Οι δυο ρεαλισμοί και η πιθανότητα του ΣΥΡΙΖΑ - Φαιακία

Οι δυο ρεαλισμοί και η πιθανότητα του ΣΥΡΙΖΑ

Το κεί­με­νο, που ακο­λου­θεί έχει ωε συγ­γρα­φέα τον Νικό­λα Σεβα­στά­κη και απο­στο­λέα προς την ΦΑΙΑΚΙΑ πάλι τον Στέ­φα­νο Πάντο… Το προ­τεί­νου­με προς ανά­γνω­ση, ως ένα κεί­με­νο επί­και­ρης κρι­τι­κής πολι­τι­κής σκέ­ψης, βαθ­ξειά αισιό­δο­ξο -κατά την γνώ­μη μας- χωρίς καμία θριαμ­βο­λο­γία και γεμά­το από όλες τις εύλο­γες επι­φυ­λά­ξεις των σκε­πτό­με­νων ή/και αγα­να­κτι­σμέ­νων πολιτών…
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πιθα­νό­τη­τες να είναι πρώ­τη πολι­τι­κή δύνα­μη στις εκλο­γές του Ιου­νί­ου. Ακό­μα όμως και αν δεν συμ­βεί αυτό, το γεγο­νός ότι ένα μεγά­λο τμή­μα της κοι­νω­νί­ας στρέ­φε­ται προς μια δύνα­μη της ριζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς έχει ιδιαί­τε­ρη σημασία
Το λέω αυτό ανα­λο­γι­ζό­με­νος κυρί­ως τις δύο, μάλ­λον χοντρο­κομ­μέ­νες, «εξη­γή­σεις» για την άνο­δο του ΣΥΡΙΖΑ, έτσι όπως τις προ­τεί­νουν οι αντί­πα­λοί του εδώ και πολ­λές μέρες. Την εξή­γη­ση που μιλά για «αυτα­πά­τη των απελ­πι­σμέ­νων», αλλά και την άλλη υπό­θε­ση, αυτή της νοσταλ­γί­ας για κάποια φιλό­στορ­γη παλαιο­πα­σο­κι­κή μήτρα. Αμφι­σβη­τώ αυτές τις εύκο­λες προ­σεγ­γί­σεις, μένο­ντας απλώς σε ένα και μόνο δεδο­μέ­νο της κατά­στα­σης: στο ότι οι άνθρω­ποι που ψήφι­σαν ΣΥΡΙΖΑ στις εκλο­γές της 6ης Μαΐ­ου προ­έρ­χο­νται κατά κανό­να από τις λεγό­με­νες παρα­γω­γι­κές ηλι­κί­ες και τις μεγά­λες πόλεις. Τι σημαί­νει αυτό; Ότι πρό­κει­ται ακρι­βώς για κόσμο ο οποί­ος ένιω­σε και νιώ­θει πάντα στο σαρ­κίο του τις δρα­μα­τι­κές μετα­βο­λές στην εργα­σία, τις ανα­τρο­πές της καθη­με­ρι­νό­τη­τας, την μετάλ­λα­ξη των συν­θη­κών ζωής. Κάτι δηλα­δή τελεί­ως δια­φο­ρε­τι­κό από την αργό­σχο­λη τάξη, την οποία κατα­κε­ραυ­νώ­νουν ο Πάγκα­λος και άλλοι. Αυτό το κομ­μά­τι της κοι­νω­νί­ας βρί­σκε­ται, αντί­θε­τα, στην κόψη του πικρού ενή­λι­κου ρεα­λι­σμού. Έχει ζήσει και την άνο­δο και πτώ­ση των παρα­μυ­θη­τι­κών εξάρ­σε­ων των προη­γού­με­νων τριών δεκαετιών.
Γι’ αυτό και προ­σεγ­γί­ζει τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και κάθε «πολι­τι­κή προ­σφο­ρά» δια­τη­ρώ­ντας τις αμφι­βο­λί­ες του, με χίλια-δυο ερω­τή­μα­τα, με ανη­συ­χί­ες και δεύ­τε­ρες σκέ­ψεις. Όχι μόνο λόγω των μοχθη­ρών πρω­το­σέ­λι­δων και της αρνη­τι­κής φημο­λο­γί­ας, αλλά για­τί οι άνθρω­ποι έχουν κου­ρα­στεί και είναι πλέ­ον αθε­ρά­πευ­τα καχύ­πο­πτοι. Στην περί­πτω­ση αυτή δεν δίνει τον τόνο κανέ­νας συναι­σθη­μα­τι­κός λυρι­σμός. Αυτός αφο­ρά κυρί­ως τον «μέσα κόσμο» της ριζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς, και όχι το νέο ακρο­α­τή­ριό της. Δεν ισχύ­ει όμως και η ρηχή ιδιο­τέ­λεια της προσ­δο­κί­ας για κάποια επι­στρο­φή στην «παλιά ευη­με­ρία». Για­τί οι περισ­σό­τε­ροι ξέρουν πολύ καλά τι έχει παρακ­μά­σει και τι δεν μπο­ρεί να νεκρα­να­στη­θεί. Έχουν συναί­σθη­ση, έστω θολή και ανε­παρ­κώς «κοστο­λο­γη­μέ­νη» όπως θα έλε­γαν στο ΣΚΑΪ, ότι τα διά­φο­ρα συμ­βό­λαια με τον λαό του παρελ­θό­ντος κατέ­πε­σαν, μαζί με τις μορ­φές κρά­τους και οικο­νο­μί­ας που φτιά­χτη­καν υπό το κρά­τος του δικομματισμού.
Στον ΣΥΡΙΖΑ προ­βάλ­λουν περισ­σό­τε­ρο μια συγκε­κρι­μέ­νη και μετρη­μέ­νη ελπί­δα. Μια κοι­νω­νι­κή ελπί­δα, για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σω την έκφρα­ση που άρε­σε στον Τζων Ντιούι. Δεν κάνουν όνει­ρα ούτε προ­ε­τοι­μά­ζο­νται για μαζι­κούς διο­ρι­σμούς στις ΔΕΚΟ όπως κάπο­τε με το ΠΑΣΟΚ (και τού­το, μαζί με πολ­λά άλλα, κάνει όλη τη δια­φο­ρά). Φυσι­κά, για τους νεοει­σερ­χό­με­νους ψηφο­φό­ρους της, το πλη­σί­α­σμα σε αυτή την Αρι­στε­ρά δεν έχει το νόη­μα μιας ηθι­κής και δια­νοη­τι­κής μετα­τό­πι­σης προς τον σοσια­λι­σμό. Η προ­σέγ­γι­ση των πολ­λών στις αρι­στε­ρές ιδέ­ες και αξί­ες είναι μια άλλη υπό­θε­ση, ζήτη­μα το οποίο υπερ­βαί­νει τα εκλο­γι­κά επεί­γο­ντα και τους κυβερ­νη­τι­κούς ορί­ζο­ντες. Νομί­ζω ότι το κοι­νω­νι­κό ενδια­φέ­ρον για την παρέμ­βα­ση του ΣΥΡΙΖΑ ξεκι­νά­ει από πολύ πιο απτά ερω­τή­μα­τα, από μια βιο­μέ­ρι­μνα την οποία περι­φρο­νούν οι άμω­μοι επι­κρι­τές, δεξιά και αρι­στε­ρά: Ποιος μπο­ρεί επι­τέ­λους να πει και ένα όχι, να βάλει κάποια όρια στη μηχα­νή της οικο­νο­μι­κής και κοι­νω­νι­κής εξου­θέ­νω­σης, να ιεραρ­χή­σει δια­φο­ρε­τι­κά δημό­σιους στό­χους, να συντη­ρή­σει βασι­κά αγα­θά. Ποιος μπο­ρεί να δια­σώ­σει κάτι από το νόη­μα της κοι­νής αξιο­πρέ­πειας σε μια επο­χή όπου οι «οι πάνω» είναι όλο και πιο ανε­λέ­η­τοι στις απαι­τή­σεις τους, ενώ οι «κάτω» γεύ­ο­νται συνε­χείς ήττες και ταπεινώσεις.
Και η απά­ντη­ση στο ερώ­τη­μα δεν έχει τίπο­τα το παρά­δο­ξο: μια επι­θε­τι­κή και ακραία κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κή συν­θή­κη απαι­τεί ενδε­χο­μέ­νως ασυ­νή­θι­στες και μη συμ­βα­τι­κές απα­ντή­σεις. Αυτό οσφραί­νο­νται οι άνθρω­ποι που ακού­νε, θετι­κά, τον ΣΥΡΙΖΑ και την προ­ο­πτι­κή του.
Το «Κέντρο» και οι παραλ­λα­γές του απο­δεί­χτη­καν ότι δεν είναι σε θέση να δια­πραγ­μα­τευ­τούν κανέ­να μεί­ζον κοι­νω­νι­κό συμ­φέ­ρον, ούτε των λαϊ­κών ούτε κι αυτών ακό­μη των μεσαί­ων τάξε­ων. Το «Κέντρο» αγνό­η­σε ακό­μα και τη διά­στα­ση των ταξι­κών συμ­βι­βα­σμών, αφού πολι­τεύ­τη­κε στα­θε­ρά υπέρ των ολι­γαρ­χι­κών άκρων. Και έρχε­ται τώρα η Δεξιά να υιο­θε­τή­σει την ταυ­τό­τη­τα του φύλα­κα της αστι­κής Ελλά­δας, να προ­βλη­θεί ως η παρά­τα­ξη των νοι­κο­κυ­ραί­ων ενα­ντί­ον του χάους. Ξεχνώ­ντας, φυσι­κά, ότι και οι νοι­κο­κυ­ραί­οι έχουν, σε μεγά­λο βαθ­μό, χάσει τη γη κάτω από τα πόδια τους.
Η στρα­τη­γι­κή του φόβου είναι φυσι­κά το κύριο όπλο ενα­ντί­ον του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά τα δύο προη­γού­με­να χρό­νια ο φόβος και η απει­λή μετα­τρά­πη­καν σε καθη­με­ρι­νή ρου­τί­να. Με τον φόβο της επι­κεί­με­νης τιμω­ρί­ας και της πατα­γώ­δους πτώ­σης οργα­νώ­θη­κε, όσο μπό­ρε­σε να οργα­νω­θεί, η απο­λύ­τως απο­τυ­χη­μέ­νη επι­κοι­νω­νία των ελίτ και του λαού, των μηντια­κών και πολι­τι­κών κατε­στη­μέ­νων και του πολί­τη. Επο­μέ­νως, το θέμα (φόβος, απει­λή) δεν έχει κάτι και­νού­ριο να προ­σφέ­ρει, εκτός από μια επι­πλέ­ον δρα­μα­το­ποί­η­ση που μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει απω­θη­τι­κά και όχι συσπειρωτικά.
Η στρα­τη­γι­κή του φόβου έχει εξάλ­λου ένα ακό­μα αδύ­να­μο σημείο: προ­ε­ξο­φλεί μακα­ρί­ως ότι η Αρι­στε­ρά κερ­δί­ζει από το αφη­ρη­μέ­νο, από τη γλυ­κιά αυτα­πά­τη, από τον πει­ρα­σμό της άρνη­σης της «πραγ­μα­τι­κό­τη­τας». Λάθος. Όσοι χει­ρί­ζο­νται τον φόβο για να πλή­ξουν την Αρι­στε­ρά έχουν τη βεβαιό­τη­τα ότι ο μόνος ρεα­λι­σμός είναι αυτός της παραί­τη­σης, της παρα­δο­χής ότι τα σύνο­ρα μετα­ξύ εφι­κτού και ανέ­φι­κτου είναι στα­θε­ρά και αμε­τά­βλη­τα. Πιστεύ­ουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επω­φε­λεί­ται απλώς από την ασά­φεια, απ’ τα θολά νερά. Αν «ξεσκε­πά­σουν» την ασά­φεια πιστεύ­ουν ότι θα κάψουν και την Αρι­στε­ρά. Αλλά αυτή η βεβαιό­τη­τα παρα­βλέ­πει κάτι πολύ σημα­ντι­κό: ότι η εμπει­ρία της κρί­σης έμα­θε στους ανθρώ­πους έναν δια­φο­ρε­τι­κό ρεα­λι­σμό από αυτόν της φοβι­κής παραί­τη­σης και της ανα­δί­πλω­σης στα απλά και θλι­βε­ρά δεδο­μέ­να της ήττας τους. Οι εμπει­ρί­ες της απώ­λειας, η υλι­κή και συμ­βο­λι­κή απα­ξί­ω­ση της ζωής τους καθι­στά πολ­λούς περισ­σό­τε­ρο ανοι­χτούς στην ιδέα μιας αγω­νι­στι­κής δια­πραγ­μά­τευ­σης με κλη­ρο­νο­μη­μέ­νες συνή­θειες και επί­ση­μες αλή­θειες, με τα επα­να­λαμ­βα­νό­με­να και κου­ρα­στι­κά κρα­τι­κά και επι­κοι­νω­νια­κά κηρύγ­μα­τα. Με άλλα λόγια, δεν πάνε προς την Αρι­στε­ρά για τα θολά της νερά, αλλά για­τί, απλά, υπο­ψιά­ζο­νται ότι μόνο η «ανα­τα­ρα­χή του έλους», το συγκε­κρι­μέ­νο momentum μιας ανα­τρο­πής των καθιε­ρω­μέ­νων ισορ­ρο­πιών του έθνους μπο­ρεί να γεν­νή­σει κάτι καλύτερο.
Με τις παρα­πά­νω σκέ­ψεις δεν εννοώ ότι η στρα­τη­γι­κή έντα­σης του φόβου θα χάσει στο τέλος. Δια­θέ­τει μαζί της ισχυ­ρούς μηχα­νι­σμούς και τη σύμπρα­ξη κάθε λογής εσω­τε­ρι­κών και διε­θνών πιέ­σε­ων. Σε αυτή τη στρα­τη­γι­κή συντο­νί­ζε­ται εν τέλει το σύνο­λο του μνη­μο­νια­κού έθνους, από τους εθνι­κο­συ­ντη­ρη­τι­κούς ως τους «μεταρ­ρυθ­μι­στές αντι­λαϊ­κι­στές» των social media.
Μετά την 6η Μαΐ­ου, ωστό­σο, η στρα­τη­γι­κή της έντα­σης των φόβων και ο ρεα­λι­σμός του «τετε­λε­σμέ­νου» δεν είναι πια δίχως αντί­πα­λο. Απει­λού­νται πια ευθέ­ως στο επί­πε­δο του κεντρι­κού πολι­τι­κού συμ­βο­λι­σμού, πράγ­μα το οποίο πιστώ­νε­ται κυρί­ως στο μήνυ­μα του ΣΥΡΙΖΑ. Οι εκλο­γές του Ιου­νί­ου, πέρα από όλα τα άλλα, θα καθο­ρί­σουν και αυτό: με ποιον πολι­τι­κό και αξια­κό συμ­βο­λι­σμό θα σφρα­γι­στεί η νέα μετα­πο­λί­τευ­ση και οι τεκτο­νι­κές αλλα­γές που έρχο­νται στην ελλη­νι­κή κοι­νω­νία και δημοκρατία…

Ο Νικό­λας Σεβα­στά­κης διδά­σκει στο Τμή­μα Πολι­τι­κών Επι­στη­μών του ΑΠΘ

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted