η λήθη των ηλιθίων - Φαιακία

η λήθη των ηλιθίων

O φίλ­τα­τος ΠΑΠ και αυτές τις ώρες κατα­φέρ­νει να μας σκα­λί­ζει τη μνή­μη και το μυα­λό μας…

The greek paradigm ή η λήθη των ηλιθίων

Με αφορ­μή το εύστο­χο άρθρο του πιτσι­ρί­κου με τίτλο “ο λιγ­μέ­νος και ο εξε­λιγ­μέ­νος”, ήθε­λα να παρα­τη­ρή­σω ότι η κίνη­ση του ΓΑΠ δεν έχει σχο­λια­στεί διε­ξο­δι­κά, όσο ίσως θα επέ­βαλ­λε η εμπει­ρία μας και το πολι­τι­κό μας κριτήριο.
Καλό λοι­πόν θα ήταν να μην παρα­μέ­νου­με μόνο στα γέλια και στη φαι­δρό­τη­τα που αναμ­φι­σβή­τη­τα προ­κα­λεί η πηγαία ιδιω­τεία με την οποία ο ίδιος εκφρά­ζε­ται για τα πολι­τι­κά και κοι­νω­νι­κά ζητή­μα­τα, η πλειο­νό­τη­τα των οποί­ων ξεπερ­νά­ει το επί­πε­δο των δυνα­το­τή­των του, ούτε να ερμη­νεύ­ου­με τη “πρω­το­βου­λία” του σαν έκφρα­ση του απύθ­με­νου θρά­σους που ανα­δει­κνύ­ει συνε­χί­ζο­ντας να υπο­τι­μά­ει τη νοη­μο­σύ­νη και να δοκι­μά­ζει τις αντο­χές του ελλη­νι­κού λαού.
Και αυτό επει­δή η “πρω­το­βου­λία” δεν είναι δική του. Απλά ο ίδιος απο­τε­λεί το εύκο­λο, φτη­νό και κακό­γου­στο εργα­λείο της, προ­κει­μέ­νου να μην φανούν από τη πρώ­τη στιγ­μή οι βαθύ­τε­ρες σκο­πι­μό­τη­τες των σχε­δια­στών της.
Άλλω­στε μια τέτοια πρά­ξη αν ξεκι­νού­σε από κάποιους περισ­σό­τε­ρο σοβα­ρό­τε­ρους υπαλ­λή­λους του πολι­τι­κού συστή­μα­τος θα κινού­σε υπο­ψί­ες και θα απο­κά­λυ­πτε πρώ­ι­μα τις κρυ­φές επι­διώ­ξεις, που κρύ­βο­νται πίσω από αυτή.
Φαντά­ζο­μαι ότι οι περισ­σό­τε­ροι σκε­πτό­με­νοι έχουν απο­δε­χθεί φυσι­κά το γεγο­νός ότι η ιδιω­τεία του δεν εμπό­δι­σε το σύστη­μα να τον περι­φέ­ρει με την ιδιό­τη­τα του ειδή­μο­να, του πρώ­ην πρω­θυ­πουρ­γού και του εν ενερ­γεία προ­έ­δρου της “σοσια­λι­στι­κής διε­θνούς” (κάτι λεί­πει εδώ πχ: απά­της, αλη­τεί­ας, κοροϊ­δί­ας κλπ) ως γυρο­λό­γο ομι­λη­τή από πανε­πι­στή­μιο σε πανε­πι­στή­μιο – απο­κα­λύ­πτο­ντας με την ευκαι­ρία αυτή το κύρος και τη σοβα­ρό­τη­τα της εκπαί­δευ­σης που αυτά προ­σφέ­ρουν – από φόρουμ σε φόρουμ και να ξευ­τε­λί­ζει τη χώρα, μέσα από τις ανα­λύ­σεις του ανα­φο­ρι­κά με το “πει­ρα­μα­τό­ζωο Ελλά­δα”, εξα­σφα­λί­ζο­ντας του ταυ­τό­χρο­να και τη πολι­τι­κή “κάθαρ­ση” από τις πρά­ξεις του, μαζί με το άλλο­θι της ενερ­γη­τι­κής “επι­στρο­φής” στη χώρα των ηλι­θί­ων (όπως μας θεω­ρούν, συλ­λή­βδην υπο­τι­μώ­ντας μας).
Φαντά­ζο­μαι επί­σης ότι έχει πλέ­ον γίνει αντι­λη­πτό, ότι τα κέντρα εξου­σί­ας όχι μόνο δεν αιφ­νι­διά­στη­καν, όπως έδει­ξαν στις Κάν­νες, αλλά μπρο­στά στα αδιέ­ξο­δα που συνα­ντού­σαν, είχαν προ­ε­τοι­μά­σει για λογα­ρια­σμό του την ηρω­ι­κή διέ­ξο­δο, με τη γνω­στή υπό­θε­ση του δημο­ψη­φί­σμα­τος – που λίγο έλει­ψε να δοθεί στη πρά­ξη αυτή “πατριω­τι­σμού και αυτα­πάρ­νη­σης”, από τους Financial Times, διά­στα­ση παρό­μοια με εκεί­νη που έδω­σε ο John Reed περι­γρά­φο­ντας την Οκτω­βρια­νή επα­νά­στα­ση, με το βιβλίο του “Δέκα μέρες που συγκλό­νι­σαν τον κόσμο”, με λιγό­τε­ρες φυσι­κά μέρες – έτσι ώστε το δημο­ψή­φι­σμα να απο­τε­λέ­σει την αφε­τη­ρία της ίδρυ­σης του νέου κόμ­μα­τος και για όσους δεν το κατά­λα­βαν και μετε­κλο­γι­κή δέσμευ­ση για όποιο κόμ­μα θέλει να βγά­λει τη χώρα από το σημε­ρι­νό αδιέξοδο.

Φυσι­κά για να πετύ­χουν όλα αυτά απα­ραί­τη­το ήταν να βρε­θεί όχι μόνον ένας Παπα­δή­μος, που είχε πρό­σφα­τα συντα­ξιο­δο­τη­θεί, αλλά και ένας Καρα­τζα­φέ­ρης που γι αυτό είχε επι­με­λώς δημιουρ­γη­θεί, πάντα με τη σφρα­γί­δα του αυτο­δη­μιούρ­γη­του, όπως και ένας Σαμα­ράς, ο οποί­ος ήταν πάντα δια­θέ­σι­μος ως εφε­δρεία λόγω της λήθης των ηλιθίων.

Αυτό που έλλει­πε από τον αρχι­κό σχε­δια­σμό, αλλά ανε­φύη ευκό­λως και προ­σε­φέρ­θη αγογ­γύ­στως, ήταν ένας διά­δο­χος του καταρ­ρέ­ο­ντος και προς εγκα­τά­λει­ψη πολι­τι­κού κόμ­μα­τος, που είχε προ­κα­λέ­σει το κοι­νό αίσθη­μα και τη λαϊ­κή οργή, δηλα­δή του ΠΑΣΟΚ, το οποίο έμελ­λε να γίνει κφυ­λι­ζό­με­νο και απερ­χό­με­νο, ως το ΠΑΣΟΚ του οποιου­δή­πο­τε άλλου εκτός από ‘εκεί­νο του Ανδρέα”, μιας και η “πασο­κι­κή κουλ­τού­ρα” έπρε­πε να δια­τη­ρη­θεί άθι­κτη και άφθαρ­τη στη συλ­λο­γι­κή κοι­νω­νι­κή συνεί­δη­ση για να συνε­χί­ζει να απο­τε­λεί τη δια­χρο­νι­κά απο­τε­λε­σμα­τι­κή πλατ­φόρ­μα, διευ­κό­λυν­σης των μετα­γε­νέ­στε­ρων πολι­τι­κών εξελίξεων.
Μην αυτα­πα­τά­στε, σε αυτήν ακρι­βώς ανα­φέ­ρο­νται όλοι όσοι και όταν μιλά­νε με περίσ­σιο σεβα­σμό για τον ιδρυ­τή του, ακό­μη και όταν εμφα­νί­ζο­νται ως αμεί­λι­κτοι κρι­τές και κατα­πέλ­τες της πολι­τι­κής κλη­ρο­νο­μιάς. Προ­σέξ­τε ότι κανείς δεν θίγει ποτέ την ουσία της παι­δεί­ας μέσα στην οποία γαλου­χή­θη­καν οι γενιές της μετα­πο­λί­τευ­σης, όπως είναι της μόδας να λέγεται.
Λες και η μετα­πο­λί­τευ­ση είναι καθο­λι­κή ευθύ­νη όλων των άλλων εκτός του ΠΑΣΟΚ, το οποίο αν θα είχε υπο­στεί λιγό­τε­ρη ξετσί­πω­τη φθο­ρά θα είχε το θρά­σος να απαι­τή­σει να της δοθεί το όνο­μά του σαν εναλ­λα­κτι­κή ονο­μα­σία, δηλα­δή η μετα­πο­λί­τευ­ση = ΠΑΣΟΚ(ική) εποχή.
Ο διά­δο­χος προ­κει­μέ­νου να ηγη­θεί του θνη­σι­γε­νούς ΠΑΣΟΚ, που ακο­λού­θη­σε εκεί­νο της επί τρεις του­λά­χι­στον δεκα­ε­τί­ες προ­πα­ρα­σκευα­στι­κής φάσης του “greek paradigm”, επι­λέ­χθη­κε αρκε­τά εύκο­λα μετα­ξύ των δελ­φί­νων, διό­τι οι σχε­δια­στές των πολι­τι­κών συμπε­ρι­φο­ρών και εξε­λί­ξε­ων γνω­ρί­ζουν να αξιο­ποιούν προς το συμ­φέ­ρον τους πρό­σω­πα των οποί­ων τις αδυ­να­μί­ες γνω­ρί­ζουν και αξιο­λο­γούν, περισ­σό­τε­ρο ακό­μη και από τις ικα­νό­τη­τές τους.
Ο εγω­ι­σμός, ο μεγα­λοϊ­δε­α­τι­σμός, η αλα­ζο­νεία που συγκε­ντρώ­νο­νται στο πλη­θω­ρι­κό πρό­σω­πο του Βενι­ζέ­λου, απο­τε­λού­σαν τα κατάλ­λη­λα εχέγ­γυα στη συγκε­κρι­μέ­νη περίπτωση.
Όπερ και εγέ­νε­το. Όλα αυτά θα πει κανείς ότι ανή­κουν στο παρελ­θόν και είναι με κάποιες ίσως δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις ήδη γνω­στά. Καμία αντίρ­ρη­ση. Άλλω­στε δε χρειά­ζε­ται ιδιαί­τε­ρη ευφυ­ΐα να αντι­λη­φθεί κανείς ότι το σύστη­μα έχει επι­δο­θεί προ πολ­λού στο να κατα­σκευά­ζει διά­φο­ρα ΠΑΣΟΚ, στη θέση του ΠΑΣΟΚ, επει­δή η μπο­γιά του προη­γού­με­νου έχει ξεβά­ψει και δεν μπο­ρεί πλέ­ον να είναι χρή­σι­μο εργα­λείο στα χέρια του συστήματος.
Εδώ όμως ακρι­βώς βρί­σκε­ται και η ουσία της παρα­τή­ρη­σης. Αφού λοι­πόν οι σκέ­ψεις αυτές είναι σωστές και αυτο­νό­η­τες και οι κινή­σεις γνω­στές, ποιος λοι­πόν είναι ο λόγος να θέλει κανείς να σπά­σει σε δυο απο­κόμ­μα­τα ένα καταρ­ρέ­ον σύστη­μα, όταν με τη κίνη­ση αυτή υπάρ­χει κίν­δυ­νος να μην μπει στη βου­λή κανέ­να από τα δυο αποκόμματα;
Σε τι βοη­θά­ει το σύστη­μα η δημιουρ­γία κι άλλου γκρου­πού­σκου­λου, ενώ εξα­κο­λου­θεί να υπάρ­χει το παλιό – όσο χρή­σι­μο μπο­ρεί να είναι ακό­μη – και άλλα και­νούρ­για για μια ελα­φρώς δια­φο­ρο­ποι­η­μέ­νη χρή­ση, σε μια στιγ­μή μάλι­στα που η πορεία της πόλω­σης δεν φαί­νε­ται να οδη­γεί­ται προς όφε­λός των συμ­φε­ρό­ντων του;
Ας δού­με λοι­πόν τι άλλο μπο­ρεί να σημα­το­δο­τεί η κίνη­ση ΓΑΠ, εκτός από τη προ­σω­πι­κή φιλο­δο­ξία της ελέω κλη­ρο­νο­μι­κού δικαίω διεκ­δί­κη­σης της αρχη­γί­ας ενός “κινή­μα­τος” – κόμ­μα­τος, έστω και στο ιστο­ρι­κά κατώ­τε­ρο παρακ­μια­κό του επί­πε­δο, πολύ δε περισ­σό­τε­ρο όταν δεν φέρει και το παρα­δο­σια­κό του όνο­μα και την σημειο­λο­γι­κή “ηλιο­φά­νεια”, με απο­τέ­λε­σμα να αμφι­σβη­τεί­ται ακό­μη και η ιστο­ρι­κή του συνέχεια.
Με άλλα λόγια για­τί έκα­νε μια τέτοια κίνη­ση ο ΓΑΠ που οι περισ­σό­τε­ροι τη κατα­τάσ­σουν σε ένα φάσμα που ξεκι­νά­ει από τη βλα­κεία και το προ­σω­πι­κό γινά­τι μέχρι το σημα­ντι­κό γεγο­νός να εκφρά­ζει τη στή­ρι­ξη αν όχι τις εντο­λές κέντρων εξου­σί­ας, κάτι που μπο­ρεί να απαι­τεί μια τέτοια πρά­ξη στις παρα­μο­νές των εκλο­γών, αν σκε­φθεί κανείς το οικο­νο­μι­κό της κόστος και την αξιο­πι­στία των δια­βε­βαιώ­σε­ων που πήραν ή αντι­λή­φθη­καν οι πολυά­ριθ­μοι πρό­θυ­μοι και αυθόρ­μη­τοι υπο­ψή­φιοι, οι οποί­οι απο­δέ­χθη­καν το ρίσκο της στή­ρι­ξης ενός εγχει­ρή­μα­τος που μπο­ρεί να τους αφή­σει εκτός Βου­λής, ενώ παρα­μέ­νο­ντας στο άλλο από­κομ­μα να είχαν ενδε­χο­μέ­νως περισ­σό­τε­ρες δυνα­τό­τη­τες να εκλεγούν ;
Η αδια­νό­η­τη αυτή υπέρ­βα­ση του ΓΑΠ, τη παρα­μο­νή των εκλο­γών σημα­το­δο­τεί τη δυνα­τό­τη­τα συνέ­χι­σης της “ιστο­ρι­κής” πορεί­ας των παρα­δο­σια­κών κομ­μά­των, που ανα­λαμ­βά­νει το υγιές ή εξα­γνι­σμέ­νο κομ­μά­τι τους, χωρίς να είναι υπο­χρε­ω­μέ­νο να δίνει τη μάχη της συνέ­χι­σης μέσα από τις κομ­μα­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες, συγκρού­σεις και ίντρι­γκες, χωρίς να κου­βα­λά­ει τη ρετσι­νιά της απο­τυ­χί­ας ή της διά­σπα­σης, όπως θα συνέ­βαι­νε σε ένα αρι­στε­ρό κόμμα.
Η υπέρ­βα­ση Γιωρ­γά­κη όσο και δια­σπα­στι­κή κι αν είναι, δεν συγκε­ντρώ­νει στο θέμα αυτό τα πυρά της κρι­τι­κής της κοι­νής γνώ­μης, που περιο­ρί­ζο­νται περισ­σό­τε­ρο στο στε­λε­χια­κό πασο­κι­κό πυρή­να που έχει ακό­μη απο­μεί­νει μετά τη “τήξη και διά­σπα­σή” του.
Αυτή η κίνη­ση λοι­πόν μπο­ρεί να απο­τε­λέ­σει μοντέ­λο για τη Ν.Δ. στη περί­πτω­ση που μετά την απο­τυ­χία της στις εκλο­γές, ο Σαμα­ράς δεν δεί­χνει να αντι­λαμ­βά­νε­ται το “μήνυ­μα” και τις “εντο­λές” των κέντρων, λόγω της ιδιαι­τε­ρό­τη­τας της προ­σω­πι­κό­τη­τας του ή επει­δή θα εξα­κο­λου­θεί να πιστεύ­ει ότι παρα­μέ­νει χρή­σι­μος για τη Ν.Δ. όσο και για τη ρημαγ­μέ­νη χώρα.
Έτσι ανοί­γει ο δρό­μος και για τις δια­χω­ρι­στι­κές κινή­σεις άλλων τμη­μά­των της Ν.Δ. που είναι προ­ο­ρι­σμέ­να να λει­τουρ­γή­σουν προς μια άλλη λιγό­τε­ρο ακρο­δε­ξιά και περισ­σό­τε­ρο κεντρο­δε­ξιά κατεύ­θυν­ση, στο πνεύ­μα της απηρ­χειω­μέ­νης κατά τα άλλα “πολι­τι­κής γεωγραφίας”.
Στο σημείο αυτό θεω­ρώ απα­ραί­τη­τη μια διευ­κρί­νη­ση που αφο­ρά ακρι­βώς αυτά τα πολυ­συ­ζη­τη­μέ­να προ­ο­δευ­τι­κά – δημο­κρα­τι­κά κομ­μά­τια και ομά­δες – προ­φα­νώς σε κομ­μα­τι­κό και μάλι­στα σε ηγε­τι­κό επί­πε­δο – μέσα στη Ν.Δ.
Θεω­ρώ ότι όλο το διά­στη­μα της “αρπα­γής” της εξου­σί­ας της από το Σαμα­ρά, δεν έλει­ψαν οι ευκαι­ρί­ες για την ανα­τρο­πή του από τα “δημο­κρα­τι­κά” κομ­μά­τια, που ακο­λου­θού­σαν, παρα­τη­ρού­σαν τα γεγο­νό­τα, αφή­νο­ντας να διαρ­ρεύ­σει η δυσφο­ρία τους μαζί με τη χαρα­κτη­ρι­στι­κή, διφο­ρού­με­νη και πολ­λά υπο­σχό­με­νη φρά­ση: ¨θα έχου­με εξε­λί­ξεις στο πολι­τι­κό σύστημα” !!!
Ασφα­λώς και είδα­με όλο αυτό το διά­στη­μα εξε­λί­ξεις αν και όχι απρό­βλε­πτες, όχι όμως μέσα στη Ν.Δ. Αυτό απο­τε­λεί και μια επι­βε­βαί­ω­ση της γνώ­μης όλων αυτών που θεω­ρούν ότι τα τμή­μα­τα αυτά, όπως και των άλλων κομ­μά­των δεν είναι σε θέση να σχε­διά­σουν και να εφαρ­μό­σουν μια πολι­τι­κή για την Ελλά­δα, παρά μόνο μια ταχτι­κή – και αυτή πολύ περιο­ρι­σμέ­νη – που αφο­ρά απλά την επι­βί­ω­ση τους μέσα στη δύνη των πολι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων, που καθο­ρί­ζε­ται από άλλους ισχυ­ρό­τε­ρους κύκλους και κέντρα συμφερόντων.
Προ­φα­νέ­στα­τα ο λόγος του ότι δεν πήραν το ρίσκο ή τη πρω­το­βου­λία της ανα­τρο­πής του Σαμα­ρά και αλλα­γής της κατα­στρο­φι­κής για τη χώρα πολι­τι­κής που εκεί­νος απλά εφάρ­μο­ζε και από την οποία σήμε­ρα αφή­νε­ται να εννοη­θεί πως τάχα δια­φο­ρο­ποιού­νται, δεν είναι επει­δή εκτί­μη­σαν ότι οι συν­θή­κες δεν ήταν κατάλ­λη­λες ή ότι δεν επέ­τρε­παν μια τέτοια κίνη­ση για το καλό της ίδιας της
χώρας. Είναι απλά διό­τι ήξε­ραν ότι δεν θα είχαν τις κατάλ­λη­λες για μια τέτοια κίνη­ση “ευρω­παϊ­κές πλά­τες” και ότι δεν υπήρ­χε το απα­ραί­τη­το πρά­σι­νο φως ή η σχε­τι­κή εντολή.
Σήμε­ρα πλέ­ον εμφα­νί­ζε­ται δει­λά δει­λά μια άλλη εναλ­λα­κτι­κή λύση προς “αξιο­ποί­η­ση” προ­κει­μέ­νου μια κεντρο­δε­ξιό­τε­ρη Ν.Δ. χωρίς να μπαί­νει στο κόπο της ανα­τρο­πής και της ανα­κα­τά­λη­ψης της ηγε­σί­ας από συγ­γε­νι­κά – όχι μόνο ιδε­ο­λο­γι­κά – πρό­σω­πα του ιδρυ­τή του κόμ­μα­τος, μπο­ρεί να σχη­μα­τί­σει ένα άλλο νέο, αλλά με ιστο­ρι­κή συνέ­χεια κόμ­μα, ακό­μη και με άλλη ονο­μα­σία, προ­κει­μέ­νου να απο­τε­λέ­σει μια ¨δύνα­μη” με την οποία ένας “δεξιό­στρο­φος” και
συζη­τή­σι­μος, υπεύ­θυ­νος και διαλ­λα­κτι­κός, αλλά προ­πα­ντός πατριω­τι­κός ΣΥΡΙΖΑ θα μπο­ρού­σε να σχη­μα­τί­σει μια κυβέρ­νη­ση, ευρύ­τε­ρης κοι­νω­νι­κής και πολι­τι­κής απο­δο­χής…Με άλλα λόγια ότι δεν κατά­φε­ρε το σύστη­μα πριν τις εκλο­γές να πετύ­χει μετά τις εκλο­γές, εκμε­ταλ­λευό­με­νο δυσκο­λί­ες, αδυ­να­μί­ες και περιστάσεις.
Για να γίνει αντι­λη­πτό το κατά πόσο οι κινή­σεις αυτές είναι μελε­τη­μέ­νες και επι­με­λώς σχε­δια­σμέ­νες θα φρε­σκά­ρω τη μνή­μη σας, παρα­θέ­το­ντας τη χρο­νι­κή αλλη­λου­χία κάποιων γεγο­νό­των που ξεκί­νη­σαν το φθι­νό­πω­ρο του 2003.
Τότε ο Σημί­της είχε δώσει ο δακτυ­λί­δι – όπως συνη­θί­ζε­ται να λέγε­ται – στο Γιωρ­γά­κη, χωρίς όμως κανέ­να σεβα­σμό στις κομ­μα­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες και προ­πά­ντων στις απαι­τή­σεις και τις φιλο­δο­ξί­ες ικα­νό­τε­ρων δελ­φί­νων. Δεν υπήρ­χε όμως πιθα­νό­τη­τα να μη ξεπε­ρα­στούν τότε τα κατά τα άλλα αδια­νό­η­τα αξε­πέ­ρα­στα εμπό­δια.
Ο τότε λοι­πόν Γ.Γ. Λαλιώ­της απο­χώ­ρη­σε, αφή­νο­ντας τη θέση του στον Χρυ­σο­χοϊ­δη, ο οποί­ος το πρώ­το πράγ­μα που έκα­νε ήταν να δια­λύ­σει τις κομ­μα­τι­κές οργα­νώ­σεις του κόμ­μα­τος, πράγ­μα αδια­νό­η­το όχι μόνο για εκεί­νη την επο­χή, αλλά γενι­κό­τε­ρα για ένα κόμ­μα σαν το ΠΑΣΟΚ. Η κίνη­ση Λαλιώ­τη, απο­δό­θη­κε τότε στη προ­σω­πι­κή του επι­δί­ω­ξη να φύγει από τη δημο­σιό­τη­τα, προ­κει­μέ­νου να μην προ­κα­λεί περισ­σό­τε­ρο λόγω των σκαν­δά­λων του, για τα οποία οργί­α­ζαν οι φημο­λο­γί­ες και να μεί­νει στο απυ­ρό­βλη­το, μιας και η συνέ­χι­ση της πασο­κι­κής δια­κυ­βέρ­νη­σης κάθε άλλο παρά εξα­σφα­λι­σμέ­νη ήταν.
Η κίνη­ση Χρυ­σο­χοϊ­δη από την άλλη ερμη­νεύ­τη­κε – από προ­χω­ρη­μέ­νους ανα­λυ­τές – ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είχε πλέ­ον ανά­γκη από τις κομ­μα­τι­κές του οργα­νώ­σεις, τις περι­βό­η­τες κλα­δι­κές, αφού είχε ήδη αλώ­σει το κρα­τι­κό μηχανισμό.
Η άπο­ψη αυτή ήταν προ­φα­νώς αφε­λέ­στα­τη, δεδο­μέ­νου ότι αν κάπο­τε χρειά­ζο­νταν οι κομ­μα­τι­κές οργα­νώ­σεις στο ΠΑΣΟΚ, όπως και σε οποιο­δή­πο­τε κόμ­μα, ήταν ακρι­βώς όταν κιν­δύ­νευε να χάσει την εξου­σία. Στη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα η κίνη­ση αυτή όχι μόνο προ­ε­τοί­μα­σε την οργα­νω­τι­κή φθο­ρά των πολι­τι­κών κομ­μά­των – εκτός φυσι­κά από το ΚΚΕ, που είναι καθ’ όλα ταυ­τι­σμέ­νο με το λενι­νι­στι­κό κόμ­μα νέου τύπου – αλλά διευ­κό­λυ­νε την εκλο­γή Γιωρ­γά­κη στη προ­ε­δρία του ΠΑΣΟΚ, με “δημο­κρα­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες από τη βάση”, που αντι­κα­τέ­στη­σαν εκεί­νες τις κομ­μα­τι­κές και κατα­στα­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες που είχε μέχρι τότε οποιο­δή­πο­τε κόμ­μα, από την αρι­στε­ρά μέχρι τη δεξιά.
Έτσι λοι­πόν θριάμ­βευ­σε η αμε­ρι­κα­νό­φερ­τη “συμ­με­το­χι­κή δημο­κρα­τία”, που πλα­σά­ρι­ζε τότε φανα­τι­κά ο Γιωρ­γά­κης και επέ­τρε­ψε να ψηφί­σει ο κάθε πικρα­μέ­νος ακό­μη και εκεί­νοι που δεν είχαν ποτέ περά­σει μπρο­στά από τη Χαρι­λά­ου Τρι­κού­πη ακό­μη και μέσα σε λεω­φο­ρείο. Χωρίς όμως αυτό το πανη­γύ­ρι δεν θα ήταν δυνα­τή η εκλο­γή Σαμα­ρά επτά χρό­νια αργό­τε­ρα, όταν τέθη­κε θέμα τρό­που εκλο­γής προ­έ­δρου, παρα­κάμ­πτο­ντας τις κατα­στα­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες, της Ν.Δ. που μέχρι τότε είχαν απο­τε­λέ­σει ασφα­λι­στι­κή δικλεί­δα για την εξα­σφά­λι­ση της προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης δια­δο­χής με σεβα­σμό στους πραγ­μα­τι­κούς και όχι σε εικο­νι­κούς εσω­κομ­μα­τι­κούς συσχε­τι­σμούς δυνά­με­ων.
Ας σκε­φθού­με λοι­πόν και εμείς λίγο την αλλη­λου­χία των γεγο­νό­των υπό το πρί­σμα της εμπει­ρί­ας, που μας παρέ­χει η ίδια η ιστο­ρία, ώστε να κάνου­με τις προ­βλέ­ψεις και να πάρου­με – όσοι πρέ­πει – τα μέτρα μας.
Όσο για την άλλη σωστή παρα­τή­ρη­ση του πιτσι­ρί­κου, ότι το κόμ­μα του “εξε­λιγ­μέ­νου” πλαι­σιώ­νουν “χαζο­γκό­με­νες” παντός φύλ­λου και “χάπα­τα” – μάλι­στα θα πρό­σθε­τα και τύποι που έχουν εκφρά­σει τη πρό­θε­ση: “στης Βου­λής τα έδρα­να, αχ κι εγώ να έκλα­να”, του μεγά­λου στι­χουρ­γού Ψαρια­νού – θα ήθε­λα επί­σης να σχο­λιά­σω, ότι δεν αρκεί αυτή και μόνο η δια­πί­στω­ση. Υπάρ­χουν πολ­λοί νέοι από 30 έως και 50 ετών, για­πί­δια, στε­λέ­χη εται­ριών, μάνα­τζερς και μαρ­κε­τή­αρς και με άλλα πολ­λά νεο­ε­παγ­γέλ­μα­τα του σύγ­χρο­νου κορ­πο­ρα­τι­σμού, δια­χει­ρι­στές του συστή­μα­τος, με τεχνο­κρα­τι­κές γνώ­σεις και πνεύ­μα, χωρίς να επι­διώ­κουν απα­ραί­τη­τα καρέ­κλες, πέρα από την ολο­κλή­ρω­ση των προ­σω­πι­κών τους φιλο­δο­ξιών που τους καλ­λιερ­γεί ο εται­ρι­σμός και κορ­πο­ρα­τι­σμός, επι­βάλ­λο­ντας την αντί­λη­ψη του “αντα­γω­νι­σμού”, που όμως δεν είναι λίγοι και από την άλλη απο­τε­λούν μια ανερ­χό­με­νη επαγ­γελ­μα­τι­κή και κοι­νω­νι­κή πολυ­πλη­θέ­στα­τη ομά­δα μέσα στη παρα­γω­γι­κή δια­δι­κα­σία, έστω κι αν αυτή περιο­ρί­ζε­ται στον τομέα των υπηρεσιών.
Με άλλα λόγια δεν μπο­ρεί και δεν πρέ­πει με τον αφο­ρι­σμό και την κατη­γο­ριο­ποί­η­ση τους σε απο­λι­τίκ, για­πί­δια κλπ να εγκα­τα­λει­φθεί στο έλε­ος και στην δημα­γω­γία του Σ. Θεο­δω­ρά­κη και του συστή­μα­τος που εκπρο­σω­πεί εκμε­ταλ­λευό­με­νος με τη φρα­σε­ο­λο­γία του και μόνο, τη φθο­ρά του πολι­τι­κού συστή­μα­τος που το ίδιο το σύστη­μα είχε δημιουρ­γή­σει, είχε επι­βάλ­λει και εκμε­ταλ­λευ­τεί, υπο­σχό­με­νος ένα άλλο πιο δημιουρ­γι­κό, αντα­γω­νι­στι­κό και δήθεν αξιο­κρα­τι­κό μέλ­λον, που βασί­ζε­ται όχι μόνο σε απλοϊ­κές, άλλα σε παι­δα­ριώ­δεις αντιλήψεις.
Οι άνθρω­ποι αυτοί που λεί­πουν από την αρι­στε­ρά σαν γνω­σια­κό, τεχνο­κρα­τι­κό, δια­χει­ρι­στι­κό κεφά­λαιο και που λει­τουρ­γούν σαν αντί­πα­λοί της, εξα­κο­λου­θούν να είναι χρή­σι­μοι απα­ραί­τη­τοι και κομ­μά­τι της παρα­γω­γής, σε μια σύγ­χρο­νη κοι­νω­νία που δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται πλέ­ον από τα παρα­δο­σια­κά παρα­γω­γι­κά μοντέ­λα, αλλά από εκεί­νο που κυριαρ­χεί­ται από το τομέα των υπη­ρε­σιών, όπου το είδος της εργα­σί­ας, οι όροι της και οι παρα­γω­γι­κές σχέ­σεις σε συν­δυα­σμό με τη πολυ­πλο­κό­τη­τα της εργα­σί­ας που επι­βάλ­λει η τεχνο­λο­γι­κή πρό­ο­δος, απο­μα­κρύ­νουν από τον ορί­ζο­ντα του εργα­ζό­με­νου – που έχει απο­μεί­νει στο κόσμο της εργα­σί­ας και δεν έχει ενσω­μα­τω­θεί στις στρα­τιές των ανέρ­γων – την έννοια και τα ίδια τα μέσα παρα­γω­γής πολύ δε περισ­σό­τε­ρο και το στό­χο για την κατά­κτη­ση των μέσων παρα­γω­γής προς όφε­λός του.
Επο­μέ­νως αυτό που χρειά­ζε­ται μια σύγ­χρο­νη αρι­στε­ρά είναι η βαθύ­τε­ρη ανά­λυ­ση της σύγ­χρο­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας χωρίς να προ­σπα­θεί να τη βάλει σε καλού­πια παρα­δο­σια­κών αντι­λή­ψε­ων, αλλά να χρη­σι­μο­ποιεί αυτές τις τελευ­ταί­ες σαν ένα από τα πολ­λα­πλά εργα­λεία ανά­λυ­σης που έχει στη διά­θε­σή της σήμε­ρα, για να εξη­γή­σει κοι­νω­νι­κές συμπε­ρι­φο­ρές και να τις κατευ­θύ­νει προς όφε­λός της, κάτι που οι αντί­πα­λοί της κάνουν εδώ και πολύ και­ρό, με μεγα­λύ­τε­ρη επι­τυ­χία και καλ­λί­τε­ρο, έστω και προ­σω­ρι­νό αποτέλεσμα.
Με άλλα λόγια θα πρέ­πει επι­τέ­λους να προσ­διο­ρί­σει με ακρί­βεια και να πρω­το­στα­τή­σει στην εφαρ­μο­γή ενός σύγ­χρο­νου παρα­γω­γι­κού μοντέ­λου ανά­πτυ­ξης στη σύγ­χρο­νη ελλη­νι­κή κοι­νω­νία, και όχι να συμ­με­τέ­χει στο διά­λο­γο της αορι­στί­ας που έχουν καθιε­ρώ­σει τα υπό­λοι­πα κόμ­μα­τα ανα­γκα­σμέ­να να ψηλα­φί­σουν έστω και φρα­στι­κά την υπαρ­κτή ανα­γκαιό­τη­τα της αλλα­γής της δομής της ελλη­νι­κής οικο­νο­μί­ας, που ξεχνώ­ντας τη διά­λυ­ση της, μιλούν για την ανα­συ­γκρό­τη­σή της, χωρίς να είναι σε θέση να δουν τίπο­τε άλλο εκτός από τον περιο­ρι­σμέ­νο ορί­ζο­ντα των υπο­σχό­με­νων ξένων ιδιω­τι­κών επεν­δύ­σε­ων, που δημιουρ­γούν θέσεις εργα­σί­ας, που περι­μέ­νουν οι Έλλη­νες επι­χει­ρη­μα­τί­ες και εργα­ζό­με­νοι, στα ξεπου­λη­μέ­να τους λιμά­νια, σαν αχθο­φό­ροι για να ξεφορ­τώ­σουν τα εμπο­ρεύ­μα­τα από τα πλοία που δεν θα ‘ρθουν ποτέ. Ή όπως εκεί­νον τον ορί­ζο­ντα των προ­γραμ­μά­των του ΕΣΠΑ, δηλα­δή των κοι­νο­τι­κών προ­γραμ­μα­τι­κών πλαι­σί­ων εκμε­τάλ­λευ­σης που εμφα­νί­ζο­νται με τη μορ­φή ατέ­λειω­των γρα­φειο­κρα­τι­κών παρο­χών ελε­η­μο­σύ­νης, που εκτός των άλλων επι­βάλ­λουν όρους και χρο­νο­διά­γραμ­μα απορ­ρό­φη­σης τους, σαν να κρα­τούν το ρυθ­μό που προ­χω­ρά­ει η ουρά των ζητιά­νων για το συσ­σί­τιο, που έχει περισ­σέ­ψει για­τί έχει προη­γη­θεί η δια­νο­μή στους ημέτερους.
Σε κάθε περί­πτω­ση η αλλα­γή του πραγ­μα­τι­κού παρα­γω­γι­κού μοντέ­λου και όχι εκεί­νου που πιπι­λά­νε σαν καρα­μέ­λα, οι νεό­κο­ποι επί­δο­ξοι και οι ανα­νε­ω­μέ­νοι παλαιάς κοπής δια­χει­ρι­στές της πολι­τι­κής και οικο­νο­μι­κής ζωής της χώρας, πρέ­πει να βασί­ζε­ται στην επα­νέ­ντα­ξη της πραγ­μα­τι­κής οικο­νο­μί­ας στη παρα­γω­γι­κή δια­δι­κα­σία και στις αγο­ρές και όχι στη εικο­νι­κή, πλα­σμα­τι­κή οικο­νο­μία που έχει επι­βάλ­λει το τρα­πε­ζι­κό και χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό σύστη­μα εκπρο­σω­πώ­ντας τις “αγο­ρές”.
Και ας μην ξεχνά­με ότι ήταν υπο­χρέ­ω­ση της αρι­στε­ράς να το είχε ήδη σχε­διά­σει όλο αυτό το χρο­νι­κό διά­στη­μα και όχι να φτά­νει σήμε­ρα να απο­λο­γεί­ται για το αν η δια­δρο­μή που προ­τεί­νει δεν θα απει­λεί να εκτρο­χιά­σει το τραί­νο της Ελλά­δας από την ευρω­παϊ­κή του πορεία και ότι η δια­δρο­μή αυτή δεν θα βάζει σε κίν­δυ­νο τις απο­σκευ­ές των επι­βα­τών, μιας και οι περισ­σό­τε­ροι φαί­νε­ται να νοιά­ζο­νται λιγό­τε­ρο για τους ίδιους.
Στις παρα­μο­νές εκλο­γών δεν είναι καθό­λου κακό, ακό­μη κι όταν έχου­με απο­φα­σί­σει τι θα ψηφί­σου­με, να εκφρά­ζου­με τις αυξη­μέ­νες απαι­τή­σεις μας, έστω και με λιγό­τε­ρες προσδοκίες.
Και­ρός είναι επί­σης να μάθου­με να βλέ­που­με πέρα από τη φαι­δρό­τη­τα και το γέλω­τα που μας προ­κα­λούν τα πολι­τι­κά πρό­σω­πα και οι πρά­ξεις τους, τις σκο­πι­μό­τη­τες και τις βαθύ­τε­ρες έννοιες που κρύ­βουν μέσα τους.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted