Κάποιες σκέψεις… - Φαιακία

Κάποιες σκέψεις…

…εκτί­μη­σης της κατά­στα­σης μετά τις εκλο­γές και τις πολι­τι­κές προ­ο­πτι­κές περιέ­χει το ανα­λυ­τι­κό σημεί­ω­μα του φίλ­τα­του ΠΑΠ, που κατα­θέ­του­με για προβληματισμό…

Εμείς κι ο ΣΥΡΙΖΑ
Είναι και­ρός να κάνου­με τη ρήξη. Προ­ϋ­πό­θε­ση όμως είναι να κάνου­με πρώ­τα απ’ όλα τη ρήξη με το παρελ­θόν. Το ίδιο μας το παρελ­θόν, το δικό μας παρελ­θόν. Το πως αυτή θα γίνει είναι σχε­τι­κά απλό, αν ανα­λύ­σου­με τη στά­ση που κρά­τη­σε η αρι­στε­ρά – πάντα βέβαια σε κάποιες ανα­λο­γί­ες – απέ­να­ντι στο ΠΑΣΟΚ, στη περί­ο­δο της πρώ­της δια­κυ­βέρ­νη­σης του.
Η εμπει­ρία αυτή δεν πρέ­πει να απορ­ρι­φθεί συλ­λή­βδην, ως μια συνο­λι­κά αδυ­να­μία της αρι­στε­ράς να παρέμ­βει ευνοϊ­κά ως προς το κίνη­μα και να επη­ρε­ά­σει τις εξε­λί­ξεις, ώστε να κατα­λή­ξει κανείς εύκο­λα στο συμπέ­ρα­σμα, ότι η σοσιαλ­δη­μο­κρα­τία, παλαιά ή σύγ­χρο­νη οδη­γεί πάντα σε οπι­σθο­δρό­μη­ση.
Πρώ­τα απ’ όλα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα οποια­δή­πο­τε “σοσιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό” κόμ­μα. Μια τέτοια εκτί­μη­ση είναι απλοϊ­κή και εξω­πραγ­μα­τι­κή. Το αν και κατά πόσον απο­τε­λεί κόμ­μα με τα κλασ­σι­κά κρι­τή­ρια σε μια φάση απο­δό­μη­σης του αστι­κού κρά­τους και του πολι­τι­κού συστή­μα­τος με τις κλασ­σι­κές κομ­μα­τι­κές του εκφρά­σεις ή κίνη­μα ή μέτω­πο και μάλι­στα σοσιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό με όρους μιας εξω­πραγ­μα­τι­κής πολι­τι­κής γεω­γρα­φί­ας, που δεν είναι ικα­νή να απο­τυ­πώ­σει ικα­νο­ποι­η­τι­κά το σύγ­χρο­νο παγκό­σμιο πολι­τι­κό χάρ­τη, ούτε τις εθνι­κές δια­δρο­μές, είναι αντι­κεί­με­νο μιας μακράς συζή­τη­σης, που αλί­μο­νο αν θα μπο­ρού­σε να περιο­ρι­στεί στο επί­πε­δο του ΣΥΡΙΖΑ.
Δεύ­τε­ρο ακό­μη κι αν δεχθού­με ότι έχου­με μπρο­στά μας μια “εξε­λιγ­μέ­νη” και κατά συνέ­πεια δια­φο­ρε­τι­κή μορ­φή σοσιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας, αυτο­μά­τως μας βάζει μπρο­στά στο πρό­βλη­μα μιας δια­φο­ρε­τι­κής αντι­με­τώ­πι­σης από εκεί­νες που θα έπρε­πε να είχα­με κάνει σε παλιό­τε­ρες περι­στά­σεις και τις οποί­ες δεν κάνα­με, αλλά και δεν μπο­ρού­με σήμε­ρα να επαναλάβουμε.
Ούτε πάλι θα έχου­με κάποια σοβα­ρή δικαιο­λο­γία απέ­να­ντι στην ιστο­ρία, αν εγκα­τα­λεί­ψου­με στη μοί­ρα τους και στην αγκα­λιά των αντι­πά­λων μας ανθρώ­πους που δεν ξεκι­νά­νε αυτή τη και­νούρ­για προ­σπά­θεια αλλα­γής, υπο­χρε­ω­τι­κά με την υστε­ρό­βου­λη σκέ­ψη της συναλ­λα­γής ή του να βολευ­τούν αυτοί και οι κολ­λη­τοί τους ή που δεν έχουν υπο­χρε­ω­τι­κά την ίδια με μας αντί­λη­ψη για την αλλα­γή ή που δεν είναι έτοι­μοι για τη σύγκρου­ση και την ανατροπή.
Κάτι τέτοιο πότε δεν ήρθε από τη μια μέρα στην άλλη, από μόνο του, από τους λίγους και μάλι­στα χωρίς αυτούς τους πολ­λούς, οι οποί­οι απ’ ότι φαί­νε­ται σήμε­ρα είναι δια­τε­θει­μέ­νοι να κάνουν απλά ένα βήμα παρά πέρα.
Είναι αλή­θεια ότι οι κοι­νω­νι­κές αλλα­γές δεν θα γίνο­νταν αν δεν είχε προη­γη­θεί η απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα και η πρω­το­βου­λία της πρω­το­πο­ρί­ας των λίγων που σκέ­φθη­καν, σχε­δί­α­σαν και τόλ­μη­σαν. Όμως τίπο­τε δεν θα είχε επι­τευ­χθεί αν η πλειο­ψη­φία του λαού δεν μετέ­τρε­πε το όρα­μα των λίγων σε κινη­τή­ρια δύνα­μη που άλλα­ξε τον ρου της ιστορίας.
Φυσι­κά ας μην ετοι­μά­ζο­νται οι επι­κρι­τές αυτής της άπο­ψης να ισχυ­ρι­στούν ότι η ιστο­ρία του κινή­μα­τος είναι γεμά­τη από παρα­δείγ­μα­τα με λάθη, συμ­βι­βα­σμούς και τελι­κά αποτυχίες.
Το ζήτη­μα δεν είναι αν το κίνη­μα και η ιστο­ρία είναι γεμά­τη από τέτοια παρα­δείγ­μα­τα. Το ζήτη­μα είναι κατά πόσον εμείς είμα­στε σε θέση πλέ­ον σήμε­ρα να μετα­τρέ­ψου­με δημιουρ­γι­κά την μέχρι στιγ­μής αρνη­τι­κή μας εμπειρία.
Αξί­ζει να θυμη­θού­με τη στά­ση που κρά­τη­σε η αρι­στε­ρά στα πρώ­τα χρό­νια δια­κυ­βέρ­νη­σης του ΠΑΣΟΚ, όταν ακό­μη δεν είχαν ξεμυ­τί­σει τα λαμό­για. Αιφ­νι­δια­σμέ­νη από τις “θεσμι­κές” αλλα­γές, τις οικο­νο­μι­κές παρο­χές, που επέ­τρε­παν τότε οι περι­στά­σεις, με το καται­γι­σμό των φρα­στι­κών λεο­ντα­ρι­σμών και την οικειο­ποί­η­ση για λογα­ρια­σμό του ΠΑΣΟΚ των δικών της συν­θη­μά­των, χωρίς να έχει κατα­νο­ή­σει πρώ­τα απ’ όλα η ίδια πως θα έπρε­πε να συμπε­ρι­φερ­θεί στη περί­πτω­ση που κάποιος άλλος και όχι αυτή ξεκί­να­γε με μια – έστω και μικρής κλί­μα­κας, χωρίς ταξι­κή σύγκρου­ση – ανα­τρο­πή, τη πορεία του εκδη­μο­κρα­τι­σμού της καθυ­στε­ρη­μέ­νης τότε Ελλά­δας, ανα­λαμ­βά­νο­ντας να φέρει σε πέρας το έργο που δεν είχε κατα­λά­βει ότι είχε υπο­χρέ­ω­ση να έχει ήδη φέρει σε πέρας η ίδια η ιδιό­τυ­πη αστι­κή τάξη με τη Δεξιά, μπα­λαν­τζά­ρι­ζε ιδε­ο­λο­γι­κά και αγω­νι­στι­κά πέρα δώθε.

Άλλο­τε πέτα­γε πέτρες και έκα­νε κρι­τι­κή εξω­πραγ­μα­τι­κή για αλλα­γές που το ΠΑΣΟΚ από τη φύση δεν θα μπο­ρού­σε να κάνει, άλλο­τε γίνο­νταν ουρά μετά από τις ριζο­σπα­στι­κές πρω­το­βου­λί­ες, χωρίς να τις αξιο­ποιεί ή να τις κατο­χυ­ρώ­νει όπως έπρε­πε στη συνεί­δη­ση του κόσμου, αρκού­με­νη σε μια θεσμι­κή ή νομι­κή – συνταγ­μα­τι­κή κατο­χύ­ρω­ση. Άλλο­τε πάλι να σιω­πά, αφού κάποιος άλλος είχε ικα­νο­ποι­ή­σει τις διεκ­δι­κή­σεις των εργα­ζο­μέ­νων και συνε­πώς δεν είχε πλέ­ον λόγω η δυνα­μι­κή της παρου­σία, αφού για πρώ­τη φορά για τα τα ζητή­μα­τα δίνο­νταν πλέ­ον κυβερ­νη­τι­κή λύση.

“Στο κάτω, κάτω τι χρειά­ζε­ται λοι­πόν το κίνημα”.
Σιγά σιγά πέρα­σε και η αντί­λη­ψη, ότι “ο αγώ­νας δικαιώθηκε”.
Τέλος: που θα πάει κάποια στιγ­μή ο λαός θα κατα­λά­βει ότι αυτή δεν είναι αλλα­γή. Ώσπου ο λαός, αφέ­θη­κε, βολεύ­τη­κε και κατά­λα­βε, ο,τι κατάλαβε !
Όλα αυτά που θα ‘λεγε κανείς ότι ανή­κουν στο παρελ­θόν, δυστυ­χώς πλη­ρώ­νο­νται στο παρόν και καθο­ρί­ζουν από­λυ­τα το μέλ­λον μας.
Στο μετα­ξύ οι κόντρες μετα­ξύ των κομ­μά­των συνε­χί­ζο­νται σε αμεί­ω­το βαθ­μό θυμί­ζο­ντας τη προ­ε­κλο­γι­κή περί­ο­δο και όπως συνή­θως όχι μέσα στο κοι­νο­βού­λιο, μιας και αυτό δεν έχει ακό­μη συνέλ­θει σε σώμα. Οι αντί­πα­λοι εχουν επι­λέ­ξει ένα προ­σφι­λέ­στε­ρο γι αυτούς τόπο και τρό­πο που δεν είναι άλλος από τα τηλε­ο­πτι­κά παρά­θυ­ρα. Τα τηλε­ο­πτι­κά κανά­λια συνε­χί­ζουν να θεω­ρούν ότι
μπο­ρούν να εξα­κο­λου­θή­σουν να παί­ζουν στο όνο­μα της ελεύ­θε­ρης και μαχη­τι­κής, αδέ­σμευ­της δημο­σιο­γρα­φί­ας, το ρόλο που τους έχουν απο­νεί­μει οι ίδιοι οι ιδιο­κτή­τες τους με την ανο­χή και τη συναί­νε­ση του κυρί­αρ­χου πολι­τι­κού συστή­μα­τος. Αυτός φυσι­κά δεν περιο­ρί­ζε­ται σε ρόλο διαι­τη­τού των κομ­μα­τι­κών συγκρού­σε­ων φτη­νού επι­πέ­δου, μακρυά από κάθε είδους σοβα­ρό διά­λο­γο ουσί­ας ή σε ρόλο οικο­δε­σπό­τη – ανα­κρι­τή προ­συ­ζη­τη­μέ­νων υπο­θέ­σε­ων, αλλά και σε ρόλο υπα­γό­ρευ­σης και σχε­δια­σμού της πολι­τι­κής υπε­ρά­νω κυβερ­νη­τι­κών θεσμών και μηχανισμών.
Ό μόνος που μπο­ρεί να βάλει φραγ­μό σε αυτή τη παρα­κρα­τι­κή μορ­φή εξου­σί­ας είναι ο ίδιος ο λαός με τη δική του ενερ­γη­τι­κή παρέμ­βα­ση στο πολι­τι­κό γίγνε­σθαι, κάτι που οι παλιό­τε­ρες γενιές το έχου­με ξεχά­σει, ενώ οι νεό­τε­ρες δεν το έχουν καν γνω­ρί­σει. Η άσκη­ση της πολι­τι­κής σε μια υγιή δημο­κρα­τία δεν μπο­ρεί να εξα­ντλεί­ται στη περί­φη­μη λαϊ­κή ετυ­μη­γο­ρία με τη ψήφο της τετρα­ε­τί­ας, αλλά αντί­θε­τα θα πρέ­πει να απο­τε­λεί διαρ­κές μέλη­μα των πολι­τών με κάθε λογής έκφρα­ση, όπως με τις κινη­το­ποι­ή­σεις και όχι με τη επί­δο­ση λευ­κής επι­τα­γής και τη καθιε­ρω­μέ­νη δια­δι­κα­σία ανα­μο­νής και της λογι­κής του “ας περι­μέ­νου­με και θα δούμε”.
Με την ίδια λογι­κή δεν μπο­ρού­με να αντι­κα­τα­στή­σου­με τους αγώ­νες με τη τηλε­θέ­α­ση και τις δημο­σκο­πή­σεις. Ο λαός πρέ­πει όχι μόνο να έχει άπο­ψη για τα όσα γίνο­νται και απο­φα­σί­ζο­νται, αλλά και να τη δια­τυ­πώ­νει. Δυστυ­χώς υπάρ­χει το βαρύ φορ­τίο της αρνη­τι­κής εμπει­ρί­ας του παρελ­θό­ντος με τον εκφυ­λι­σμό και την εκμε­τάλ­λευ­ση του συν­δι­κα­λι­στι­κού, του μαζι­κού και του κάθε διεκ­δι­κη­τι­κού κινή­μα­τος, σε συν­δυα­σμό και με τους δογ­μα­τι­κούς ή συντε­χνια­κούς και γενι­κό­τε­ρα τους χωρίς ρεα­λι­σμό και μεθο­δι­κό­τη­τα στό­χους, που μετέ­τρε­ψαν ένα άλλο­τε ισχυ­ρό λαϊ­κό κίνη­μα με πολύ μεγά­λη παρά­δο­ση σε ένα τυπο­λα­τρι­κό και ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κό κίνη­μα δια­μαρ­τυ­ρί­ας χωρίς σαφή προ­σα­να­το­λι­σμό, μαζι­κό­τη­τα και μαχητικότητα.
Σε όλα αυτά έρχο­νται να προ­στε­θούν η απο­γο­ή­τευ­ση, η έλλει­ψη εμπι­στο­σύ­νης στους πολι­τι­κούς φορείς και στον εαυ­τό του, η ηττο­πά­θεια και ο φόβος απέ­να­ντι στη βία και στην αυταρ­χι­κό­τη­τα, η οποία συγ­χέ­ε­ται με τη δύνα­μη του καθε­στώ­τος και η αμφι­βο­λία για την απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα και κυρί­ως η έλλει­ψη αλλη­λεγ­γύ­ης, που σφυ­ρη­λα­τεί­ται μέσα από τους αγώνες.
Σήμε­ρα περισ­σό­τε­ρο από άλλες φορές είναι ανά­γκη να ανα­πτυ­χθεί και πάλι ένα πλα­τύ λαϊ­κό κίνη­μα. Αυτό δεν είναι μια τυπο­λα­τρι­κή αντί­λη­ψη που επι­βά­λει κάποια καθιε­ρω­μέ­νη ή αναμ­φι­σβή­τη­τα επι­βε­βαιω­μέ­νη ιστο­ρι­κή υπο­χρέ­ω­ση και επι­τα­γή. Δεν είναι ανά­γκη να ακο­λου­θη­θούν στε­ρε­ό­τυ­πες κλασ­σι­κές μορ­φές και μέθο­δοι, ανε­ξάρ­τη­τα από το αν είχαν ή δεν είχαν απο­δώ­σει. Θα πρέ­πει να ανα­ζη­τη­θούν νέες πιο δημιουρ­γι­κές μορ­φές με φαντα­σία, προ­σαρ­μο­σμέ­νες στις σύγ­χρο­νες ανά­γκες και απαι­τή­σεις, που να μπο­ρούν να συγκι­νή­σουν όσο το δυνα­τόν περισ­σό­τε­ρα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα και δυνά­μεις. Επι­πλέ­ον την απα­ραί­τη­τη για την απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα οργά­νω­ση, που είναι άλλω­στε προ­ϋ­πό­θε­ση επι­τυ­χί­ας οποιου­δή­πο­τε “συστή­μα­τος” δεν θα πρέ­πει να την αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε με όρους και κλι­σέ παλαιό­τε­ρων εποχών.
Κάθε επο­χή θα πρέ­πει να έχει τη δική της “νέου τύπου” οργάνωση.
Η κρί­ση που μαστί­ζει την ελλη­νι­κή κοι­νω­νία τα τελευ­ταία χρό­νια, ανέ­δει­ξε μια σει­ρά από συσ­σω­ρευ­μέ­να προ­βλή­μα­τα. Μέσα σε αυτά και η κρί­ση του πολι­τι­κού συστή­μα­τος, το οποίο δεν έκα­νε τίπο­τε να την απο­σο­βή­σει, μιας και το ίδιο την προ­κά­λε­σε, αλλά ακό­μη και όταν ξέσπα­σε δεν έκα­νε πάλι τίπο­τε ουσια­στι­κό για να την αντι­με­τω­πί­σει. Απε­να­ντί­ας ακο­λού­θη­σε τη δύνη της κρί­σης και βυθί­στη­κε μαζί της συμπα­ρα­σύ­ρο­ντας μαζί του την ελλη­νι­κή κοι­νω­νία. Έτσι μαζί με το πολι­τι­κό σύστη­μα που κατέρ­ρευ­σε κατέρ­ρευ­σαν και οι φορείς που το στή­ρι­ζαν και μέσα από τους οποί­ους το ίδιο εκφρά­ζο­νταν, δηλα­δή τα πολι­τι­κά κόμ­μα­τα. Ακό­μη κι εκεί­να που δεν κατέρ­ρευ­σαν κατα­δι­κά­ζο­νται σε απο­μό­νω­ση και μαρα­σμό, παρ’ όλο που τα ίδια βρί­σκουν κάθε λογής προ­σχή­μα­τα να δικαιο­λο­γή­σουν την φθο­ρά τους, υπο­λο­γί­ζο­ντας το κατά πόσο “συγκρά­τη­σαν” τις
δυνά­μεις τους σε κάθε εκλο­γι­κή σύγκρου­ση, συγκρί­νο­ντας την αντί­στοι­χη φθο­ρά των αντι­πά­λων τους και ξεχνώ­ντας όλοι μαζί, ότι το εκλο­γι­κό σύστη­μα δεν δίνει τη δυνα­τό­τη­τα στο λαό να εκφρά­σει ανοι­χτά τη περι­φρό­νη­σή του. Εξ άλλου το εκλο­γι­κό σύστη­μα λει­τουρ­γεί περισ­σό­τε­ρο σαν μηχα­νι­σμός συντή­ρη­σης αυτών των απαρ­χαιω­μέ­νων μηχα­νι­σμών, παρά σαν μέσο δημο­κρα­τι­κής έκφρα­σης της λαϊ­κής βούλησης.
Παράλ­λη­λα καταρ­ρέ­ει και το αστι­κό σύστη­μα δια­κυ­βέρ­νη­σης με την αστι­κή δημο­κρα­τία να μην είναι σε θέση να δια­τη­ρή­σει τα χαρα­κτη­ρι­στι­κά του ίδιου του αστι­κού κρά­τους. Μαζί με αυτό και οι κατα­κτή­σεις του λαϊ­κού κινή­μα­τος, όπως το προ­νοια­κό κρά­τος με την ασφά­λι­ση, τις συντά­ξεις, τη περί­θαλ­ψη, οι στοι­χειώ­δεις δημο­κρα­τι­κές ελευ­θε­ρί­ες και οι θεσμοί σε μια κοι­νο­βου­λευ­τι­κή δημο­κρα­τία, οι στοι­χειώ­δεις αρχές δικαί­ου του αστι­κού κρά­τους απει­λώ­ντας το ίδιο τα κράτος –
έθνος με εξα­φά­νι­ση. Όλη αυτή η ταξι­κή, κοι­νω­νι­κή και πολι­τι­κή απο­δό­μη­ση δεν είναι απο­τέ­λε­σμα της πάλης των τάξε­ων. Το αστι­κό κρά­τος δεν συν­θλί­βε­ται κάτω από τη πίε­ση της εργα­τι­κής τάξης και του λαϊ­κού κινή­μα­τος, αλλά από την ίδια τη κρί­ση του καπι­τα­λι­σμού που περ­νά­ει σε μια άλλη κατα­στρο­φι­κή φάση κλι­μά­κω­σής της. Την ίδια στιγ­μή που συν­θλί­βο­νται το σύνο­λο των κοι­νω­νι­κών στρω­μά­των η διε­θνής ολι­γαρ­χία ανα­ζη­τεί άλλους προ­σφο­ρό­τε­ρους, απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρους και ολι­γό­τε­ρο οδυ­νη­ρούς γι αυτή τρό­πους δια­κυ­βέρ­νη­σης. Τώρα όμως είναι και η στιγ­μή που μπο­ρούν να απε­λευ­θε­ρω­θούν κοι­νω­νι­κές δυνά­μεις για να ανα­τρέ­ψουν τη πορεία προς όφε­λος της ολι­γαρ­χί­ας και να παί­ξουν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρόλο στη δια­δι­κα­σία της κοι­νω­νι­κής αλλαγής.
Το πρώ­το βήμα έγι­νε με την εκλο­γι­κή πλειο­ψη­φία να δίνε­ται σε κόμ­μα­τα που κατα­δί­κα­ζαν τη πολι­τι­κή της εξάρ­τη­σης, της υπο­τέ­λειας και της λιτό­τη­τας. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πια σχη­μα­τί­σει κυβέρ­νη­ση. Ο λαός δεν μπο­ρεί να παρα­μεί­νει παρα­τη­ρη­τής και να του ανα­θέ­σει κατ’ απο­κλει­στι­κό­τη­τα την ευθύ­νη της αλλα­γής. Το ζήτη­μα δεν είναι μόνο αν και κατά πόσον οι προ­θέ­σεις και οι δυνα­τό­τη­τες του ΣΥΡΙΖΑ ή της κυβέρ­νη­σης του, αρκούν για να πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν την αλλα­γή. Ο λαός δεν πρέ­πει να χάσει την ευκαι­ρία, μεγά­λη ή μικρή και να αφή­σει όπως συνή­θι­ζε μέχρι τώρα τη τύχη του και το μέλ­λον του στο έλε­ος ή στην απο­κλει­στι­κό­τη­τα της δια­χεί­ρι­σης του όποιου κυβερ­νη­τι­κού έργου από κάποιους ειδι­κούς ή αφο­σιω­μέ­νους με καλές ή με αμφί­βο­λες προ­θέ­σεις, που έχουν ή δεν έχουν ικα­νό­τη­τες, που ενδε­χό­με­να στη πορεία να απο­δει­χθούν μια άλλη εκδο­χή της εναλ­λα­γής του συστή­μα­τος. Πολύ δε περισ­σό­τε­ρο δεν έχει πια το περι­θώ­ριο και τη πολυ­τέ­λεια να κρί­νει απο­στα­σιο­ποι­η­μέ­νος εκ των υστέ­ρων αν κάποιοι που ψήφι­σε έκα­ναν καλά τη δου­λειά τους ή αν τον κορόι­δε­ψαν. Αυτή τη φορά θα φταί­ει ο ίδιος αν εξα­πα­τη­θεί ή αν απλά δεν κατα­φέ­ρει να κάνει ένα βήμα παρα­πέ­ρα, να κατα­κτή­σει αυτά που έπρε­πε ήδη να του ανή­κουν. Δεν θα υπάρ­χουν πλέ­ον και οι συνή­θεις δικαιο­λο­γί­ες για το τι συνέ­βη. Ας πάψει επι­τέ­λους η ανα­ζή­τη­ση της εξή­γη­σης να γίνε­ται η δικαιο­λο­γία για να κρύ­ψου­με την άρνη­σή μας να ακού­σου­με και να μάθου­με, ώστε να απο­φύ­γου­με να πάρου­με το κομ­μά­τι που μας ανα­λο­γεί στις κινη­το­ποι­ή­σεις.
Οι κινη­το­ποι­ή­σεις δεν είναι απα­ραί­τη­τα να κινού­νται στη κατεύ­θυν­ση της αντι­πα­λό­τη­τας της κυβερ­νη­τι­κής πολι­τι­κής. Μπο­ρεί και πρέ­πει με την ίδια μαχη­τι­κό­τη­τα και ζωντά­νια να είναι υπο­βοη­θη­τι­κές σε μια κατεύ­θυν­ση υπο­στή­ρι­ξης των θετι­κών μέτρων, ώστε να γίνε­ται κατα­νοη­τό προς πάσα κατεύ­θυν­ση μέσα και έξω από τη χώρα ότι ο λαός συμ­φω­νεί ή δεν συμ­φω­νεί με τις κυβερ­νη­τι­κές επι­λο­γές, κάνο­ντας να ακου­στεί ο ίδιος τη φωνή του και τη θέλη­σή του και όχι μέσα από τις ανα­με­τα­δό­σεις των ΜΜΕ, όπου η λαϊ­κή βού­λη­ση εκφυ­λί­ζε­ται στα πάνελ, στα παρά­θυ­ρα και στα δελ­τία των ειδή­σε­ων από τα στό­μα­τα των πολυά­ριθ­μων καλο­πλη­ρω­μέ­νων ειδι­κών, παρου­σια­στών, δημο­σιο­γρά­φων, ανα­λυ­τών, δημο­σκό­πων και προ πάντων καιροσκόπων.
Μόνον έτσι, μέσα από ένα ενερ­γό γνή­σιο ενερ­γη­τι­κό μαζι­κό λαϊ­κό κίνη­μα είναι δυνα­τόν να στη­ρί­ξει ότι στα­δια­κά κατα­κτά­ει και να προ­χω­ρή­σει σε ουσια­στι­κό­τε­ρες αλλα­γές και την απαλ­λα­γή του από τη σημε­ρι­νή κατά­στα­ση της κοι­νω­νι­κής κατα­πί­ε­σης και αδι­κί­ας, παλεύ­ο­ντας για τη ορι­στι­κή ανα­τρο­πή. Μόνον έτσι μπο­ρεί να στη­ρί­ξει τις δυνά­μεις εκεί­νες που με το κυβερ­νη­τι­κό έργο θα παλέ­ψουν μαζί του για την αλλαγή.
Είναι μεγά­λο μειο­νέ­κτη­μα το ότι ένα τέτοιο κίνη­μα δεν ανα­πτύ­χθη­κε πριν από τις εκλο­γές, είτε αυθόρ­μη­τα, είτε με πρω­το­βου­λία του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως ποτέ δεν είναι αργά. Από τη στιγ­μή που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επα­νει­λημ­μέ­να εκφρά­σει τη διά­θε­ση για τη δημιουρ­γία ενός διεκ­δι­κη­τι­κού κινή­μα­τος και από τη στιγ­μή μάλι­στα που έδω­σε ήδη θετι­κά δείγ­μα­τα του πως αντι­λαμ­βά­νε­ται την έννοια των κινη­το­ποι­ή­σε­ων, όπως και το ρόλο των δυνά­με­ων εκεί­νων, που μέχρι τώρα ήταν η βίαια κατα­στο­λή κάθε έκφρα­σης δια­μαρ­τυ­ρί­ας, είναι ευκαι­ρία, υπο­χρέ­ω­ση και πρό­κλη­ση για το λαό να βρει τις κατάλ­λη­λες μορ­φές έκφρα­σης της γνώ­μης και της πάλης του, ώστε να δίνει πάντα με ενερ­γη­τι­κό τρό­πο το αγω­νι­στι­κό του παρών σε κάθε γεγο­νός, όχι μόνο όταν συμ­βαί­νει, αλλά και για να συμ­βαί­νει.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted