δόν των χωρών της ΕΕ.[5] Αν
μέχρι πρό­σφα­τα αυτή η δια­δι­κα­σία ενσω­μά­τω­σης συνο­δευό­ταν από εκστρατείες
απο­χρω­μα­τι­σμού ή και «εξη­μέ­ρω­σης» των
λεγό­με­νων «δεξιών λαϊ­κι­σμών», πλέ­ον, υπό το βάρος των συνε­πειών της
καπι­τα­λι­στι­κής κρί­σης, οι Ευρω­παί­οι ηγέ­τες δεν διστά­ζουν ακό­μα και να στηρίξουν
ανοι­χτά τους νεο­να­ζί της Ουκρα­νί­ας, προ­κει­μέ­νου να διεκ­δι­κή­σουν ζωτι­κό χώρο
διείσ­δυ­σης των ευρω­παϊ­κών και αμε­ρι­κα­νι­κών κεφα­λαί­ων. Αυτή η πρώ­τη γεωστρατηγική
σύγκρου­ση στα εδά­φη της πρώ­ην ΕΣΣΔ σημα­το­δο­τεί το τέλος της καλ­πά­ζου­σας επέλασης
του νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρου καπι­τα­λι­σμού προς Ανατολάς.
Μετά το 2008, η χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κή
κρί­ση
εντεί­νει την τάση του βορειο­α­με­ρι­κα­νι­κού και του ευρωπαϊκού
καπι­τα­λι­σμού να μειώ­σουν στο μέγι­στο το μισθο­λο­γι­κό και μη μισθολογικό
κόστος της εργα­σί­ας, ούτως ώστε να διατηρήσουν
την αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τά τους απέ­να­ντι στους ανα­δυό­με­νους περιφερειακούς
καπι­τα­λι­σμούς. Το νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρο μοντέ­λο που επέ­τρε­ψε στον δυτι­κό καπι­τα­λι­σμό να
βγει κερ­δι­σμέ­νος από την κρί­ση της δεκα­ε­τί­ας του 1970, δεν μοιά­ζει πλέ­ον ικανό
να αντε­πε­ξέλ­θει στις πιέ­σεις της σημε­ρι­νής κρί­σης. Τα υπο­λείμ­μα­τα των
δημο­κρα­τι­κών και κοι­νω­νι­κών κατα­κτή­σε­ων του εργα­τι­κού κινή­μα­τος απο­τε­λούν τα
τελευ­ταία πραγ­μα­τι­κά εμπό­δια στο ξέφρε­νο κυνή­γι μεγι­στο­ποί­η­σης του
κέρδους.
Μετά από ένα πρώ­το κύμα διά­δο­σης και
κανο­νι­κο­ποί­η­σης ξενο­φο­βι­κών στε­ρε­ο­τύ­πων και λογι­κών, ο ρατσι­σμός κερδίζει
στα­δια­κά τις Βρυ­ξέλ­λες και το Στρα­σβούρ­γο, εκεί που οι γρα­φειο­κρά­τες και οι
ειδι­κοί της ΕΕ οργα­νώ­νουν «high-tech» τεχνι­κές επι­τή­ρη­σης, το
νέο σωφρο­νι­στι­κό σύστη­μα και τις αντι­με­τα­να­στευ­τι­κές πολι­τι­κές. Η ισλαμοφοβία
της αμε­ρι­κα­νι­κής κυβέρ­νη­σης, ο αντιΡομά
ρατσι­σμός του Σαρ­κο­ζί ή του Μπερ­λου­σκό­νι, τρέ­φο­νται από την
αντι­δρα­στι­κή, εθνι­κι­στι­κή και ομο­φο­βι­κή στρο­φή του Πού­τιν κι όλες μαζί
απο­τυ­πώ­νουν την ηγε­μο­νία των αντι­δρα­στι­κών ιδε­ών. Εξάλ­λου, η πολι­τι­κή τακτική
των δια­φό­ρων εκδο­χών της κυβερ­νώ­σας Δεξιάς δεν κρύ­βε­ται. Σύμ­φω­να με μια πρόσφατη
μελέ­τη που εκπο­νή­θη­κε από τις δεξα­με­νές σκέ­ψης του Ευρω­παϊ­κού Λαϊ­κού Κόμματος,
απέ­να­ντι στην άνο­δο του «ξενο­φο­βι­κού και ευρωσκεπτικιστικού
λαϊ­κι­σμού
» η παρα­δο­σια­κή ρεπου­μπλι­κα­νι­κή Δεξιά καλεί­ται να υιοθετήσει
κάποιες βασι­κές διεκ­δι­κή­σεις της Ακρο­δε­ξιάς, σε ζητή­μα­τα μετα­νά­στευ­σης και
κατα­στο­λής, κατά το πρό­τυ­πο του Ν. Σαρ­κο­ζί ένα­ντι του Εθνι­κού Μετώ­που στη
Γαλ­λία. Έτσι, οι δια­φο­ρε­τι­κές εκδο­χές της Άκρας Δεξιάς,
λαϊ­κι­στι­κές-δημο­κρα­τι­κές, νεο­φα­σι­στι­κές ή νεο­να­ζι­στι­κές, λει­τουρ­γούν ως μοχλοί
πίε­σης για την εφαρ­μο­γή νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρων οικο­νο­μι­κών πολι­τι­κών και για την
ενί­σχυ­ση των εθνι­κών και υπε­ρε­θνι­κών μηχα­νι­σμών επι­τή­ρη­σης και κατα­στο­λής. Αυτή
η ποι­κι­λο­μορ­φία ανα­δει­κνύ­ει τον μάλ­λον συμπλη­ρω­μα­τι­κό παρά ανταγωνιστικό
χαρα­κτή­ρα των δια­φο­ρε­τι­κών συνι­στω­σών της ευρω­παϊ­κής Δεξιάς.
Χαρα­κτη­ρι­στι­κή, από την άπο­ψη αυτή, είναι η εμπει­ρία της προ­ε­κλο­γι­κής περιόδου
στην Ελλά­δα την άνοι­ξη του 2012: μια ανοι­χτά ρατσι­στι­κή εκστρατεία,
ενορ­χη­στρω­μέ­νη από τα μεγά­λα ΜΜΕ και τα δυο κόμ­μα­τα του κυβερ­νη­τι­κού συνασπισμού
(ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) που στιγ­μά­τι­ζε τις ορο­θε­τι­κές γυναί­κες και τους μετα­νά­στες ως
«υγειο­νο­μι­κή βόμ­βα» προ­λεί­α­νε το έδα­φος για μια εκρη­κτι­κή εκλο­γι­κή άνο­δο των
νεοναζί.

ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΩΝ ΑΚΡΩΝ
ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ
Από την ιστο­ρι­κή εμπει­ρία του 20ού αιώνα
γνω­ρί­ζου­με πως η καπι­τα­λι­στι­κή κυριαρ­χία εδραιώ­θη­κε με τη χρή­ση ωμής και
απρο­κά­λυ­πτης βίας πρώ­τα στις χώρες της περι­φέ­ρειας. Έπει­τα, καθώς οι αντιθέσεις
οξύ­νο­νταν, με τη βοή­θεια πολ­λών μικρών και μεγά­λων πολέ­μων και των πιο
εξε­λιγ­μέ­νων μορ­φών δια­κυ­βέρ­νη­σης, κατα­στο­λής και κατα­στρο­φής, η βία έφτα­σε σε
πρω­το­φα­νή επί­πε­δα βαρ­βα­ρό­τη­τας στο εσω­τε­ρι­κό των ίδιων των ευρωπαϊκών
μητρο­πό­λε­ων. Σήμε­ρα τα φαντά­σμα­τα της επο­χής των άκρων, του ρήγ­μα­τος στον
πολι­τι­σμό (Zivilisationsbruch)[6] επι­στρέ­φουν. Από την 11η
Σεπτεμ­βρί­ου και μετά, οι επεμ­βά­σεις στο Αφγα­νι­στάν, ο δεύ­τε­ρος πόλε­μος του Ιράκ,
η δια­τρο­φι­κή κρί­ση του 2007-2008, η εν εξε­λί­ξει οικο­νο­μι­κή κρί­ση και οι πόλεμοι
στη Γάζα, τη Συρία, την Ουκρα­νία, περι­γρά­φουν βήμα-βήμα μια ανάλογη
εξέλιξη.
Απέ­να­ντι στα αλλε­πάλ­λη­λα μετα­να­στευ­τι­κά κύματα
που προ­κά­λε­σαν οι στρα­τιω­τι­κές επεμ­βά­σεις του ΝΑΤΟ ή χωρών-μελών του, η ΕΕ
δημιούρ­γη­σε τη Frontex. Ένο­πλος βρα­χί­ο­νας μιας Ευρώ­πης-φρού­ριου, η
Frontex απο­τε­λεί έναν τερά­στιο μηχα­νι­σμό γραφειοκρατών,
εμπει­ρο­γνω­μό­νων και συνο­ριο­φυ­λά­κων με απο­στο­λή να φτιά­ξουν τεί­χη, στρατόπεδα
κρά­τη­σης και πλω­τές περι­πό­λους… Ταυ­τό­χρο­να, στο εσω­τε­ρι­κό κάθε χώρας,
κυβερ­νή­σεις και ακρο­δε­ξιά κόμ­μα­τα διε­ξά­γουν συντο­νι­σμέ­νες εκστρατείες
νομι­μο­ποί­η­σης αυτών των νέων μελα­νο­χι­τώ­νων με ευρω­παϊ­κή στο­λή, μιας συνοριακής
φρου­ράς που έχει ήδη, σε λιγό­τε­ρο από μια δεκα­ε­τία, δια­πρά­ξει πάνω από 20.000
φόνους.[7] Παράλ­λη­λα, κάτω από την πίε­ση των δια­φό­ρων ακραίων
«λαϊ­κι­στι­κών» κομ­μά­των της Δεξιάς, οι ευρω­παϊ­κές κυβερνήσεις
εφαρ­μό­ζουν ρατσι­στι­κά μέτρα ενά­ντια στους Ρομά, τους αστέ­γους, τους μετανάστες,
ή καλύ­πτουν τη δρά­ση «ενό­πλων πολι­το­φυ­λα­κών» σαν κι αυτές που επι­χεί­ρη­σαν να
νομι­μο­ποι­ή­σουν ο Μπερ­λου­σκό­νι και ο Μπό­σι στην Ιτα­λία το 2009, σαν την Ουγγρική
Φρου­ρά του Γιό­μπικ, τα τάγ­μα­τα εφό­δου της Χρυ­σής Αυγής και του
κυπρια­κού της παραρ­τή­μα­τος, του ΕΛΑΜ, ή τέλος τα φονικότερα
όλων (βλ. την πυρ­πό­λη­ση του Εργα­τι­κού Κέντρου της Οδησ­σού και μια σει­ρά άλλων
εγκλη­μά­των), παρα­στρα­τιω­τι­κά τάγ­μα­τα του Δεξιού Τομέα και των άλλων φασιστικών
συμ­μο­ριών της Ουκρανίας.
Η ηγε­σία της ΕΕ
δεν διστά­ζει πλέ­ον να στη­ρί­ζει ανοι­χτά ακό­μα και ναζι-φασι­στι­κές δυνά­μεις για να
εδραιώ­σει την κυριαρ­χία της. Όπως και στην κρί­ση του Μεσο­πο­λέ­μου, οι οικονομικές
και πολι­τι­κές ολι­γαρ­χί­ες της γηραιάς ηπεί­ρου ανοί­γουν το κου­τί της Παν­δώ­ρας με
τις πλέ­ον αντι­δρα­στι­κές, αντε­πα­να­στα­τι­κές, αντι-δια­φω­τι­στι­κές,
εθνι­κι­στι­κές, πατριαρ­χι­κές παρα­δό­σεις, με την
πεποί­θη­ση πως θα συνε­χί­σουν να δια­θέ­τουν επαρ­κή μέσα για να τις ελέγ­χουν και να
τις χει­ρα­γω­γούν. Η διά­λυ­ση των συστη­μά­των υγεί­ας, τα εργο­τά­ξια του τρό­μου, τα
στρα­τό­πε­δα συγκέ­ντρω­σης, οι δεκά­δες εκα­τομ­μυ­ρί­ων ανέρ­γων, μετα­να­στών και
προ­σφύ­γων, οι επι­χει­ρή­σεις ανα­χαί­τι­σης των «βαρ­βα­ρι­κών επι­δρο­μών» στη Μεσό­γειο ή
στους δρό­μους των ευρω­παϊ­κών μητρο­πό­λε­ων, όλα αυτά μαζί μας δεί­χνουν πως η
αντί­δρα­ση των κυβερ­νή­σε­ων στους κοι­νω­νι­κούς και πολι­τι­κούς αγώ­νες γίνε­ται ολοένα
και πιο βίαιη, ενώ η δρά­ση των φασι­στι­κών συμ­μο­ριών και των μηχανισμών
κατα­στο­λής φτά­νει ολο­έ­να και αμε­σό­τε­ρα στη φυσι­κή εξό­ντω­ση. Οι
34 νεκροί της 2ης Μαΐ­ου στην Οδησ­σό, οι δολο­φο­νί­ες του Κλε­μάν Μερίκ στη Γαλλία
τον περα­σμέ­νο Ιού­νιο και του Παύ­λου Φύσ­σα στην Ελλά­δα τον Σεπτέμ­βριο, μας
θυμί­ζουν πως στο εξής το επί­δι­κο γίνε­ται η ζωή, η ύπαρ­ξή μας.
 Αν προ­σπα­θή­σου­με λοι­πόν να κατα­νο­ή­σου­με το παρελθόν
ξεκι­νώ­ντας από τα ερω­τή­μα­τα που μας θέτει το παρόν, κι όχι αντί­στρο­φα, γίνεται
πλέ­ον φανε­ρό πως, είκο­σι χρό­νια μετά το τέλος του Ψυχρού
Πολέ­μου
, ο φασι­σμός επι­στρέ­φει στην Ευρώ­πη. Δεν ωφε­λεί πια να
συνε­χί­σου­με να υπεκ­φεύ­γου­με ανα­ζη­τώ­ντας τις ανα­λο­γί­ες ή τις δια­φο­ρές με το
παρελ­θόν, απο­φεύ­γο­ντας τα ερω­τή­μα­τα και τα επεί­γο­ντα καθή­κο­ντα που μας θέτει η
επο­χή μας. Να στα­μα­τή­σου­με να ψάχνου­με αν και σε ποιο βαθ­μό αυτό που συμβαίνει
μπρο­στά στα μάτια μας αντι­στοι­χεί στην ιδέα που έχου­με για τον ιστο­ρι­κό φασισμό
και να ανα­λά­βου­με δρά­ση για την οργά­νω­ση ενός διε­θνούς αντι­φα­σι­στι­κού κινήματος,
ικα­νού να ανα­χαι­τί­σει τη βίαιη αντι­δρα­στι­κή στρο­φή πριν να είναι
αργά.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ ΕΝΟΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ
ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
Σε αυτή την κατεύ­θυν­ση, αντί για συμπέ­ρα­σμα, θα
προ­τεί­νω κάποιες αφε­τη­ρια­κές θέσεις σχε­τι­κά με τον χαρα­κτή­ρα και τις πρακτικές
προ­τε­ραιό­τη­τες ενός διε­θνούς αντι­φα­σι­στι­κού κινή­μα­τος, ως συμ­βο­λή σε μια
συζή­τη­ση που χρειά­ζε­ται να ανοίξει.
Γινό­μα­στε μάρ­τυ­ρες μιας δια­δι­κα­σί­ας εκφα­σι­σμού των φιλε­λεύ­θε­ρων κοινοβουλευτικών
δημο­κρα­τιών. Οι μέρες της «ενιαί­ας σκέ­ψης» του καπιταλισμού
είναι πια μετρη­μέ­νες, όμως η πρό­κλη­ση στη «μετα­πο­λι­τι­κή
συν­θή­κη
» των ευρω­παϊ­κών δημο­κρα­τιών έρχε­ται από το δεξιό άκρο του
πολι­τι­κού φάσμα­τος. Αν οι δια­φο­ρε­τι­κές εκδο­χές του ιστο­ρι­κού φασισμού
τρο­φο­δο­τή­θη­καν από την παρακ­μή και τον εκφυ­λι­σμό των κοινοβουλευτικών
καθε­στώ­των, τα φασι­στι­κά κόμ­μα­τα, όπου πήραν την εξου­σία, χρη­σι­μο­ποί­η­σαν μέχρις
εσχά­των τη νόμι­μη και θεσμι­κή οδό των εκλο­γών και της συμ­με­το­χής σε κυβερνήσεις
συνερ­γα­σί­ας. Εξάλ­λου, σύμ­φω­να με μια κλα­σι­κή μαρ­ξι­στι­κή προ­σέγ­γι­ση, ο βαθμός
εκφα­σι­σμού των αστι­κών κοι­νο­βου­λευ­τι­κών καθε­στώ­των υπο­λο­γί­ζε­ται κυρί­ως με την
έκτα­ση που απο­κτούν οι σφαί­ρες ανο­μί­ας εντός των οποί­ων μια ολι­γαρ­χία επιβάλλει
την κυριαρ­χία της στην εργα­ζό­με­νη πλειο­ψη­φία αψη­φώ­ντας τους τυπικούς
περιο­ρι­σμούς των συνταγ­μα­τι­κών εγγυ­ή­σε­ων και των ατο­μι­κών ή κοινωνικών
δικαιωμάτων.[8]
Είναι επεί­γον
πολι­τι­κό καθή­κον να ανα­χαι­τι­στεί ο εκφα­σι­σμός της πολι­τι­κής ζωής, εγγενές
στοι­χείο του νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρου σχε­δί­ου για την Ευρώ­πη. Οι ζώνες
ανο­μί­ας
και μη δικαί­ου πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται κι
εξα­πλώ­νο­νται από τη Μελί­για, τη Θέου­τα, τη Λαμπε­ντού­ζα, το
Φαρ­μα­κο­νή­σι μέχρι τις Ειδι­κές Οικο­νο­μι­κές Ζώνες έξω από το πεδίο εφαρ­μο­γής των
συλ­λο­γι­κών συμ­βά­σε­ων και του εργα­τι­κού δικαί­ου των ευρω­παϊ­κών χωρών. Παράλληλα,
ο ρατσι­σμός, η ξενο­φο­βία, ο σεξι­σμός, ο εθνι­κι­σμός και ο αντικομμουνισμός
κερ­δί­ζουν ολο­έ­να και μεγα­λύ­τε­ρο έδα­φος μέχρι και στην καρ­διά της ηπεί­ρου, στις
πιο ισχυ­ρές και πλού­σιες χώρες, όπως δεί­χνουν η εκλο­γι­κή νίκη του Εθνικού
Μετώ­που στη Γαλ­λία και του Κόμ­μα­τος της Προ­ό­δου στη Νορ­βη­γία, η ενί­σχυ­ση της
γερ­μα­νι­κής Ακρο­δε­ξιάς ή το δημο­ψή­φι­σμα στην Ελβε­τία για το φιλ­τρά­ρι­σμα των
μετα­να­στευ­τι­κών ροών.
Ο φασι­σμός δεν
είναι μια απει­λή για το μέλ­λον. Επι­χει­ρεί σήμε­ρα κιό­λας να καταρ­γή­σει ό,τι έχει
απο­μεί­νει από τις κατα­κτή­σεις και τα δικαιώ­μα­τα του εργα­τι­κού κινή­μα­τος. Άρα, το
κίνη­μα που θέλει να καταγ­γεί­λει τις σύγ­χρο­νες θεσμι­κές και πολι­τι­κές εκφάνσεις
του φασι­σμού και να ακυ­ρώ­σει στην πρά­ξη την αντι­δρα­στι­κή μετάλ­λα­ξη του
νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρου σχε­δί­ου για την Ευρώ­πη, δεν μπο­ρεί παρά να αντιμάχεται
ταυ­τό­χρο­να κατά μέτω­πο την πολι­τι­κή της ΕΕ που γεν­νά τη φτώχια,
την ανερ­γία και τον εργα­σια­κό μεσαί­ω­να και τους θεσμούς που εδραιώ­νουν την
ξενο­φο­βία, το ρατσι­σμό, την κατάρ­γη­ση των
δημο­κρα­τι­κών και κοι­νω­νι­κών κεκτη­μέ­νων του εικο­στού
αιώνα.
Η μάχη ενά­ντια στον
φασι­σμό περ­νά υπο­χρε­ω­τι­κά από την ανα­συ­γκρό­τη­ση του οργανωμένου
εργα­τι­κού κινή­μα­τος. Ως προ­ϊ­όν της κρί­σης ή της παρακ­μής του
καπι­τα­λι­σμού, ο σύγ­χρο­νος φασι­σμός πλήτ­τει πρώ­τα απ’ όλα τα πιο ευά­λω­τα τμήματα
της εργα­τι­κής τάξης. Για να το κάνει, τρέ­φε­ται από τις αδυ­να­μί­ες του εργατικού
συν­δι­κα­λι­σμού. Όπως στον Μεσο­πό­λε­μο τα μεγά­λα φασι­στι­κά κινή­μα­τα αναπτύχθηκαν
στο έδα­φος της ήττας του ιτα­λι­κού προ­λε­τα­ριά­του μετά την
Κόκ­κι­νη Διε­τία (1919-1920) και της γερ­μα­νι­κής επα­νά­στα­σης (1918-1923), ο
φασι­σμός εμφα­νί­ζε­ται στην παρού­σα κρί­ση του καπι­τα­λι­σμού, ως προ­ϊ­όν της ήττας
του παρα­δο­σια­κού εργα­τι­κού κινή­μα­τος μετά την κρί­ση της δεκα­ε­τί­ας του 1970 και
την ολο­μέ­τω­πη επέ­λα­ση του νεο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού. Και μόνο η εκλο­γι­κή γεω­γρα­φία της
ανό­δου των δια­φό­ρων ακρο­δε­ξιών κομ­μά­των καθι­στά προ­φα­νές πως ο φασι­σμός κερδίζει
έδα­φος στα λαϊ­κά στρώ­μα­τα, εκεί ακρι­βώς που, στο μετα­ξύ, οι οργα­νω­μέ­νες δομές
του εργα­τι­κού κινή­μα­τος υπο­χω­ρούν και οι ταξι­κές ταυτότητες
αποσυντίθενται.
Η κρί­σι­μη μεταβλητή
στη μάχη ενά­ντια στον φασι­σμό είναι η πραγ­μα­τι­κή κατά­στα­ση του εργατικού
κινή­μα­τος. Το πρώ­το, άμε­σο καθή­κον της αντι­φα­σι­στι­κής πάλης είναι η μάχη για την
ανα­συ­γκρό­τη­ση του εργα­τι­κού κινή­μα­τος, η μάχη για την ενί­σχυ­ση της κοινής,
μάχι­μης συν­δι­κα­λι­στι­κής οργά­νω­σης ντό­πιων και μεταναστών,
εργα­ζο­μέ­νων και ανέρ­γων, παρα­δο­σια­κών και μετα­φορ­ντι­κών στρω­μά­των του ευρωπαϊκού
προ­λε­τα­ριά­του, στους χώρους δου­λειάς, στην εκπαί­δευ­ση, στις γει­το­νιές. Η πάλη
ενά­ντια στον φασι­σμό είναι είναι πρώ­τα απ’ όλα πάλη για την οργά­νω­ση των
εργα­ζό­με­νων τάξε­ων. Ο αντι­φα­σι­σμός του 21ου αιώ­να θα είναι προ­λε­τα­ρια­κός
ή δεν θα υπάρ­ξει ποτέ.
Ανα­πό­σπα­στα
στοι­χεία μιας τέτοιας δια­δι­κα­σί­ας ανα­συ­γκρό­τη­σης είναι η άμε­ση εφαρμογή
πρα­κτι­κών διε­θνούς συντο­νι­σμού κι αλλη­λεγ­γύ­ης καθώς και η επε­ξερ­γα­σία ενός
κοι­νού πολι­τι­κού σχε­δί­ου των μάχι­μων τμη­μά­των των ευρω­παϊ­κών εργατικών
κινη­μά­των. Αν ο φασι­σμός είναι μια αντε­πα­νά­στα­ση εκεί που η επα­νά­στα­ση απέ­τυ­χε ή
δεν εκδη­λώ­θη­κε και αν τα φαντά­σμα­τα που νομί­σα­με πως είχα­με θάψει ορι­στι­κά στο
παρελ­θόν επέ­στρε­ψαν και πλα­νιού­νται ξανά στην ευρω­παϊ­κή τους κοι­τί­δα, αυτό
οφεί­λε­ται εν πολ­λοίς στο ότι οι διά­φο­ρες μορ­φές της Αρι­στε­ράς απο­τυγ­χά­νουν (ή
χει­ρό­τε­ρα: αρνού­νται) να αντι­πα­ρα­θέ­σουν ένα στρα­τη­γι­κό πρό­ταγ­μα και μια
εναλ­λα­κτι­κή πολι­τι­κή διέ­ξο­δο από τη βάρ­βα­ρη, ολο­κλη­ρω­τι­κή μετάλ­λα­ξη του
νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρου
καπι­τα­λι­σμού.

[1] Hana Arendt, Between Past and Future, Nέα
Υόρ­κη, Viking Press, 1961, σελ, 19.
[2] Για μια ιστο­ρι­κή κατη­γο­ριο­ποί­η­ση των εκδοχών
της αντε­πα­νά­στα­σης βλ. Arno Mayer, Dynamics of Counterrevolution in Europe,
1870-1956, An Analytic Framework, Harper & Row, New York, 1971, σελ.
59-121.
[3] Βλ. Varieties of Right-Wing Extremism in
Europe, Taylor and Francis, Nέα Υόρ­κη 2013. Για την ελλη­νι­κή περί­πτω­ση και τις
σχέ­σεις ανά­με­σα στην Ακρο­δε­ξιά και το κρά­τος βλ.και Δ. Χρι­στό­που­λος (επιμ.), Το
«βαθύ κρά­τος» στη σημε­ρι­νή Ελλά­δα και η Ακρο­δε­ξιά. Εκκλη­σία, Δικαιοσύνη,
Στρα­τός, Αστυνομία¸νήσος-Ίδρυμα Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ, Αθή­να 2014 (κυκλο­φο­ρεί την
ερχό­με­νη εβδομάδα)
[4] Βλ. το σχε­τι­κό δημο­σί­ευ­μα του Ιl Manifesto,
goo.gl/8TwBZE
[5] Βλ. σχε­τι­κά την κρι­τι­κή του Χομπ­σμπά­ουμ στον
François Furet: E. Hobsbawm «Histoire et Illusion», Le Débat, τχ. 89, 1996/2, σ.
129-138.
[6] Βλ. D. Diner, Zivilisationsbruch, Denken
nach Auschwitz, Fischer Taschenbuch Verlag, 1988.
[7] Bλ. goo.gl/e1gD9H.
8 F. Neumann, Behemoth. The Structure and
Practice of National-Socialism 1933-1944, I. Dee, Σικά­γο 2009, σ. 17-36 και
467-476.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted