Η ομάδα αίματος των καθαρόαιμων Ελλήνων - Φαιακία

Η ομάδα αίματος των καθαρόαιμων Ελλήνων

Σαν τού­τες τις μέρες (8 Σεπτέμ­βρη) πριν από 14 χρό­νια (2000) ο φίλ­τα­τος Βασί­λης Ραφαη­λί­δης άφη­σε τα εγκό­σμια εγκα­τα­στη­μέ­νος για τα καλά στην μνή­μη μας… Την ατο­μι­κή αλλά και την συλλογική… 
Με την υπό­δει­ξη του φίλ­τα­του ΠΑΠ δια­βά­σα­με στον ιστό­το­πο ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ (http://www.koutipandoras.gr) ένα παλιό σημεί­ω­μα του Βασί­λη στο ΕΘΝΟΣ (1987) δια­χρο­νι­κά επί­και­ρο και εντε­λώς (όπως θα έλε­γε και ο Βασί­λης) επι­και­ρι­κό… Το “κλέ­βου­με” και σας το παρουσιάζουμε…

Η ομά­δα αίμα­τος των καθα­ρό­αι­μων Ελλήνων 
ΟΛΕΣ οι συγ­χύ­σεις στην Ελλά­δα ξεκι­νούν από την αδυ­να­μία μας να ξεχωρίσουμε
τις έννοιες «έθνος» και «κρά­τος», που σε καμία περί­πτω­ση δεν είναι συνώ­νυ­μα. Η
λέξη έθνος είναι σαν­σκρι­τι­κής κατα­γω­γής και, στην κυριο­λε­ξία, σημαίνει
«ομαι­μο­σύ­νη», δηλα­δή ομοιό­τη­τα του αίμα­τος των ανθρώ­πων που ανή­κουν στην ίδια
φυλε­τι­κή ομάδα.
Είναι φανε­ρό, όμως, πως για να δια­τη­ρή­σει» την «καθα­ρό­τη­τα» του αίμα­τός της
μια φυλή, και συνε­πώς να λει­τουρ­γή­σει σαν μια ευρεία οικο­γέ­νεια, όπου όλα τα
μέλη της θα είναι στε­νοί ή μακρι­νοί συγ­γε­νείς, πρέ­πει αυτή η φυλή να είναι
καταρ­χήν ενδο­γα­μι­κή, δηλα­δή τα μέλη της να παντρεύ­ο­νται μετα­ξύ τους και οι
επι­μει­ξί­ες με αλλό­φυ­λους να απα­γο­ρεύ­ο­νται αυστη­ρά. Αλλά κάτι τέτοιο θα μπορούσε
να συμ­βεί μόνο σε πολύ κλει­στές και πολύ πρω­τό­γο­νες κοινωνίες.
Σήμε­ρα, που­θε­νά στον κόσμο δεν υπάρ­χουν «καθα­ρές» εθνό­τη­τες, διό­τι δεν
υπάρ­χουν κλει­στές κοι­νω­νί­ες. ΕΙΝΑΙ αυτο­νό­η­το, πως κανείς νομο­θέ­της εδώ και τρεις
χιλιά­δες χρό­νια δε θα μπο­ρού­σε να δια­φυ­λά­ξει την «καθα­ρό­τη­τα» του αίμα­τος μιας
φυλής. Άλλω­στε, οι άνθρω­ποι δεν είναι άλο­γα ράτσας, ταγ­μέ­να στις ιπποδρομίες,
ώστε να φρο­ντί­ζου­με για την καθα­ρό­τη­τα του αίμα­τός τους.


Και ωστό­σο, δεν έλει­ψαν ποτέ οι μικρό­νο­ες που αντι­με­τω­πί­ζουν τον άνθρω­πο σαν
ζώο, περιο­ρι­σμέ­νο σ’ ένα οιο­νεί αναπαρα­γωγικό ιππο­φορ­βείο. Και ο ρατσισμός
είναι αυτό ακρι­βώς: Μια μετα­φυ­σι­κή και αυτό­χρη­μα παρα­νοϊ­κή πίστη στην
«καθα­ρό­τη­τα του αίμα­τος της φυλής» -μια καθα­ρό­τη­τα που εδώ και τρεις χιλιάδες
χρό­νια ανή­κει στην περιο­χή του μύθου.

Αυτή η ολο­φά­νε­ρα ανό­η­τη πίστη, η τόσο
δια­δε­δο­μέ­νη ωστό­σο, μας κάνει να νομί­ζου­με πως ο «χόμο σάπιενς» έχει να διανύσει
πολύ δρό­μο ακό­μα, προ­κει­μέ­νου να γίνει όντως σοφός. Και εν πάση περι­πτώ­σει, απ’
τον «χόμο. σάπιενς» πρέ­πει να απο­κλει­στούν εξαρ­χής οι ρατσι­στές, που εδώ σε μας
πήραν το ψευ­δώ­νυ­μο «εθνι­κό­φρο­νες».


Που σημαί­νει «άνθρω­ποι που φρο­νούν – σκέ­φτο­νται – εθνι­κά». Αλλά για να
σκέ­φτε­σαι εθνι­κά πρέ­πει να σκέ­φτε­σαι… αιμα­το­λο­γι­κά. Δηλα­δή, πρέ­πει να πιστεύεις
πως το αίμα σου έχει μια ειδι­κή ποιό­τη­τα, οπωσ­δή­πο­τε καλύ­τε­ρη απ” την ποιότητα
οποιου­δή­πο­τε άλλου που ανή­κει σε άλλη… ομά­δα (εθνι­κού) αίματος.
Ο ρατσι­σμός, λοι­πόν, είναι φασι­σμός. Και ο φασι­σμός είναι πρωτογονισμός,
ακρι­βώς για­τί είναι ρατσι­σμός. Για ράτσες μιλούν σήμε­ρα μόνο οι ζωο­λό­γοι, οι
κτη­νί­α­τροι και οι κρε­τί­νοι. Κάθε «εθνι­κό­φρων» λοι­πόν κρύ­βει μέσα του ένα
φασίστα.
Φυσι­κά, δεν είναι καθό­λου τυχαίο που τα φασι­στι­κά καθε­στώ­τα στη­ρί­χτη­καν στους
«εθνι­κό­φρο­νες». Ούτε είναι τυχαίο ακό­μα, που η εθνι­κο­φρο­σύ­νη έχει την τάση να
πυκνώ­νει όσο προ­χω­ρού­με προς τα δεξιά του πολι­τι­κού φάσμα­τος. Από δω και η
λογι­κό­τα­τη άπο­ψη, πως η κου­τα­μά­ρα πολώ­νε­ται προς τα δεξιά – χωρίς, δυστυ­χώς, να
είναι απο­κλει­στι­κό της προνόμιο.
Διό­τι υπάρ­χει και μια… αρι­στε­ρή κου­τα­μά­ρα. Αλλά του­λά­χι­στον αυτή δεν έχει
την… αιματολο­γική καθα­ρό­τη­τα της δεξιάς κου­τα­μά­ρας, που είναι πολύ πιο
εκνευ­ρι­στι­κή και, φυσι­κά, πολύ πιο επικίνδυνη.
Ανά­με­σα σε δύο ηλί­θιους θα διά­λε­γα τον αρι­στε­ρό ηλί­θιο απ΄τον οποίο κινδυνεύω
λιγό­τε­ρο, παρό­τι η ηλι­θιό­τη­τα καθαυ­τή είναι έτσι κι αλλιώς επι­κίν­δυ­νη. Και για
να μη δημιουρ­γη­θούν παρα­νο­ή­σεις, πρέ­πει να τονί­σου­με πως η ηλι­θιό­τη­τα είναι
ιδιό­τη­τα υπαρ­ξια­κή και υπερ­κομ­μα­τι­κή. Κι αλί­μο­νο στον έξυ­πνο αρι­στε­ρό που θα
συγκρου­στεί με βλά­κα αρι­στε­ρό. Είναι από χέρι χαμέ­νος, για­τί η βλα­κεία έχει τη
δύνα­μη να μετα­κι­νεί όρη, όπως ακρι­βώς και η πίστη.
ΤΟ ΕΘΝΟΣ, λοι­πόν, είναι ένας αρχαϊ­σμός και ένας ατα­βι­σμός. Επι­βιώ­νει ως
έννοια για να δημιουρ­γεί στα απλοϊ­κά μυα­λά την ψευ­δαί­σθη­ση της συνο­χής και της
συνέ­χειας μιας μικρής ή μεγά­λης ομά­δας ανθρώ­πων, που συνε­χί­ζουν να πιστεύουν,
για­τί έτσι θέλουν, πως ανή­κουν σε μια πολύ μεγά­λη οικο­γέ­νεια με κοινό
γενάρχη.
Κάπο­τε, ωστό­σο, η έννοια της εθνό­τη­τας έπαι­ζε έναν πολύ σοβα­ρό ρόλο.
Πράγ­μα­τι, η οργά­νω­ση της ανθρώ­πι­νης κοι­νω­νί­ας άρχι­σε με τη συσ­σω­μά­τω­ση των
ατό­μων σε ομά­δες ευρύ­τε­ρες της μικρής, τυπι­κής οικο­γέ­νειας, οι οποί­ες αποτελούν
μια ευρεία, αιμα­το­συγ­γε­νι­κή οικο­γέ­νεια. Τού­τες οι ομά­δες ανέ­πτυ­ξαν έναν κοινό
πολι­τι­σμό στη βάση μιας κοι­νής γλώσσας.
Με τους αιώ­νες, η αιμα­το­συγ­γέ­νεια, με τις συνε­χείς επι­μει­ξί­ες, έπαι­ζε ολοένα
και μικρό­τε­ρο ρόλο, ενώ αντί­θε­τα τα πολι­τι­στι­κά δεδο­μέ­να, που είχαν αρχί­σει να
εμφα­νί­ζο­νται στο στά­διο της αιμα­το­συγ­γέ­νειας, δια­τη­ρή­θη­καν και ανα­πτύ­χθη­καν, για
να απο­τε­λέ­σουν στη συνέ­χεια, αυτά και μόνο, τα ειδι­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά μιας
εθνότητας.
Μ’ άλλα λόγια, η έννοια της εθνό­τη­τας υπάρ­χει και σήμε­ρα, αλλά είναι καθαρά
και απο­κλει­στι­κά πολι­τι­στι­κή. Συνε­πώς, μέλη μιας συγκε­κρι­μέ­νης εθνό­τη­τας είναι
άνθρω­ποι που έχουν ένα συγκε­κρι­μέ­νο κοι­νό πολι­τι­σμό, που δια­φέ­ρει απ’ τον
πολι­τι­σμό μιας άλλης εθνό­τη­τας. Όμως, με την όσμω­ση ανά­με­σα στους λαούς που
επέ­φε­ρε η βελ­τί­ω­ση και στις μέρες μας η καλ­πα­στι­κή ανά­πτυ­ξη των επι­κοι­νω­νιών και
των συγκοι­νω­νιών, οι πολι­τι­στι­κές ιδιαι­τε­ρό­τη­τες άρχι­σαν να ατο­νούν και να
τεί­νουν προς μια ισο­πέ­δω­ση, που κανέ­να διοι­κη­τι­κό μέτρο δε θα ήταν δυνα­τό να την
ανακόψει.
Για να περιο­ρι­στού­με στον κινη­μα­το­γρά­φο και μόνο, σήμε­ρα γνω­ρί­ζου­με τόσο καλά
τα αμε­ρι­κα­νι­κά ήθη εξαι­τί­ας της πλη­θώ­ρας των αμε­ρι­κά­νι­κων ται­νιών που έχουμε
δει, όσο δε γνω­ρί­ζου­με τα εγχώ­ρια ήθη. Ο πολι­τι­στι­κός ιμπε­ρια­λι­σμός είναι μια
πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Αλλά προ­σω­πι­κά δε βρί­σκω τίπο­τα το μεμ­πτό σ’ αυτή τη μορφή
ιμπε­ρια­λι­σμού, που ωστό­σο ακο­λου­θεί, όπως η ουρά το κεφά­λι, τον κυρί­ως ειπείν
ιμπε­ρια­λι­σμό (τον οικονομικό).
Εφό­σον, δηλα­δή, η Αμε­ρι­κή κυριαρ­χεί οικο­νο­μι­κά στο Δυτι­κό κόσμο, είναι φυσικό
να κυριαρ­χεί και πολι­τι­στι­κά. Και δεν υπάρ­χει κανέ­νας τρό­πος να ανα­χαι­τι­στεί η
πολι­τι­στι­κή της κυριαρ­χία, αν προη­γου­μέ­νως δεν ανα­χαι­τι­στεί η οικο­νο­μι­κή. Τον
πολι­τι­σμό τον δημιουρ­γούν πάντα οι οικο­νο­μι­κά ισχυ­ρό­τε­ροι. Κι αυτό που λέγεται
«λαϊ­κός πολι­τι­σμός» ανα­φέ­ρε­ται μόνο και απο­κλει­στι­κά σε κλει­στές κοινωνικές
ομά­δες, κυρί­ως αγροτικές
Αλλά τού­τη η κλει­στό­τη­τα, το ξέρου­με καλά, είναι εντε­λώς αδύ­να­τη σήμε­ρα. Και
μόνο η τηλε­ό­ρα­ση είναι επαρ­κής παρά­γων για να εισβά­λει ο ένας πολι­τι­σμός μέσα
στον άλλο και να δημιουρ­γη­θεί ένα αξε­διά­λυ­το πολι­τι­στι­κό μπέρ­δε­μα, που στη
μετα­βα­τι­κή περί­ο­δο που περ­νά­με σήμε­ρα μπο­ρεί να μας ενο­χλεί, αλλά τους ανθρώπους
του 21ου αιώ­να είναι βέβαιο πως δε θα τους ενο­χλεί καθόλου.
Οι πολι­τι­σμοί, άλλω­στε, δεν είναι για να φυλα­κί­ζο­νται στα μου­σεία, αλλά για
να κυκλο­φο­ρούν, να ενο­ποιού­νται και να δημιουρ­γούν τη χωρίς σύνο­ρα πανανθρώπινη
κοι­νω­νία. Το τι είδους κοι­νω­νι­κό καθε­στώς θα έχει αυτή η υπε­ρε­θνι­κή κοι­νω­νία του
άμε­σου μέλ­λο­ντος είναι ένα άλλο ζήτη­μα, που ξεπερ­νά­ει τα όρια αρμο­διό­τη­τας της
επι­στή­μης της Εθνο­λο­γί­ας και μετα­τί­θε­ται στην περιο­χή της αρμο­διό­τη­τας των
επι­στη­μών της Κοι­νω­νιο­λο­γί­ας και της Πολι­τι­κής Οικονομίας.
ΛΟΙΠΟΝ, κάτω από συν­θή­κες αυξα­νό­με­νης πολι­τι­στι­κής όσμω­σης, το να μιλάει
κανείς για «εθνι­κή καθα­ρότητα» ακό­μα και με την ελα­στι­κή πολι­τι­στι­κή έννοια
είναι τόσο αστείο, όσο περί­που και το να μιλά­ει για «εθνι­κή καθα­ρό­τη­τα» με την
πανάρ­χαια αιμα­το­λο­γι­κή έννοια. Διό­τι, δε σμί­γουν μόνο τα αίμα­τα, αλλά και τα
ήθη, και τα έθι­μα, και οι νόμοι, και οι θεσμοί και οι ιδέες.
Σήμε­ρα, το πεδίο δρά­σε­ως, τόσο της οικο­νο­μί­ας όσο και των ιδε­ών είναι η
υδρό­γειος σφαί­ρα. Μια μέρα, τα εθνι­κά σύνο­ρα θα καταρ­ρεύ­σουν οπωσ­δή­πο­τε, και
μάλι­στα χωρίς να το επι­διώ­ξει κανείς συνει­δη­τά. Η ανθρώ­πι­νη κοι­νω­νία, από τότε
που εμφα­νί­στη­κε, βαδί­ζει συνε­χώς και αδιά­λει­πτα προς την ενο­ποί­η­ση. Που δε θα
ολο­κλη­ρω­θεί, αν όλοι οι άνθρω­ποι ολό­κλη­ρης της Γης δεν αισθαν­θούν πως ανήκουν
στην ίδια εθνό­τη­τα, δηλα­δή την κοι­νό­τη­τα όλων των ανθρώ­πων, ολό­κλη­ρης της
Γης.
Πρό­κει­ται για ένα ιδα­νι­κό κοι­νό και στο χρι­στια­νι­σμό και στο μαρ­ξι­σμό και
στον καπι­τα­λι­σμό. Μόνο που ο καθέ­νας τους αντι­λαμ­βά­νε­ται τού­τη την ενό­τη­τα στη
βάση μιας δια­φο­ρε­τι­κής ιδε­ο­λο­γί­ας και κοσμο­θε­ω­ρί­ας. Και, βέβαια, αυτή η ενότητα
δε θα είναι ούτε πλή­ρης ούτε στα­θε­ρή αν δε συντε­λε­στεί στη βάση της οικονομικής
ενό­τη­τας, που είναι η ανα­γκαία προ­ϋ­πό­θε­ση για κάθε άλλης μορ­φής ενότητα.
Ακό­μα και στην πατρι­κή οικο­γέ­νεια δεν είναι δυνα­τό να υπάρ­ξει ενό­τη­τα αν τη
συνο­χή της τη δια­βρώ­νουν παρά­γο­ντες οικο­νο­μι­κής τάξε­ως. Ο μαρ­ξι­σμός δεν είναι
τίπο­τα περισ­σό­τε­ρο από μια εμφα­τι­κή επι­σή­μαν­ση της πρω­ταρ­χι­κό­τη­τας του
οικο­νο­μι­κού παρά­γο­ντα στα πάντα. Και είναι κωμι­κό να τον αμφι­σβη­τούν άνθρωποι
που ολό­κλη­ρη τη ζωή τους τη δομούν γύρω από ένα χρη­μα­το­κι­βώ­τιο, και και μια φορά
γύρω από μια και μονα­δι­κή λίρα ή από έναν κηπά­κο ευτε­λούς αξίας.

Αν το έθνος είναι μια έννοια που ανή­κει πλέ­ον στην αρχαιο­λο­γία της σκέψης,
πράγ­μα που δημιουρ­γεί την ανά­γκη της επι­κά­λυ­ψης της απ’ την πάντα δρώσα
επι­και­ρό­τη­τα του συναι­σθή­μα­τος (μόνο το συναί­σθη­μα θα δικαιο­λο­γού­σε την
προ­σκόλ­λη­σή μας στην έννοια της εθνό­τη­τας, που κατά­ντη­σε έννοια περίπου…
ερω­τι­κή), η έννοια του κρά­τους, αντί­θε­τα, είναι πάντα επί­και­ρη και πάντα
δρώσα.

Το κρά­τος σε καμιά περί­πτω­ση δεν είναι συνώ­νυ­μο του έθνους. Όπως ήδη
αντι­λη­φθή­κα­με, το έθνος είναι έννοια εξαι­ρε­τι­κά πλα­τιά – τόσο πλα­τιά που να
ξεχει­λώ­νει από παντού και κανείς να μην μπο­ρεί να τη συμ­μα­ζέ­ψει. Άλλω­στε, κανείς
μελε­τη­τής δεν κατά­φε­ρε να δώσει έναν σαφή ορι­σμό της έννοιας «έθνος».


Πώς θα ήταν δυνα­τό να ορι­στούν με σαφή­νεια τα συναι­σθή­μα­τα; Η έκφρα­ση, για
παρά­δειγ­μα, «αγα­πώ την Ελλά­δα» (νοού­με­νη ως έθνος) δεν έχει μεγα­λύ­τε­ρη αξία από
την έκφρα­ση «αγα­πώ τη Μαρία». Και οι δύο εκφρά­σεις είναι το ίδιο δυσπερίγραπτες
λο­γικά, για­τί είναι το ίδιο συναισθηματικές.
Και επει­δή κάτι πρέ­πει ν’ αγα­πά­ει κανείς σε τού­το τον κόσμο, όταν δεν είναι
σε θέση να αγα­πή­σει τις γυναί­κες (και οι γυναί­κες τους άντρες) κατα­λή­γει τελικά
ν’ αγα­πή­σει μέχρι παρα­φρο­σύ­νης… τη σημαία, το στέμ­μα και άλλα τέτοια φετίχ,
απο­δει­κνυό­με­νος γνή­σιος ειδω­λο­λά­τρης. Παρά ταύ­τα, έχει την αξί­ω­ση να τον
αντι­με­τω­πί­ζου­με ως πολι­τι­σμέ­νο άνθρω­πο. Ε, όχι. Πάει πολύ. Είναι τόσο βάρβαρος,
όσο και ο Αφρι­κα­νός ανθρωποφάγος.
Για­τί, αν δεν ήταν ανθρω­πο­φά­γος δε θα επι­θυ­μού­σε να «φάει τον εχθρό», ή να
τον «πετά­ξει στη θάλασ­σα» (δηλα­δή να τον πνί­ξει σαν γατί) ή να του «πιει το
αίμα» σαν βρι­κό­λα­κας. Ας το κατα­λά­βου­με καλά: Ο εθνι­κι­σμός είναι πρωτογονισμός
και βαρ­βα­ρό­τη­τα, κυρί­ως όταν ο «εθνι­κό­φρων» είναι τόσο βλαξ, που να μην μπορεί
να κατα­λά­βει πως πίσω απ’ αυτό τον πρω­τό­γο­νο συναι­σθη­μα­τι­σμό κρύ­βο­νται τα πεζά
σχέ­δια τον οικο­νο­μι­κά ισχυρών.
Η ομη­ρι­κή λέξη κρά­τος, λοι­πόν, σημαί­νει στην κυριο­λε­ξία ισχύς, δύναμη,
εξου­σία, βία, κυριαρ­χία. (Η λέξη παρά­γε­ται απ» το ρήμα κρα­τώ που σημαί­νει είμαι
ισχυ­ρός, είμαι δυνα­τός, είναι κυρί­αρ­χος.) Αν το έθνος είναι έννοια
συναι­σθη­μα­τι­κή, που έγι­νε τέτοια από εκπε­σμό του αρχι­κού φυλε­τι­κού και στη
συνέ­χεια του πολι­τι­στι­κού της περιε­χο­μέ­νου, το κρά­τος είναι έννοια λογι­κή μέχρι
παραλογισμού.
Τίπο­τε δεν είναι πιο υπαρ­κτό, πιο βασα­νι­στι­κό και πιο κατα­πιε­στι­κό απ’ το
σύγ­χρο­νο κρά­τος, σ’ όλες του τις μορ­φές. Σε τελι­κή ανά­λυ­ση, κρά­τος είναι οι
νόμοι του κρά­τους, οι χωρο­φύ­λα­κες του κρά­τους, οι δεσμο­φύ­λα­κες του κρά­τους. Και
οι… παπά­δες του κρά­τους, στην περί­πτω­ση που οι παπά­δες πλην της πνευματικής
θέλουν να ασκούν και κοσμι­κή εξου­σία, καλή ώρα σαν τους δικούς μας δεσποτάδες,
που ολο­έ­να και περισ­σό­τε­ρο απο­μα­κρύ­νο­νται απ’ τό πνεύ­μα και ολο­έ­να και
περισ­σό­τε­ρο πλη­σιά­ζουν το… οινό­πνευ­μα. (Το καλό κρα­σί θέλει και καλό φαΐ, λέει ο
λαός.)
Παρό­λο που το κρά­τος στη­ρί­ζε­ται συναι­σθη­μα­τι­κά στο έθνος, στις περιπτώσεις
εκεί­νες που, όπως εδώ, δεν μπο­ρεί να στη­ρι­χτεί σ’ αυτό ούτε φυλε­τι­κά ούτε
πολι­τι­στι­κά, αδια­φο­ρεί πλή­ρως για το έθνος. Και μη μου πεί­τε πως οι υδροκέφαλοι
«κρα­τι­κοί λει­τουρ­γοί» εδώ στην Ελλά­δα των Ελλή­νων κομπι­να­δό­ρων πιστεύ­ουν έστω
και μια λέξη απ’ αυτά, που λένε στους εκφω­νού­με­νους κατά τις εθνι­κές επετείους
λόγους.
Πρό­κει­ται, απλώς, για λόγια παχιά που απευ­θύ­νο­νται σε εγκέ­φα­λους αδύνατους.
Και καμιά φορά, πρό­κει­ται για λόγια παχιά που κυο­φο­ρού­νται σε εγκέφαλους
αδύ­να­τους και απευ­θύ­νο­νται σε εγκέ­φα­λους το ίδιο αδύ­να­τους. (Είναι η περίπτωση
των «εθνι­κών» άλο­γων λόγων του Γ. Παπα­δό­που­λου και των περί αυτόν
κρετίνων.).
ΚΑΠΟΥ, λοι­πόν, τα πράγ­μα­τα έχουν μπλέ­ξει επι­κίν­δυ­να. Τόσο που εδώ στην Ελλάδα
να μην ξέρου­με πια που στα­μα­τά­ει το κρά­τος και που αρχί­ζει το έθνος – και
αντί­στρο­φα. Έτσι, τα κρα­τι­κά τα βαφτί­ζου­με εθνι­κά, ενώ τα εθνι­κά δεν είναι παρά
κρα­τι­κά. Κουλουβά­χατα, κατά το δη λεγό­με­νο. Μ’ άλλα λόγια, ακό­μα δεν καταλάβαμε
πως Έλλη­νας, έτσι πεζά, είναι ο καθέ­νας που έχει την ελλη­νι­κή υπη­κο­ό­τη­τα, που
υπα­κού­ει, δηλα­δή, στους νόμους του ελλη­νι­κού κρά­τους, άσχε­τα απ’ τη φυλε­τι­κή του
προέλευση.
Εν τού­τοις θέλου­με τους Έλλη­νες να υπακού­ουν και στους «νόμους του αίματος»,
ως γνή­σιοι Αφρι­κα­νοί. Και παρά ταύ­τα δε μας πετούν με τις κλω­τσιές απ’ την ΕΟΚ,
κι απ’ όπου αλλού υπάρ­χουν πολι­τι­σμέ­νοι άνθρωποι.
Ο Γερά­σι­μος Κακλα­μά­νης στο επί­μο­χθο και σχο­λα­στι­κά τεκ­μη­ριω­μέ­νο έργο του «Επί
της δομής του Νεο­ελ­λη­νι­κού Κρά­τους» (έκδο­ση του συγ­γρα­φέα) λέει: «Η συνεπής
επι­δί­ω­ξη της θρη­σκευ­τι­κής κλει­στό­τη­τας στην τουρ­κο­κρα­τία, ενώ δια­τή­ρη­σε την
εθνι­κή συνεί­δη­ση μεγά­λων τμη­μά­των του ανά την Μικρά Ασία ελλη­νι­σμού, επί των
Βαλ­κα­νί­ων επέ­φε­ρε ένα αξε­διά­λυ­το συνει­δη­σια­κό μείγ­μα μετα­ξύ Ελλή­νων, Σλάβων,
Βλά­χων, Αλβα­νών», κλπ.
Και συνε­χί­ζει: «Η κατά­στα­ση του νεο­ελ­λη­νι­κού εθνι­σμού των πρώτων
επα­να­στα­τι­κών χρό­νων ήταν η συνει­δη­σια­κή πολ­λα­πλό­τη­τα δια­φό­ρων τμη­μά­των του
ελλη­νι­σμού και συνε­πώς η μη ύπαρ­ξη συγκε­κρι­μέ­νης ιδε­ο­λο­γί­ας». Και διερωτάται
ευλό­γως: «Ποια εξω­τε­ρι­κή πολι­τι­κή μπο­ρεί να έχει μια χώρα μειο­νο­τή­των;». Και
διευ­κρι­νί­ζει αλλού: «Οι πολι­τι­κοί δε δημιουρ­γούν Ιστο­ρία. Απλώς την
υπηρετούν».

Εδώ όμως, ούτε ο λαός δημιουρ­γεί ενσυ­νεί­δη­τα Ιστο­ρία. Διό­τι υπη­ρε­τεί τους
πολι­τι­κούς και όχι τον εαυ­τό του. Και η νεο­ελ­λη­νι­κή Ιστο­ρία δεν υπα­κού­ει σε
καμιά πρό­θε­ση. Απλώς, ανα­φύ­ε­ται τυχαία και ανα­γκαία, όπως το χορ­τα­ρά­κι στους
αγρούς. Η νεο­ελ­λη­νι­κή Ιστο­ρία είναι… αγρο­τι­κή ιστο­ρία στην πιο απόλυτη
κυριολεξία.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted