Η τοπογραφία του τρόμου - Φαιακία

Η τοπογραφία του τρόμου

Επειδή, βασικά, αυτό που επεδίωκαν τα ΜΜΕ και οι εντολείς τους με την Χρυσαυγειάδα, δηλαδή βομβαρδισμό μέχρι μπουκώματος και εξοικίωσης μέχρι ανίας μπορεί και να το πέτυχαν, δεν είναι άσκοπο να ερεθίζουμε την μνήμη μας (και των διπλανών μας)… Το ιστορικο-πολιτικό Alzheimer δεν είναι προς όφελός μας… Γι΄αυτό “κλέβουμε” την σπουδαία ανάρτηση ενός άγνωστου σε μάς ιστολογίου: του Πιγκουίνου (http://pigkouinos.blogspot.gr) με ημερομηνία Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012…Μας την κοινοποίησε ο φίλτατος της ΦΑΙΑΚΙΑΣ Στέφανος Πάντος και σας την προτείνουμε θερμότατα… 

Η τοπογραφία του τρόμου 

Το ότι εβδο­μη­ντα­τό­σα χρό­νια μετά, πρέ­πει να
εξη­γή­σεις εξ αρχής τι σημαί­νει φασι­σμός, δεν το λες και μεγά­λη πρό­ο­δο. Ένα μίγμα
αμορ­φω­σιάς, από­γνω­σης και καφρί­λας έχει καθη­λώ­σει ένα αδι­καιο­λό­γη­τα ευμέγεθες
κομ­μά­τι της ελλη­νι­κής κοι­νω­νί­ας στην ευκο­λία των παρά­λο­γων επι­χει­ρη­μά­των. Των
βολι­κών γενι­κεύ­σε­ων. Των ασυ­νεί­δη­των επιλογών.

Μεθαύ­ριο είναι 28η
Οκτω­βρί­ου και λέω να σε πάω μία βόλ­τα. Έρχεσαι;

Στο κέντρο του Βερο­λί­νου, υπάρ­χει μία μεγάλη
έκτα­ση που μετά το τέλος του πολέ­μου, παρέ­μει­νε για­πί. Βλέ­πεις, σε ετού­το το
σημείο υψώ­νο­νταν κάπο­τες τα κτή­ρια της Γκε­στά­πο και των Ες Ες. Ακρι­βώς εδώ
βρι­σκό­ταν το διοι­κη­τι­κό κέντρο του Χίτλερ και των συνερ­γα­τών του. Οι
βομ­βαρ­δι­σμοί των συμ­μά­χων ισο­πέ­δω­σαν το μέρος, που εν συνε­χεία υπά­χθη­κε στο
Δυτι­κό Βερο­λί­νο και σχε­δόν για­πί παρα­μέ­νει μέχρι τις μέρες μας.

Σα να μην του έφθα­ναν οι ήδη βεβαρυμένες
ιστο­ρι­κές του φορ­τί­σεις, μερι­κά χρό­νια αργό­τε­ρα, πέρα­σε από δίπλα του και το
τεί­χος, που έχτι­σαν οι Σοβιε­τι­κοί για να περι­φρά­ξουν τον παρα­λο­γι­σμό τους. Πίσω
από το τεί­χος, παρα­μέ­νουν θλιμ­μέ­να κάποια από τα κτή­ρια του ανατολικού
ολο­κλη­ρω­τι­σμού, σε μία πόλη με πολ­λα­πλές ταυ­τό­τη­τες και σύν­θε­τα ιστορικά
συμπλέγματα.

Περ­πα­τώ­ντας εντός της έκτα­σης και κατά μήκος
του τεί­χους (που σε αυτό του το τμή­μα, έχει παρα­μεί­νει σχε­δόν ανέ­πα­φο, ως
ιστο­ρι­κό τεκ­μή­ριο μνή­μης και ανα­στο­χα­σμού), συνα­ντάς κάτω από ειδι­κές μεταλλικές
κατα­σκευ­ές, τα υπό­γεια των κυβερ­νη­τι­κών κτη­ρί­ων των Ναζί.

Καλω­σήρ­θα­τε στην “τοπο­γρα­φία του τρόμου”.
Πια­στεί­τε όλοι από το χέρι και ας κάμου­με μία σύντο­μη ανα­δρο­μή στην αδυσώπητη
και ανα­πό­δρα­στη αλή­θεια της φασι­στι­κής βίας.

Στο μέσον της έκτα­σης, οι Γερ­μα­νοί έχουν
φτιά­ξει πολύ προ­σφά­τως ένα λιτό μου­σείο από μέταλ­λο και γυα­λί, για να στεγάσουν
το δύσκο­λο και ενο­χι­κό θέμα του Ναζι­σμού. Μέσα από μία σει­ρά φωτογραφικών
ντο­κου­μέ­ντων και σύντο­μων κει­μέ­νων, επι­στρέ­φουν σε μία από τις πλέον
καταί­σχυ­ντες στιγ­μές της παναν­θρώ­πι­νης ιστο­ρί­ας: την άνο­δο του Χίτλερ στην
εξου­σία και την πραγ­μά­τω­ση της φασι­στι­κής ιδεολογίας.

Την ιστο­ρία την ξεύ­ρεις καλά. Όλα ξεκίνησαν
μέσα στο χάος και την οικο­νο­μι­κή δυσπρα­γία που επέ­βα­λαν οι δυτι­κοί στην ηττημένη
Γερ­μα­νία μετά το τέλος του Α’ Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου. Η υψη­λή ανερ­γία, η ανέ­χεια και
η από­γνω­ση των λαϊ­κών τάξε­ων απο­τέ­λε­σε το πρό­σφο­ρο έδα­φος για την ανά­δει­ξη του
Χίτλερ και την ευρεία υπο­στή­ρι­ξη των επι­χει­ρη­μά­των του: μειο­νό­τη­τες όπως οι
Εβραί­οι μάς κατα­τρώ­νε τον πλού­το, η ανω­τε­ρό­τη­τα της φυλής μας απο­δει­κνύ­ε­ται από
τη λαμπρή ιστο­ρία μας, όλοι οι υπό­λοι­ποι λαοί είναι φυλε­τι­κά κατώ­τε­ροι και άρα
θα πρέ­πει να πατα­χθούν, οι πολι­τι­κοί είναι διε­φθαρ­μέ­νοι και ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κοί, η
βία κατά πάντων είναι δικαιο­λο­γη­μέ­νη όταν ενδύ­ε­ται το μαν­δύα του εθνικού
συμ­φέ­ρο­ντος, χρη­σι­μο­ποιού­με τη δημο­κρα­τία για να επι­βά­λου­με τον
ολοκληρωτισμό.

Και κάπως έτσι ξεκί­νη­σαν τα πρώ­τα ξεσπάσματα
βίας. Κατά των “προ­φα­νών” εχθρών του λαού: των ξένων. Στην πάνω φωτο­γρα­φία, δεν
σου κάμει τόσο εντύ­πω­ση το πλή­θος των όσων συγκε­ντρώ­θη­καν για να χαζέ­ψουν το
σπά­σι­μο και την κατα­στρο­φή ενός εβραϊ­κού μαγα­ζιού. Σου κάμουν μεγαλύτερη
εντύ­πω­ση, οι χαρού­με­νες, γελα­στές φάτσες των ανθρώ­πων που γύρι­σαν να κοιτάξουν
το φωτο­γρα­φι­κό φακό, ενό­σω εκτυ­λισ­σό­ταν δίπλα τους μία πρά­ξη απροκάλυπτης
βίας.

Το ίδιο και στις επό­με­νες φωτο­γρα­φί­ες. Οι
Ναζι­στές έχουν κατα­λά­βει την εξου­σία και προ­χω­ρούν σε εκδιώξεις
ή συλ­λή­ψεις Εβραί­ων και κατα­σχέ­σεις περιου­σιών. Πίσω από το σκοι­νί, το
φιλο­θε­ά­μων πλή­θος παρα­κο­λου­θεί και δεν λεί­πουν τα χαμόγελα.

Ντυ­μέ­νες με τα καλά τους παλ­του­δά­κια και τα
καπέ­λα τους, οι Εβραί­ες εγκα­τα­λεί­πουν τα σπί­τια και τις περιου­σί­ες τους, χωρίς
να καλο­γνω­ρί­ζουν τι σχέ­δια έχει στο νοση­ρό μυα­λό του το νέο καθε­στώς, για την
περί­πτω­σή τους. Αστές της επο­χής, αξιο­πρε­πείς στην εμφά­νι­ση και σίγουρα
θορυ­βη­μέ­νες, έχουν βρε­θεί ξαφ­νι­κά στο επί­κε­ντρο μίας λαϊ­κής αρέ­νας που στήθηκε
για να τις δει να εξευτελίζονται.

Ηλι­κιω­μέ­νες κυρί­ες εν σει­ρά οδη­γού­νται στο
άγνω­στο. Εξι­λα­στή­ρια θύμα­τα ενός λαού που διψά­ει για αίμα και
αντεκδίκηση.

Οι Ναζί προ­χω­ρούν σε παραδειγματικές
κατα­σχέ­σεις και συστη­μα­τι­κούς εκφο­βι­σμούς. Πρό­σε­ξε και πάλι το πλή­θος που
παρακολουθεί.

Με τα χαρ­τιά τους στο χέρι, σε μεγά­λες ουρές,
περι­μέ­νουν να ιδούν τι θα απο­γί­νουν. Βλέ­πεις στα πρό­σω­πά τους την κούραση,
κάποιο φόβο, ίσως και περιέρ­γεια. Κανείς δεν μπο­ρεί να φαντα­στεί που θα οδηγήσει
το τρε­νά­κι του φασι­σμού. Ξεκι­νά­ει έτσι απλά: από μερι­κές προ­σα­γω­γές, μερικές
μικρές νίκες που ικα­νο­ποιούν και ανα­κου­φί­ζουν το λαϊ­κό αίσθη­μα. Εν συνεχεία,
κλι­μα­κώ­νει τις δρά­σεις του, ξεδι­πλώ­νει τα πλο­κά­μια του και στραγ­γα­λί­ζει τις
ελευ­θε­ρί­ες. Στο τέλος, κατα­τρώ­γει τα σωθι­κά όλων όσων έρχο­νται σε επα­φή μαζί του
και δια­σπεί­ρει το μίσος και τον τρό­μο. Κατα­λή­γει πάντο­τε στην κατα­στρο­φή. Έτσι
ακρι­βώς. Και τόσο προβλέψιμα.

Δες προ­σε­κτι­κά τους ανθρώ­πους που κάθο­νται και
περι­μέ­νουν με την καρ­τέ­λα περα­σμέ­νη στο στή­θος τους. Κοί­τα­ξέ τους πολύ
προ­σε­κτι­κά. Και ύστε­ρα δες αυτό το παιδί.

Είναι μέρος μίας μεγα­λύ­τε­ρης φωτο­γρα­φί­ας που
έχει ως θέμα την εκκέ­νω­ση μίας συνοι­κί­ας Εβραί­ων. Αλλά έκα­μα ζουμ. Και στάθηκα
στο βλέμ­μα του και στην ανά­τα­ση των χεριών του. Από πίσω το όπλο του γερμανού
στρα­τιώ­τη και μπρο­στά το παι­δί. Αυτός είναι ο φασι­σμός και δεν έχει κανείς ούτε
ένα ελαφρυντικό.

Έπει­τα εστί­α­σα σε αυτό το ειρω­νι­κό χαμόγελο.
Του στρα­τιώ­τη που παρα­κο­λου­θεί με προ­φα­νή ικα­νο­ποί­η­ση, τον εξευ­τε­λι­σμό ενός
ανθρώπου.

Το επό­με­νο στά­διο είναι η δια­πό­μπευ­ση. Των όσων
δεν εκπλη­ρώ­νουν τα κρι­τή­ρια. Όσων δεν ται­ριά­ζουν στο προ­κρού­στειο κρε­βά­τι του
φαντα­σια­κού ιδεότυπου.

Και η περι­φο­ρά τους μπρο­στά από τα αδη­φά­γο και
απο­κτη­νω­μέ­νο πλή­θος. Που συγκα­λύ­πτει την ατο­μι­κή του ευθύ­νη μέσα στο συλλογικό
ασυνείδητο.

Σφί­χτη­κε η καρ­διά μου, ένιω­σα αηδία. Διέκοψα
για λίγο την ανά­γνω­ση των φωτο­γρα­φιών και κατέ­φυ­γα στο εσω­τε­ρι­κό αίθριο του
μου­σεί­ου για να πάρω μία ανάσα.

Κοί­τα­ξα κάτω τα
βότσα­λα. Ψιλό­βρε­χε έξω, έχουν αρχί­σει και τα κρύα. Υγρές και γκρί­ζες οι πέτρες
δεν αφή­νουν να φυτρώ­σει τίπο­τα σε ετού­το εδώ το μέρος. 

Επέ­στρε­ψα στην
έκθε­ση. Χάζε­ψα μερι­κές φωτο­γρα­φί­ες με στε­λέ­χη της Γκε­στά­πο να ποζά­ρουν γελαστά
στη γερ­μα­νι­κή ύπαι­θρο. Διά­βα­σα με προ­σο­χή τις λεζά­ντες, τα ονό­μα­τα, τα
κατορ­θώ­μα­τα του καθε­νός. Άλλος κατέ­κα­ψε ανθρώ­πους, άλλος οδή­γη­σε εκα­το­ντά­δες στα
στρα­τό­πε­δα συγκέ­ντρω­σης, άλλος συμ­με­τεί­χε σε δολο­φο­νι­κές επι­θέ­σεις κατά
αμάχων.

Ανα­ρω­τή­θη­κα πώς έφθα­σαν σε αυτές τις θέσεις
όλοι αυτοί. Κάποιος τους ψήφι­σε  κάποιος τους ανέ­δει­ξε, κάποιος παρέ­λει­ψε να
τους εγκα­λέ­σει όταν άρχι­ζαν να εκφρά­ζουν δημο­σί­ως τον παρα­λη­ρη­μα­τι­κό λόγο
τους.

Ύστε­ρα μελέ­τη­σα την ενό­τη­τα για τα στρατόπεδα
συγκέ­ντρω­σης. Όχι, δεν υπάρ­χει κάτι που δεν ήξευ­ρα ή που δεν φαντα­ζό­μουν. Έχω
άλλω­στε επι­σκε­φθεί το Ντα­χά­ου (το σχε­τι­κό ποστ, εδώ) και ποτέ δεν θα το ξεχά­σω όσο ζω. Εντού­τοις, κάθε φορά,
τη νιώ­θω τη γρο­θιά στο στομάχι.

Ο πατέ­ρας μου που τον έχει ζήσει τον πόλεμο,
μου έχει πει ότι κατά τη διάρ­κεια της κατο­χής δεν είχαν ιδέα περί στρατοπέδων
συγκέ­ντρω­σης. Δεν ήξευ­ραν ούτε που οδη­γού­νταν όλοι όσοι συλ­λαμ­βά­νο­νταν, ούτε
βεβαί­ως γνώ­ρι­ζαν περί των φρι­κα­λέ­ων πει­ρα­μά­των, των βασα­νι­στη­ρί­ων και των
φούρ­νων. Όταν τελεί­ω­σε ο πόλε­μος και γύρι­σαν γιο­μά­τοι αγω­νία οι όσοι επέζησαν
από το Άου­σβιτς και το Ντα­χά­ου, τότε μόνο αντι­λή­φθη­κε ο κόσμος το μέγε­θος του
εγκλή­μα­τος. Τη συμ­φο­ρά που προ­κά­λε­σε το μίσος.

Αυτός ο χάρ­της δεί­χνει από που μεταφέρονταν
συλ­λη­φθέ­ντες προς το Άου­σβιτς. Ναι, και από την Ελλά­δα. Από τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, τη
Ρόδο, την Αθή­να, την Κέρ­κυ­ρα και τα Γιάννενα.

Στην Ελλά­δα, αφιε­ρώ­νε­ται και μία πολύ
ενδια­φέ­ρου­σα ενό­τη­τα. Που περι­λαμ­βά­νει φωτο­γρα­φί­ες από τις θηριω­δί­ες στα
ελλη­νι­κά χωριά, από την πεί­να κατά τη διάρ­κεια της κατο­χής και από τον ηρωικό
-ναι, ηρω­ι­κό- τρό­πο που απέ­κρου­σε η χώρα μας το φασισμό.

Ένας ολό­κλη­ρος τοί­χος καλύ­πτε­ται με καρτέλες
των εργα­ζό­με­νων στα Ες Ες και τη Γκε­στά­πο. Πολύ­χρω­μες χαρ­το­νέ­νιες καρ­τέ­λες. Θα
μπο­ρού­σε να είναι και ένα εικα­στι­κό απο­τέ­λε­σμα, μία σύν­θε­ση ενός μοντέρνου
καλ­λι­τέ­χνη. Αλλά είναι απλώς τα φαντά­σμα­τα που στοι­χειώ­νουν ετού­το εδώ το
μέρος.

Δυο-τρία πράγ­μα­τα θέλω να σου δεί­ξω ακό­μη και
θα σε αφή­σω. Το πρώ­το είναι αυτές οι φυσιο­γνω­μί­ες. Είναι γυναί­κες δεσμοφύλακες
και νοσο­κό­μες που υπη­ρέ­τη­σαν σε στρα­τό­πε­δα συγκέ­ντρω­σης. Παρα­τή­ρη­σε τη
σκλη­ρό­τη­τα και την απαν­θρω­πιά στα βλέμ­μα­τά τους. Από ένα σημείο και μετά, εάν
αφή­σεις να σε κατα­λά­βει το μίσος, η όποια ηθι­κή σου υπό­στα­ση ακυ­ρώ­νε­ται. Ένα
κτή­νος γίνεσαι.

Επί­σης να σου δεί­ξω αυτή τη φωτο­γρα­φία από
τις δίκες που ακο­λού­θη­σαν μετά το τέλος του πολέμου.
Οι θαρ­ρα­λέ­οι παλι­κα­ρά­δες κρύ­βουν τώρα τα πρό­σω­πά τους από το φωτο­γρα­φι­κό φακό.
Αλλά δεν πει­ρά­ζει. Έτσι κι αλλιώς κατα­λα­βαί­νεις για τι ανθρωπάρια
πρόκειται.

Και κάτι ακό­μα που θα
βρεις πολύ ενδια­φέ­ρον. Σε αυτό το πλή­θος όλοι χαι­ρε­τούν ναζιστικά.

Όλοι εκτός από έναν.

Και ίσως αυτός ο
ένας, να σώζει κάπως τα προ­σχή­μα­τα για τους Γερ­μα­νούς που δυσκο­λεύ­ο­νται να
αντι­με­τω­πί­σουν συνει­δη­σια­κά αυτή τη δυσβά­στα­χτη ιστο­ρι­κή ενο­χή. Άλλοι είναι σε
φάση άρνη­σης, άλλοι σε φάση αδια­φο­ρί­ας, άλλοι ειλι­κρι­νώς ντρέ­πο­νται για τους
μπα­μπά­δες ή τους παπ­πού­δες τους που συμ­με­τεί­χαν σε αυτό το έγκλημα.

Για το
τέλος, σου άφη­σα ετού­τη τη φωτο­γρα­φία. Ένα ζευ­γά­ρι σε μία τρυ­φε­ρή, ανθρώπινη
στιγ­μή. Από πάνω του, τα σημαιά­κια με τον αγκυ­λω­τό σταυ­ρό. Θα σου την αφήσω
ασχολίαστη.

Ο βαρύς
φθι­νο­πω­ρι­νός ουρα­νός σκέ­πα­σε με θλί­ψη την πόλη. Βγή­κα από το μουσείο
συντε­τριμ­μέ­νος. Αλλά εξαι­ρε­τι­κά σίγου­ρος. Ότι η ιστο­ρι­κή μνή­μη είναι βαρύ
καθή­κον των λαών. Και ότι η υπευ­θυ­νό­τη­τα, η λογι­κή και η ευθυ­κρι­σία δεν είναι
καθό­λου δεδο­μέ­νες. Δυστυ­χώς, καθό­λου δεδομένες.

Εάν είναι να υψώ­σεις στο
μπαλ­κό­νι σου τη σημαία μεθαύ­ριο, ας ξεύ­ρεις του­λά­χι­στον για­τί το κάμεις. Και ας
το κάμεις για τους σωστούς λόγους.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted