Ζίγκμουντ Μπάουμαν: δεν είναι κρίση, είναι αναδιανομή πλούτου - Φαιακία

Ζίγκμουντ Μπάουμαν: δεν είναι κρίση, είναι αναδιανομή πλούτου

Μία εξό­χως ενδια­φέ­ρου­σα και διεισ­δυ­τι­κή σε αιχ­μη­ρούς προ­βλη­μα­τι­σμούς συνέ­ντευ­ξη του Ζίγκου­μντ Μπά­ου­μαν στην ΕΠΟΧΗ, που ανα­δη­μο­σιεύ­ευαι στον ιστό­το­πο Nautilus.info μας γνω­στο­ποί­η­σε ο φίλ­τα­τος Γιάν­νης Νικο­λα­κό­που­λος… Μην την χάσετε!!! 

Δεν είναι κρίση, είναι αναδιανομή πλούτου…

Ο επί­τι­μος καθη­γη­τής κοι­νω­νιο­λο­γί­ας Ζίγκ­μουντ Μπά­ου­μαν μιλά για την κρίση,
τον κατα­να­λω­τι­σμό, τις μορ­φές αντί­στα­σης, την ανά­γκη αλλα­γής νοο­τρο­πί­ας και το
πώς βλέ­πει το μέλ­λον. Τη συνέ­ντευ­ξη πήραν η Ντί­να
Δαβά­κη
και ο Δημή­τρης Μπού­κας για την εφη­με­ρί­δα  Η
Επο­χή.
 

– Η Ελλά­δα και η Νότια Ευρώ­πη διέρ­χο­νται μια παρατεταμένη
οικο­νο­μι­κή κρί­ση και δέχο­νται συνέ­χεια σκλη­ρά μέτρα λιτό­τη­τας. Ποια είναι η
γνώ­μη σας για αυτά που συμ­βαί­νουν
;
— Τα
μέτρα συν­δέ­ο­νται με τα δάνεια που ζητού­νται. 
Είναι σημα­ντι­κό όμως να δει κανείς για ποιο σκοπό
χρη­σι­μο­ποιού­νται τα δάνεια που δίνο­νται στην Ελλά­δα. 
Αν χρη­σι­μο­ποιού­νται για ανα­κε­φα­λαιο­ποί­η­ση των τραπεζών,
τότε απλά τρέ­φε­ται η ρίζα του προ­βλή­μα­τος και οι πολι­τι­κές λιτό­τη­τας θα
συνε­χι­στούν αμεί­ω­τες. 
Οι οικο­νο­μι­κές
κρί­σεις έχουν να κάνουν όχι με κατα­στρο­φή του πλού­του, αλλά με αναδιανομή
του. 
Σε κάθε κρί­ση υπάρ­χουν πάντα
κάποιοι που κερ­δί­ζουν περισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα σε βάρος των άλλων
Στις ΗΠΑ, για
παρά­δειγ­μα, μετά την κρί­ση έχει παρα­τη­ρη­θεί μια αργή ανά­καμ­ψη, όμως το 93% του
επι­πλέ­ον ΑΕΠ που δημιουρ­γή­θη­κε, κατέ­λη­ξε μόνο στο 1% του
πληθυσμού.

— Στα βιβλία σας έχε­τε πολλές
φορές ανα­φερ­θεί στον κατα­να­λω­τι­σμό της σύγ­χρο­νης, μετα­νε­ω­τε­ρι­κής κοι­νω­νί­ας. Σε
τι βαθ­μό υπάρ­χει συμ­βα­τό­τη­τα μετα­ξύ κατα­να­λω­τι­σμού και μέτρων λιτό­τη­τας;
 

— Μέχρι το 1970, υπήρ­χε μια κυρί­αρ­χη κουλτούρα
απο­τα­μί­ευ­σης και οι άνθρω­ποι δεν ξόδευαν χρή­μα­τα αν δεν τα είχαν προηγουμένως
κερ­δί­σει. Μετά το 1970, και με τη συν­δρο­μή πολι­τι­κών όπως ο Ρέϊ­γκαν, η Θάτσερ
και θεω­ρη­τι­κών όπως ο Φρί­ντμαν, το καπι­τα­λι­στι­κό σύστη­μα αντι­λή­φθη­κε ότι υπήρχε
παρ­θέ­νο έδα­φος που μπο­ρού­σε να κατα­κτη­θεί.
Η Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ ήταν αυτή που είχε πει ότι ο
καπι­τα­λι­σμός ανα­ζω­ο­γο­νεί­ται μέσω νέων παρ­θέ­νων περιο­χών. 
Αλλά προ­έ­βλε­ψε λαν­θα­σμέ­να ότι όταν το σύστη­μα κατακτήσει
όλα τα παρ­θέ­να εδά­φη θα καταρ­ρεύ­σει. 
Αυτό που δεν προ­έ­βλε­ψε ήταν ότι ο καπι­τα­λι­σμός θα
απο­κτού­σε την ικα­νό­τη­τα να δημιουρ­γεί τεχνη­τές παρ­θέ­νες περιο­χές και να τις
κατα­κτά.  
Μία από αυτές είναι οι
άνθρω­ποι που δεν έχουν χρέη. Έτσι εφευ­ρέ­θη­καν οι πιστω­τι­κές κάρτες.
 
Δια­μορ­φώ­θη­κε λοι­πόν μια κουλτούρα
δια­φο­ρε­τι­κή από αυτή της απο­τα­μί­ευ­σης. 
Τώρα πλέ­ον μπο­ρού­σε κανείς να ξοδεύ­ει χρή­μα­τα που δεν
είχε απο­κτή­σει. 
Η φάση μεγάλης
οικο­νο­μι­κής ανά­πτυ­ξης, που διήρ­κε­σε από τα μέσα της δεκα­ε­τί­ας του ’70 μέχρι τις
αρχές του 21ου αιώ­να, βασί­στη­κε σε αυτήν ακρι­βώς την πίε­ση για
δανει­σμό. 
Κι όταν κανείς χρω­στού­σε η
αντί­δρα­ση των τρα­πε­ζών δεν ήταν όπως παλιό­τε­ρα, να στεί­λουν τον κλη­τή­ρα, αλλά το
αντί­θε­το: έστελ­ναν ένα πολύ ευγε­νι­κό γράμ­μα, με το οποίο προ­σέ­φε­ραν ένα νέο
δάνειο για να απο­πλη­ρω­θεί το προη­γού­με­νο χρέ­ος! 
Αυτό συνε­χί­στη­κε για τριά­ντα χρό­νια, μέχρι που ο Κλίντον
εισή­γα­γε τα ενυ­πό­θη­κα δάνεια υψη­λού κιν­δύ­νου, που σήμαι­νε ότι ακό­μη και οι
άνθρω­ποι που δεν μπο­ρού­σαν να καλύ­ψουν τα έξο­δά τους με τα έσο­δα, μπο­ρού­σαν να
πάρουν στε­γα­στι­κά δάνεια κλπ. 
Τελι­κά
αυτή η κατά­στα­ση έφτα­σε στο απρο­χώ­ρη­το και έτσι δημιουρ­γή­θη­κε η χρηματοπιστωτική
κρί­ση. 
Παρό­λα αυτά, η καπιταλιστική
οικο­νο­μία φαί­νε­ται να αντέ­χει. 
Είχα­με,
για παρά­δειγ­μα, το κίνη­μα “Κατα­λά­βε­τε
τη 
Wall Street”, το οποίο έτυ­χε μεγά­λης προ­σο­χής από τα
ΜΜΕ σε όλον τον κόσμο. 
Στο μόνο μέρος
που δεν έγι­νε αισθη­τό ήταν στην ίδια τη Wall Street, η οποία λει­τουρ­γεί με τον
ίδιο ακρι­βώς τρό­πο! 
Και αυτό είναι το
πρό­βλη­μα. 
Κυριαρ­χεί η ιδέα, στο μυαλό
της κας Μέρ­κελ και των άλλων πολι­τι­κών, ότι ο μόνος τρό­πος είναι να
υπο­στη­ρί­ζο­νται οι τρά­πε­ζες για να μπο­ρούν να δίνουν περισσότερα
δάνεια. 
Αλλά αυτή είναι μια πολύ
κοντό­φθαλ­μη πολι­τι­κή, αφού αυτή η παρ­θέ­να περιο­χή του καπι­τα­λι­σμού έχει πια
εξα­ντλη­θεί: Οποιοσ­δή­πο­τε μπο­ρού­σε να χρε­ω­θεί, έχει χρε­ω­θεί!  
Ακό­μα και τα εγγό­νια σας είναι ήδη χρε­ω­μέ­να, δεν υπάρχει
αμφι­βο­λία. 
Θα πλη­ρώ­νουν αυτά τα τριάντα
χρό­νια κατα­να­λω­τι­κού οργί­ου. 
Κι ενώ
στην αρχή η παρ­θέ­να περιο­χή των ανθρώ­πων που χρε­ώ­νο­νται απέ­φε­ρε τερά­στια κέρδη,
βαθ­μιαία τα κέρ­δη αυτά λιγό­στε­ψαν και τώρα είναι μηδα­μι­νά, σύμ­φω­να με το νόμο
της φθί­νου­σας από­δο­σης. 
Αυτό που
γίνε­ται στην Ελλά­δα τώρα είναι ότι η χώρα επεν­δύ­ει σε φαντά­σμα­τα, αυτό ακριβώς
είναι οι τρά­πε­ζες που δίνουν δάνεια! 

—  Ποια είναι η διέ­ξο­δος, αν, όπως είπα­τε σε μια ομιλία
σας, «έχει το μέλ­λον Αρι­στε­ρά»;
 
—  Μού
ζητά­τε να απα­ντή­σω ένα ερώ­τη­μα το οποίο πολύ πιο έξυ­πνοι άνθρω­ποι, όπως ο
Στί­γκλιτς, δυσκο­λεύ­ο­νται να απα­ντή­σουν.
Είναι πολύ δύσκο­λο να βρε­θούν ριζικές
λύσεις. 
Κι εκεί­νο που με ανησυχεί,
είναι ότι μετα­ξύ των πολι­τι­κών θεσμών που έχου­με στη διά­θε­ση μας, δεν υπάρχει
ούτε ένας που να είναι σε θέση να παρά­σχει μακροπρόθεσμες
λύσεις. 
Όλες οι κυβερ­νή­σεις υπόκεινται
στους, κατά τον R.D.Laing[1], διπλούς δεσμούς, που στην περί­πτω­ση των
κυβερ­νή­σε­ων, για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σω μια ανα­λο­γία, συνί­στα­νται στις πιέ­σεις που
δέχο­νται. 
Από τη μία για να
επα­νε­κλε­γούν πρέ­πει να αφου­γκρά­ζο­νται τα αιτή­μα­τα του λαού, εκού­σια ή ακούσια,
και να υπο­σχε­θούν την ικα­νο­ποί­η­σή τους.  
Από την άλλη, όλες οι κυβερ­νή­σεις, δεξιές και αριστερές,
αδυ­να­τούν να τηρή­σουν τις προ­ε­κλο­γι­κές τους δεσμεύ­σεις λόγω των χρηματιστηρίων
και των τρα­πε­ζών. 
Για παρά­δειγ­μα, όταν
η κυρία Μέρ­κελ και ο κύριος Σαρ­κο­ζί συνα­ντή­θη­καν μια Παρα­σκευή να διαβουλευτούν
για το μνη­μό­νιο της Ελλά­δας, έλα­βαν και κοι­νο­ποί­η­σαν κάποιες απο­φά­σεις, και
έτρε­μαν όλο το σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο μέχρι να ανοί­ξουν τα χρη­μα­τι­στή­ρια τη Δευτέρα.
 
Δεν ξέρω αν η άπο­ψη του Laing είναι
σωστή ή λάθος ως προς την οικο­γέ­νεια, αλλά θεω­ρώ ότι έχω δίκιο όταν υποστηρίζω
πως ισχύ­ει στην περί­πτω­ση των κυβερ­νή­σε­ων.  
Ο κόσμος ψηφί­ζει από απο­γο­ή­τευ­ση. Εχου­με ολο­έ­να και πιο
συχνές εναλ­λα­γές Δεξιάς και Αρι­στε­ράς. 
Στα πλαί­σια της ίδιας κρί­σης, ο αρι­στε­ρός Θαπατέρο
ηττή­θη­κε από τον δεξιό Ραχόι στην Ισπα­νία, ενώ στη Γαλ­λία ο δεξιός Σαρκοζί
αντι­κα­τα­στά­θη­κε από τον σοσια­λι­στή Ολάντ
.
 Αυτό ακρι­βώς εννοώ με τον
όρο 
διπλοί
δεσμοί
Από τη μία η πίε­ση του εκλο­γι­κού σώμα­τος και από την
άλλη το παγκό­σμιο κεφά­λαιο, χρη­μα­τι­στή­ρια, τρά­πε­ζες, επεν­δυ­τές, που υπερβαίνουν
οποια­δή­πο­τε κυβέρ­νη­ση. 
Μέχρι και οι ΗΠΑ
είναι κατα­χρε­ω­μέ­νες. 
Φαντά­ζε­στε να
ζητή­σουν οι δανει­στές της αμε­ρι­κα­νι­κής κυβέρ­νη­σης άμε­ση εξό­φλη­ση του
χρέ­ους; 
Η αμε­ρι­κα­νι­κή οικο­νο­μία θα
καταρ­ρεύ­σει εν ριπεί οφθαλ­μού. 
Σε
συν­θή­κες διπλών δεσμών, τόσο στην ψυχο­λο­γία όσο και στην μακρο­οι­κο­νο­μία, δεν
υπάρ­χει επι­τυ­χής δια­φυ­γή. 
Πρέ­πει να
αλλά­ξει το σύστη­μα εκ βάθρων και αυτό χρειά­ζε­ται χρόνο. —
 Ναι, χρειά­ζε­ται ριζι­κή λύση.
Ποιά η γνώ­μη σας για τα κινή­μα­τα στη Νότια Ευρώ­πη; Εμείς ελπί­ζου­με πως τα
κινή­μα­τα βάσης φαί­νο­νται να ενι­σχύ­ο­νται ολο­έ­να. Είναι η πρώ­τη φορά, που στην
Ελλά­δα παρα­τη­ρού­νται ομοιό­τη­τες με τα μέσα της δεκα­ε­τί­ας του ’70, μετά την πτώση
της δικτα­το­ρί­ας. Υπάρ­χει συσπεί­ρω­ση των πολι­τών και νομί­ζου­με πως είναι πολύ
καλός οιω­νός και ελπι­δο­φό­ρος. — Είναι η
μόνη ελπί­δα. Στο «Ημε­ρο­λό­γιο μιας κακής
χρο­νιάς» ο Νοτιο­α­φρι­κα­νός συγ­γρα­φέ­ας Κού­τσι επα­νε­ξε­τά­ζει τις βασι­κές αρχές που
διέ­πουν τη σκέ­ψη μας, τα θεμέ­λια του στο­χα­σμού μας, που θεωρούνται
δεδομένα.Ο αρχαί­ος ελλη­νι­κός όρος είναι
«δόξα» και υπο­δη­λώ­νει τις ιδέ­ες με βάση τις οποί­ες σκε­πτό­μα­στε, που όμως δεν
αμφι­σβη­τού­με (ΣτΜ «δοξα­σία» στα νέα ελλη­νι­κά). Μας διευ­κο­λύ­νουν να κατα­νο­ή­σου­με τι γίνε­ται γύρω μας ή
του­λά­χι­στον έτσι νομί­ζου­με, αλλά δεν υπό­κει­νται σε έλεγ­χο. Τις απο­δε­χό­μα­στε σιω­πη­ρά.  Ο Κού­τσι τις θέτει σε
αμφι­σβή­τη­ση. Και λέει λοι­πόν: «Αν θέλουμε
πόλε­μο, τον έχου­με. Αν επι­θυ­μού­με ειρή­νη, μπο­ρού­με να την απο­κτή­σου­με. Αν
απο­φα­σί­σου­με πως τα έθνη πρέ­πει να δρουν σε καθε­στώς αντα­γω­νι­σμού και όχι
φιλι­κής συνερ­γα­σί­ας, αυτό θα γίνει». Επο­μέ­νως, κάθε αλλα­γή είναι
εφι­κτή. 
Είναι θέμα πολιτικής
βού­λη­σης…
Στη θέση των ιδιωτικών
επι­χει­ρή­σε­ων, μπο­ρού­με να έχου­με συνε­ται­ρι­σμούς. 
Oταν έκα­να τη δια­τρι­βή μου για υφη­γε­σία στο LSE, το θέμα
μου ήταν η κοι­νω­νιο­λο­γι­κή ανά­λυ­ση του βρε­τα­νι­κού εργατικού
κινή­μα­τος. 
Πώς από την παρακ­μή του στο
τέλος του 19ου αιώ­να εδραιώ­θη­κε και απέ­κτη­σε ισχύ τον
20ο
Δεν έγι­νε χάρη στις
τρά­πε­ζες, ούτε χρη­μα­το­δο­τή­θη­κε από ιδρύ­μα­τα. 
Ενι­σχύ­θη­κε όμως από το συνε­ται­ρι­σμό καταναλωτών
Ροτσ­ντέιλ, που ήταν ο πρώ­τος συνε­ται­ρι­σμός το
19ου αιώ­να. 
Τα μέλη του
απο­φά­σι­σαν να στα­μα­τή­σουν να αγο­ρά­ζουν από τα μαγα­ζιά, να μην πλη­ρώ­νουν τους
κεφα­λαιού­χους, αλλά να δια­νέ­μουν τα έσο­δα του συνε­ται­ρι­σμού στα μέλη του και
στις τοπι­κές κοι­νό­τη­τες. 
Ο Ροτσ­ντέιλ
δεν ήταν ο μόνος, υπήρ­χαν κι άλλοι. Υπήρ­χαν τα ταμεία αλλη­λο­βο­ή­θειας, που με μια
μικρή συν­δρο­μή, τα μέλη σε περί­πτω­ση δυσκο­λί­ας μπο­ρού­σαν να δανει­στούν χρήματα
και να μην κατα­φύ­γουν στην τρά­πε­ζα. 
Αυτά τα ταμεία δεν ήταν κερ­δο­σκο­πι­κά.  Επο­μέ­νως δεν είναι απο­κύ­η­μα της φαντα­σί­ας του Κούτσι,
αλλά εφι­κτό το να γίνουν αλλα­γές. 
Προ­ΰ­πο­θέ­τουν όμως επα­νά­στα­ση στο επί­πε­δο της κουλτούρας
και νοο­τρο­πί­ας. 
Στην Ελλά­δα της κρίσης
υπάρ­χουν παρό­μοιες πρω­το­βου­λί­ες των οργα­νι­σμών τοπι­κής αυτο­διοί­κη­σης, που
παρα­κάμ­πτουν το μεσά­ζο­ντα και αγο­ρά­ζουν από τους παρα­γω­γούς και πωλούν σε τιμές
κόστους απευ­θεί­ας στους κατα­να­λω­τές. Μόνο έτσι μπο­ρούν να αντε­πε­ξέλ­θουν οι
πολί­τες , των οποί­ων η αγο­ρα­στι­κή δύνα­μη έχει μειω­θεί στο μισό από τις
αλλε­πάλ­λη­λες περι­κο­πές. Πρό­κει­ται για έγκλη­μα… 
Αν τελι­κά η αλλα­γή νοο­τρο­πί­ας έχει αρχί­σει, είναι μια
αργή και μακρο­πρό­θε­σμη δια­δι­κα­σία, που πρέ­πει να υπερ­νι­κή­σει ισχυρότατους
αντι­πά­λους. 
Ετσι όταν μιλά­με για
λύσεις, το μεί­ζον πρό­βλη­μα δεν είναι το να βρού­με το τι είναι ανα­γκαίο να
γίνει. 
Σ’ αυτό εύκο­λα μπο­ρού­με να
πετύ­χου­με σύγκλι­ση από­ψε­ων. 
Το θέμα
είναι το ποιός θα το κάνει. 
Μήπως οι
αγα­να­κτι­σμέ­νοι πολί­τες; 
Σίγου­ρα όχι τα
πολι­τι­κά κόμ­μα­τα, οποιασ­δή­πο­τε από­χρω­σης.  
Ούτε οι κυβερ­νή­σεις, που δεν ελέγ­χουν την οικο­νο­μία, οι
δυνά­μεις τις οποί­ας είναι παγκό­σμιες. 
Τα κρά­τη είναι εξ ορι­σμού υπο­χρε­ω­μέ­να να δρουν στα
πλαί­σια της επι­κρά­τειάς τους. 
Η
οικο­νο­μία δεν ασχο­λεί­ται πλέ­ον με το τοπι­κό επί­πε­δο, τη νομο­θε­σία του τόπου, τις
προ­τι­μή­σεις ή σύστη­μα αξιών των κατοί­κων του. 
Μόλις δια­πι­στω­θεί σύγκρου­ση, παίρ­νουν τα laptop, τα
i-pad και i-phones και μετα­κο­μί­ζουν σε χώρες σαν το Μπαν­γκλα­ντές, όπου βρίσκουν
απρό­σκο­πτη πρό­σβα­ση σε εργα­τι­κά χέρια που κοστί­ζουν 2 δολά­ρια τη
μέρα. 
Υπάρ­χει αυτό που ο Ισπανός
κοι­νω­νιο­λό­γος Μανου­έλ Καστέλς απο­κα­λεί «χώρο των ροών» (space of
flows). 
Εκα­τομ­μύ­ρια δολλάρια
μετα­φέ­ρο­νται ελεύ­θε­ρα, με το πάτη­μα ενός πλή­κτρου στον
υπο­λο­γι­στή. 
Έτσι λοι­πόν, από τη μια
μεριά έχου­με την εξου­σία που είναι απε­λευ­θε­ρω­μέ­νη από τον πολι­τι­κό έλεγ­χο, και
από την άλλη έχου­με την πολι­τι­κή, που συνε­χώς πάσχει από έλλει­μα εξου­σί­ας, μια
και η εξου­σία εξα­τμί­ζε­ται στον χώρο των ροών. —  
Εννο­εί­τε ότι η πολι­τι­κή είναι τοπι­κή, ενώ η εξουσία
παγκό­σμια… —  Ακρι­βώς.
Και ο πιο αδύ­να­μος κρί­κος δεν είναι η κοι­νό­τη­τα, η πόλη ή οποια­δή­πο­τε άλλη μορφή
τοπι­κό­τη­τας, αλλά το ίδιο το κρά­τος, που είναι παγι­δευ­μέ­νο μετα­ξύ δύο πυρών, του
έθνους από τη μια και των αγο­ρών από την άλλη.  
Και οι πρω­το­βου­λί­ες που ανα­φέ­ρα­τε γεν­νιού­νται στο
υπο-εθνι­κό επί­πε­δο. 
Οι θεσμοί του
εθνι­κού επι­πέ­δου (κόμ­μα­τα, κυβέρ­νη­ση, βου­λή κλπ.) δε μπο­ρούν  να αντεπεξέλθουν
στη διπλή αυτή πίε­ση. 
Οι πολί­τες στην
προ­σπά­θεια τους να προ­στα­τευ­θούν από τις επι­πτώ­σεις αυτών των ανώ­νυ­μων δυνάμεων
της αγο­ράς, αντι­δρούν με τον παρα­δο­σια­κό τρό­πο, δηλα­δή οργα­νώ­νο­νται με γνωστούς
τους, γεί­το­νες, με όλους αυτούς με τους οποί­ους αντι­λαμ­βά­νο­νται από κοι­νού πως η
βελ­τί­ω­ση του τόπου τους θα έχει θετι­κό αντί­κτυ­πο σε όλους και δεν είναι
αντα­γω­νι­στι­κό παι­χνί­δι με νικη­τές και ηττη­μέ­νους. 
Γίνε­ται στις μέρες μας συχνά λόγος για
δίκτυα…
Ξέρε­τε, αντι­με­τω­πί­ζω τον όρο
αυτον με δυσπι­στία. 
Τα δίκτυα έχουν να κάνουν με την επικοινωνία
και η επι­κοι­νω­νία περι­κλεί­ει ταυ­τό­χρο­να τη δυνα­μι­κή της σύν­δε­σης και τη δυναμική
της απο­σύν­δε­σης. 
Προ­τι­μώ να μιλώ
για κοι­νό­τη­τα, για­τί αυτός ο όρος εμπε­ριέ­χει την έννοια της δέσμευσης,
κάτι που δεν ισχύ­ει στην περί­πτω­ση των δικτύ­ων. 
Σήμε­ρα, μπο­ρεί κανείς να έχει εκα­το­ντά­δες φίλους σε ένα
online δίκτυο και απλά κάποια στιγ­μή να στα­μα­τή­σει να επι­κοι­νω­νεί με κάποιους,
χωρίς να χρεια­στεί καν να εξη­γή­σει για­τί ή να ζητή­σει συγ­γνώ­μη. 
Στις τελευ­ταί­ες εκλο­γές στην Ελλά­δα, ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε
ποσο­στό περί­που 27% για πρώ­τη φορά στην ιστο­ρία. Η δέσμευ­σή του είναι ότι θα
στα­μα­τή­σει την απο­πλη­ρω­μή του χρέ­ους και τα μέτρα λιτό­τη­τας που έχουν
επι­βλη­θεί. 
Από μια άπο­ψη ήταν ευτυχής
συγκυ­ρία που η Αρι­στε­ρά δε μπό­ρε­σε να γίνει κυβέρ­νη­ση. 
Μπο­ρώ να φαντα­στώ τη δυσκο­λία της θέσης της απέ­να­ντι σε
πολι­τι­κές που έχουν επι­βλη­θεί, όχι από την Ευρω­παϊ­κή Ένω­ση, αλλά από τις
ανώ­νυ­μες δυνά­μεις της αγο­ράς. 
Όσο
ισχυ­ρή θέλη­ση και καλή οργά­νω­ση και να έχουν τα κόμ­μα­τα, δε νομί­ζω ότι μπορούν
να κατα­φέ­ρουν κάτι αν δεν αλλά­ξει το σύστη­μα. 
Όπως ανέ­φε­ρα, εκεί­νο που παρα­τη­ρεί­ται σήμε­ρα, είναι η
απο­κο­πή της εξου­σί­ας από την πολι­τι­κή. 
Ως εξου­σία αντι­λαμ­βά­νο­μαι την ικα­νό­τη­τα να
κάνει κανείς κάποια πράγ­μα­τα. 
Ως πολι­τι­κή αντι­λαμ­βά­νο­μαι την ικα­νό­τη­τα να
απο­φα­σί­ζει κανείς τι πρέ­πει να γίνει. 
Παλιό­τε­ρα, το ζητού­με­νο ήταν να επι­βάλ­λει κανείς τη δική
του πολι­τι­κή ατζέ­ντα. 
Ήταν δεδο­μέ­νο ότι
το κρά­τος θα υλο­ποιού­σε την όποια ατζέ­ντα. 
Σήμε­ρα, τα πράγ­μα­τα είναι δια­φο­ρε­τι­κά. Δεν εννοώ ότι το κρά­τος είναι τελεί­ως ανί­σχυ­ρο, αλλά ότι
έχει περιο­ρι­σμέ­να περι­θώ­ρια ελιγ­μών. 
Έτσι, μπο­ρεί π.χ. να απο­φα­σί­σει ποιούς θα φορολογήσει
περισ­σό­τε­ρο, αλλά δεν έχει λόγο στα μεγά­λα προ­βλή­μα­τα. 
Όλοι οι πολι­τι­κοί θεσμοί που δημιουργήθηκαν
μετα­πο­λε­μι­κά, βασί­ζο­νταν στην αντί­λη­ψη ότι το κρά­τος είναι ικα­νό να διαχειριστεί
την οικο­νο­μία, την άμυ­να, όπως και τις πολι­τι­σμι­κές νόρ­μες μιας
κοι­νω­νί­ας. 
Αλλά τώρα πια η ιδέα της
εθνι­κής κυριαρ­χί­ας απο­τε­λεί αυτα­πά­τη, αφού δεν υπάρ­χει ούτε ένα έθνος που να
είναι κυρί­αρ­χο. 
Ακό­μη και πολύ
θαραλ­λέ­οι πολι­τι­κοί, όπως ο Λού­λα στη Βρα­ζι­λία, χρειά­ζε­ται να παρα­κο­λου­θούν τις
αντι­δρά­σεις των αγο­ρών όταν υιο­θε­τούν τη μια ή την άλλη
πολι­τι­κή. 
Αντί­θε­τα, κυριαρ­χούν τα
χρη­μα­τι­στή­ρια που δεν κάνουν τίπο­τε άλλο από το να παρα­κο­λου­θούν τις ισοτιμίες
των νομι­σμά­των κι όταν εντο­πί­σουν μια αδυ­να­μία, να τη διο­γκώ­νουν μέχρι να πάρει
δια­στά­σεις τερά­στιου προ­βλή­μα­τος, μέσω των ΜΜΕ και της πλη­ρο­φο­ρι­κής, ώστε να
οδη­γή­σουν σε πτώ­ση των μετο­χών και υπο­τι­μή­σεις και να δημιουρ­γή­σουν συνθήκες
κερ­δο­σκο­πί­ας για το μεγά­λο κεφάλαιο. 

 Πώς μπο­ρεί να επέλ­θει η αλλα­γή; Πώς είναι δυνα­τόν το
σύστη­μα της αγο­ράς να παρα­μέ­νει τόσο στα­θε­ρό σ’ένα περι­βάλ­λον γενικής
ρευ­στό­τη­τας, για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με δικούς σας όρους; 

 
Όπως σάς είπα, δε βλέπω
κάποια αρχή ικα­νή να επι­βά­λει κάτι δια­φο­ρε­τι­κό και πιστεύω ότι για να υπάρ­ξει θα
περά­σουν δεκα­ε­τί­ες, δεν είναι κάτι που θε εμφα­νι­στεί μέχρι τις επόμενες
εκλο­γές. Η μόνη ριζι­κή λύση που βλέ­πω είναι
να εδραιω­θεί ένας τρό­πος ζωής, που θα κατα­στή­σει το υπάρ­χον σύστη­μα έκπτωτο.
 Δηλα­δή, να στα­μα­τή­σει το σκε­πτι­κό τού να
δανεί­ζε­ται κανείς για την από­κτη­ση αυτο­κι­νή­του ή σε επί­πε­δο κρα­τών, το να
κατα­φεύ­γουν σε δανει­σμό για να μειώ­σουν τους φόρους για τους πολύ πλού­σιους, και
να υιο­θε­τη­θεί ένας τρό­πος ζωής, που θα παρέ­χει σε κάποιο βαθ­μό ασφά­λεια σε
όλους. Σε τέτοιο περι­βάλ­λον οι κερδοσκόποι
δεν μπο­ρούν να κάνουν πολ­λά πράγματα. 

— Δηλα­δή ένας αντι­κα­τα­να­λω­τι­κός τρό­πος ζωής. 
– Ακρι­βώς. Το μισό
πρό­βλη­μα είναι ο υπερ­βο­λι­κός κατα­να­λω­τι­σμός της σπα­τά­λης, που κυριαρχεί.
 
Γι’ αυτό και κανέ­να επί­δο­ξο κόμμα
εξου­σί­ας δεν υπό­σχε­ται στους ψηφο­φό­ρους πως θα πατά­ξει τον καταναλωτισμό.
 
Δεν μιλά­με φυσι­κά για λιτό­τη­τα, αλλά
για αλλα­γή νοο­τρο­πί­ας και τρό­που ζωής, με έμφα­ση στην ικα­νο­ποί­η­ση των αναγκών
και όχι την ικα­νο­ποί­η­ση των κατα­να­λω­τών.  
Ο κόσμος τότε δεν θα σπα­τα­λά­ει χρή­μα­τα για την απόκτηση
διά­φο­ρων gadgets, όπως για παρά­δειγ­μα το να αγο­ρά­ζεις και­νού­ριο κινη­τό, χωρίς το
παλιό να έχει βλά­βη… 
Αυτό γίνε­ται γιατί
οι κατα­σκευα­στές των gadgets δια­σφα­λί­ζουν ότι μόλις εισα­χθεί το νέο μοντέ­λο μιας
συσκευ­ής τα παλιό­τε­ρα θα γίνουν παρω­χη­μέ­νης τεχνο­λο­γί­ας και αυτό ακριβώς
τονί­ζουν όταν τα δια­φη­μί­ζουν. Τέτοια τεχνά­σμα­τα χρη­σι­μο­ποιούν για να παγιδεύουν
τους κατα­να­λω­τές. 
Τα δια­φη­μι­στι­κά κόλπα
αρχί­ζουν από τις δια­φη­μί­σεις στην παι­δι­κή τηλε­ό­ρα­ση, όταν π.χ. τα νέα μοντέλα
αθλη­τι­κών παπού­τσιών παρου­σιά­ζο­νται με τέτοιον τρό­πο, που κάνει τα παι­διά να
αισθά­νο­νται πως θα γίνουν ρεζί­λι στο σχο­λείο αν εμφα­νι­στούν με
παλιό­τε­ρα. 
Μ’αυτόν τον τρό­πο ασκούνται
πιέ­σεις από παντού και απαι­τεί­ται θάρ­ρος και αντο­χή για να αντι­στα­θεί κανείς
στον κατα­να­λω­τι­σμό. Κάποιοι το κατορ­θώ­νουν και δημιουρ­γού­νται μικροί πυρήνες,
όπως για παρά­δειγ­μα στην Ιτα­λία υπάρ­χει το κίνη­μα “slow food”, που έχει
εξα­πλω­θεί σε 160 χώρες. 
Ή
το “Cittaslow”, που απο­σκο­πεί στην επι­βρά­δυν­ση του ρυθ­μού ζωής στα
αστι­κά κέντρα και στη δια­σφά­λι­ση της ποιό­τη­τας ζωής, αντί για την ποιό­τη­τα της
κατα­νά­λω­σης.  
Τέτοιες πρω­το­βου­λί­ες
απο­τε­λούν «νησά­κια» σε ένα αρχι­πέ­λα­γος. 
Από αυτό το σημείο ως τη ριζι­κή αλλα­γή νοο­τρο­πί­ας είναι
μακρύς ο δρό­μος. 
Με παρη­γο­ρεί
όμως η σκέ­ψη πως κάθε πλειο­ψη­φία στην ιστο­ρία ξεκί­νη­σε ως μειο­ψη­φία κι έτσι το
ίδιο μπο­ρεί να συμ­βεί και με τις κινή­σεις που ανα­φέ­ρα­με. Δεν έχω δυστυ­χώς άλλο
όρα­μα να σας προ­σφέ­ρω.
 

—  Ποιός
θεω­ρεί­τε ότι είναι ο ρόλος των δια­νο­ού­με­νων σε αυτήν την προ­σπά­θεια;
 
 — Η δια­νό­η­ση έχει γίνει κι αυτή ένα
προ­ϊ­όν που πωλεί­ται και αγο­ρά­ζε­ται και αυτό ισχύ­ει για όλους, τόσο
συντη­ρη­τι­κούς, όσο και προ­ο­δευ­τι­κούς. 
Παλιό­τε­ρα, ας πού­με στη δεκα­ε­τία του ’30, υπήρχαν
δια­νο­ού­με­νοι με κάποιο όρα­μα, κομ­μου­νι­στι­κό ή ακό­μη και
φασι­στι­κό. 
Σήμε­ρα οι δια­νο­ού­με­νοι με
όρα­μα είναι πολύ λίγοι. 
Ο Μισέλ Φουκώ
έχει πει ότι δεν υπάρ­χουν πια ολο­κλη­ρω­μέ­νοι δια­νο­ού­με­νοι: οι πανεπιστημιακοί
στη­ρί­ζουν τα πανε­πι­στή­μια, οι καλ­λι­τέ­χνες τα θέα­τρα, οι για­τροί τα νοσο­κο­μεία, η
κάθε κατη­γο­ρία τα δικά της επαγ­γελ­μα­τι­κά συμ­φέ­ρο­ντα. 
Λεί­πουν οι δια­νο­ού­με­νοι που θα στο­χα­στούν με πλαίσιο
ανα­φο­ράς την ανθρω­πό­τη­τα ολό­κλη­ρη. 
Αυτή
η απου­σία έχει να κάνει με τη σχε­τι­κο­ποί­η­ση και την εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­ση της
γνώ­σης; 
Οι δια­δι­κα­σί­ες της
εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­σης, της απορ­ρύθ­μι­σης, του ατο­μι­σμού χαρα­κτη­ρί­ζουν όλες τις
πλευ­ρές της σύγ­χρο­νης κοι­νω­νί­ας. 
Έτσι
δεν υπάρ­χουν πια «κέντρα βάρους», σημεία συνεύ­ρε­σης, και «εργο­στά­σια
αλλη­λεγ­γύ­ης». 
Όλα είναι σκόρπια,
ρευ­στά. 
Συνερ­γα­ζό­μα­στε στιγ­μιαία για
την αντι­με­τώ­πι­ση ενός προ­βλή­μα­τος και στη συνέ­χεια μετα­πη­δά­με σε κάτι άλλο, όταν
βαρε­θού­με, και όχι όταν το πρό­βλη­μα έχει επι­λυ­θεί. 
Δεν υπάρ­χει αγκυροβόλι. 

—  Αν λοι­πόν, όπως περι­γρά­φε­τε και στα βιβλία σας, ζούμε
πια σε ένα μετα­μο­ντέρ­νο, ρευ­στό κόσμο, μια ρευ­στή μετα­νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα, ποιά θα
είναι η διά­δο­χη κατάσταση; 
— Χρη­σι­μο­ποιώ, όπως ίσως ξέρε­τε, τον
όρο interregnum, που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε για πρώ­τη φορά από τον
Τίτο Λίβιο για να περι­γρά­ψει την κατά­στα­ση στη Ρώμη μετά το θάνα­το του Ρωμύλου,
που βασί­λε­ψε για 37 χρό­νια, όσο ήταν τότε ο μέσος όρος ζωής.
Μετά το θάνα­τό του, ελά­χι­στοι Ρωμαί­οι θυμού­νταν τη Ρώμη
πριν το Ρωμύ­λο.
Οπό­τε επι­κρα­τού­σε μια
κατά­στα­ση τρα­γι­κής αβε­βαιό­τη­τας και έλλει­ψης προ­σα­να­το­λι­σμού, μέχρι να βρεθεί
βασι­λιάς.
Ο Γκράμ­σι δανεί­στη­κε τον όρο
και τον προ­σάρ­μο­σε για να περι­γρά­ψει μια κατά­στα­ση όπου οι παλιές πρα­κτι­κές δεν
είναι πια απο­τε­λε­σμα­τι­κές, ενώ νέοι τρό­ποι δεν έχουν ακόμα
εφευ­ρε­θεί. 
Είναι εξαι­ρε­τι­κά δύσκο­λο να
προ­βλέ­ψου­με ποιοί θα είναι αυτοί οι τρό­ποι. Ίσως σε άλλα σημεία της υδρο­γεί­ου να
έχουν ήδη βρε­θεί και να μην το γνω­ρί­ζου­με.
Αυτό το μαθαί­νου­με πάντα εκ των υστέ­ρων.Στη διάρ­κεια του 20ου αιώ­να, ούτε ένα από τα
γεγο­νό­τα που άλλα­ξαν τον ρου της ιστο­ρί­ας δεν είχε προ­βλε­φθεί.
Όλα απο­τέ­λε­σαν εκπλή­ξεις και ο κόσμος δεν μπο­ρού­σε να
πιστέ­ψει πως συνέ­βαι­ναν.
Οταν μελε­τού­σα
την ιστο­ρία του εργα­τι­κού κινή­μα­τος στη Βρε­τα­νία και έκα­να έρευ­να στα αρχεία της
Guardian στο Μάν­τσε­στερ, δια­πί­στω­σα πως ούτε μια φορά μέχρι το 1870  δεν είχε
γίνει ανα­φο­ρά στην βιο­μη­χα­νι­κή επα­νά­στα­ση, ούτε στην κοι­τί­δα της, το
Μάν­τσε­στερ. 
Ο κόσμος δεν είχε
αντι­λη­φθεί πως ζού­σε τη βιο­μη­χα­νι­κή επα­νά­στα­ση. 
Επο­μέ­νως, αν τώρα ζού­με μια μετα-ρευ­στή επα­νά­στα­ση, μόνο
τα παι­διά σας θα τη συνει­δη­το­ποι­ή­σουν.
 

— Αυτό είναι εξαιρετικά
ενδιαφέρον. 
— Ο συμπα­τριώ­της
σας Κορ­νή­λιος Καστο­ριά­δης, όταν λόγω των ριζο­σπα­στι­κών του θέσε­ων ερω­τή­θη­κε αν
στό­χος του ήταν να αλλά­ξει τον κόσμο, απά­ντη­σε «Ούτε κατά διά­νοια. Ποτέ δεν
πέρα­σε από το μυα­λό μου να αλλά­ξω τον κόσμο. Αυτό που επι­θυ­μώ είναι να αλλά­ξει η
ανθρω­πό­τη­τα από μόνη της, όπως έκα­νε τόσες φορές στο παρελ­θόν». 
Αυτή είναι οπτι­κή αισιό­δο­ξου ανθρώπου. 

Την προ­συ­πο­γρά­φε­τε σε τελι­κή ανάλυση; 
Δεν θα προ­λά­βω να το δω, για­τί είναι
μακρο­πρό­θε­σμο. 
Όμως ελπί­ζω ο
21ος αιώ­νας να είναι αφιε­ρω­μέ­νος στην επα­να­σύν­δε­ση εξου­σί­ας και
πολι­τι­κής, μέσα από συλ­λο­γι­κή δρά­ση και κοι­νούς στό­χους. 
Η διά­κρι­ση μετα­ξύ αισιό­δο­ξης και απαι­σιό­δο­ξης στάσης
κατά τη γνώ­μη μου είναι λογι­κά εσφαλ­μέ­νη, αφού δεν εξα­ντλεί όλες τις
πιθα­νό­τη­τες.  
Ποιός είναι ο αισιόδοξος;
Όποιος πιστεύ­ει πως ο κόσμος ως έχει εδώ και τώρα, είναι ο καλύ­τε­ρος δυνατός.
 
Ποιός είναι ο απαι­σιό­δο­ξος; Αυτός που
σκέ­φτε­ται πως ίσως ο αισιό­δο­ξος να έχει δίκιο. 
Υπάρ­χει και ο Καστο­ριά­δης μετα­ξύ των δύο θέσε­ων, που
λέει πως ένας άλλος κόσμος είναι εφι­κτός και έλπι­ζε πως κάπο­τε θα
πραγ­μα­το­ποι­η­θεί. 
Όσον αφο­ρά στο απώτερο
μέλ­λον, η άπο­ψη του είναι σωστή, όχι όμως όσον αφο­ρά στο άμεσο
μέλ­λον. 
Όσο για μένα, είμαι
βρα­χυ­πρό­θε­σμα απαι­σιό­δο­ξος και μακρο­πρό­θε­σμα αισιό­δο­ξος. 
Δεν βλέ­πω ριζο­σπα­στι­κές αλλα­γές σύντο­μα, αλλά είμαι
σίγου­ρος, πως είναι στο πρόγραμμα. 
[1] Ο
ψυχί­α­τρος R.D. Laing, ορί­ζει ως «διπλούς δεσμούς», τα δια­φο­ρε­τι­κά αντιφατικά
μηνύ­μα­τα στα οποία είναι εκτε­θει­μέ­να τα μέλη της οικο­γέ­νειας λόγω της
ταυ­τό­χρο­νης επιρ­ρο­ής της κοι­νω­νί­ας και της οικο­γέ­νειας και την ανά­γκη να
απα­ντή­σουν σε πολύ συχνά παρά­λο­γες προ­κλή­σεις για να μην
τιμωρηθούν.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted