Ερχεται μνημονιακός χειμώνας… - Φαιακία

Ερχεται μνημονιακός χειμώνας…

Μία ανά­γνω­ση των εκλο­γι­κών απο­τε­λε­σμά­των επι­χει­ρεί ο Κώστας Μάρ­κου και η ΦΑΙΑΚΙΑ αναπαράγει…

Έρχεται μνημονιακός χειμώνας

Οι εκλο­γές της 20ης Σεπτέμ­βρη απο­τύ­πω­σαν μια ορι­σμέ­νη ανα­στρο­φή του βέλους της λαϊ­κής συνεί­δη­σης, που από τις περι­φε­ρεια­κές εκλο­γές του 2010 κινού­νταν σε αρι­στε­ρή αντι­μνη­μο­νια­κή κατεύ­θυν­ση. Εμφα­νί­ζε­ται ο κίν­δυ­νος μαζι­κής πολι­τι­κής και αξια­κής μετάλ­λα­ξης αγω­νι­στών, δημιουρ­γί­ας ενός νέου είδους μετα-πασο­κι­κού υπο­ταγ­μέ­νου ανθρώ­που. Ωστό­σο, η υπο­χώ­ρη­ση και ήττα είναι πολι­τι­κή – τακτι­κή, όχι κοι­νω­νι­κή – στρατηγική.
Βου­λή και κυβέρ­νη­ση με κορ­μό τον Σόιμπλε
Είναι αυτο­νό­η­το ότι κανείς σοβα­ρός αρι­στε­ρός και κομ­μου­νι­στής δεν δικαιού­ται να πανη­γυ­ρί­ζει για τα εκλο­γι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα. Τον ελλη­νι­κό λαό τον περι­μέ­νει ένας βαρύς μνη­μο­νια­κός χει­μώ­νας. Η βου­λή και η κυβέρ­νη­ση που σχη­μα­τί­σθη­κε είναι μια κυβέρ­νη­ση με κορ­μό τον Σόιμπλε.
Πολ­λά επη­ρέ­α­σαν το εκλο­γι­κό απο­τέ­λε­σμα. Καθο­ρί­στη­κε, όμως, από την επι­κρά­τη­ση του πολι­τι­κού πρα­ξι­κο­πή­μα­τος ενα­ντί­ον του «Οχι», αλλά και από τα όρια ακό­μη και τις εσω­τε­ρι­κές αντι­θέ­σεις του «στρα­το­πέ­δου του Όχι».
Η μαχό­με­νη Αρι­στε­ρά προ­σπά­θη­σε. Ωστό­σο, στην πλειο­ψη­φία της, είτε κοι­μή­θη­κε στην αγκα­λιά του «Όχι» είτε πίστε­ψε ότι με το απο­λυ­τί­κιο του «επι­βε­βαιω­θή­κα­μεν» στις εκτι­μή­σεις για τον ΣΥΡΙΖΑ, θα μοι­ρά­σει ησύ­χως τα ιμά­τιά του.
Τμή­μα­τά της δεν κατα­νό­η­σαν έγκαι­ρα τη σημα­σία του μεγέ­θους και επί­δρα­σης, εδώ και χρό­νια, της δεξιάς, δια­χει­ρι­στι­κής ευρω­κομ­μου­νι­στι­κής στρα­τη­γι­κής στον ΣΥΡΙΖΑ, άρα και του δια­χω­ρι­σμού από αυτήν. Άλλα, δεν έδω­σαν την ανα­γκαία σημα­σία και περιε­χό­με­νο στην ενω­τι­κή τακτι­κή απέ­να­ντι στην αρι­στε­ρή μεταρ­ρυθ­μι­στι­κή του πτέ­ρυ­γα, με προ­ϋ­πό­θε­ση την αυτο­τέ­λεια της επα­να­στα­τι­κής Αρι­στε­ράς. Γενι­κά, δεν κατα­νό­η­σαν την από­το­μη αντι­δρα­στι­κή στρο­φή και τις δια­λυ­τι­κές επι­πτώ­σεις που θα είχε μια νίκη του πρα­ξι­κο­πή­μα­τος στο ηθι­κό του λαού, χωρίς ισχυ­ρή αντίδραση.

Συνέ­χι­σαν εν πολ­λοίς με τα ίδια τακτι­κά συν­θή­μα­τα όπως προη­γου­μέ­νως. Με λίγες εξαι­ρέ­σεις (επι­τρο­πές του «Όχι μέχρι τέλους»), προ­σα­να­το­λί­σθη­καν κατά κύριο λόγο σε πολι­τι­κές ή κοι­νο­βου­λευ­τι­κές κινή­σεις χωρίς να καλέ­σουν το λαό σε ένα νέο «1-1-4». Προ­ε­τοι­μά­ζο­νταν για την επι­κρά­τη­ση του ενός ένα­ντι του άλλου και όχι για την ανα­γκαία, σε τέτοιες έκτα­κτες συν­θή­κες, μετω­πι­κή αντι­με­τώ­πι­ση του κύριου αντί­πα­λου με απο­σα­φή­νι­ση και ριζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση του κοι­νού προ­γράμ­μα­τος πάλης.

Από εκεί και πέρα, μέσα στα εργα­ζό­με­να στρώ­μα­τα, κέρ­δι­σε φυσιο­λο­γι­κά η λογι­κή του «μη χεί­ρον βέλ­τι­στον», ενός μνη­μο­νί­ου με κοι­νω­νι­κή ευαισθησία.

Δεν είναι, όμως, παντο­δύ­να­μοι. Ο νέος μνη­μο­νια­κός συνα­σπι­σμός κυβέρ­νη­σης και αντι­πο­λί­τευ­σης θα δια­σχι­σθεί από βαθιές αντι­θέ­σεις. Η καπι­τα­λι­στι­κή κρί­ση είναι εδώ. Η εφαρ­μο­γή των φρι­κα­λε­ο­τή­των θα ξεσκί­σει το προ­σω­πείο της κοι­νω­νι­κής ευαι­σθη­σί­ας. Θα απο­κα­λύ­ψει το απο­κρου­στι­κό πρό­σω­πο του μεταλ­λαγ­μέ­νου ΣΥΡΙΖΑ. Θα τον φέρει αντι­μέ­τω­πο με τα λαϊ­κά στρώ­μα­τα που τον ψήφισαν.

Δυσκο­λό­τε­ρα μεν, αλλά νέοι αγώ­νες θα ξεσπά­σουν. Η άνοι­ξη θα έρθει, όχι όμως μόνη της, θέλει δου­λειά πολύ. Χρειά­ζε­ται μαχό­με­νη και όχι πανι­κό­βλη­τη αυτο­κρι­τι­κή και, κυρί­ως όχι διχα­στι­κές αυτο­δι­καιώ­σεις ή μετα­θέ­σεις ευθυ­νών. Χρειά­ζε­ται να τεθεί ξανά μια νέα κομ­μου­νι­στι­κή στρα­τη­γι­κή στο τιμό­νι και μια νέα μετω­πι­κή τακτι­κή, ανα­χαί­τι­σης της ρεβαν­σι­στι­κής αντε­πί­θε­σης του αντί­πα­λου, με ανα­τρε­πτι­κή αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή κατεύθυνση.
Παρά την ηγε­μο­νία ΣΥΡΙΖΑ και μνη­μο­νια­κών δυνά­με­ων, η αρι­στε­ρή αμφι­σβή­τη­σή τους δεν είναι αμελητέα
Κρι­τή­ριο των εκλο­γι­κών απο­τε­λε­σμά­των για τα κόμ­μα­τα της κομ­μου­νι­στι­κής επαγ­γε­λί­ας και της επα­νά­στα­σης δεν μπο­ρεί να είναι γενι­κά «οι ψήφοι». Πολύ περισ­σό­τε­ρο το κρι­τή­ριο δεν μπο­ρεί να είναι ανι­στό­ρη­το, πέρα και έξω από την κοι­νω­νι­κή πάλη.
Το εργα­τι­κό κίνη­μα στην Ελλά­δα, μετά το ξέσπα­σμα της κρί­σης, εμφα­νί­ζε­ται με τη μορ­φή της πλημ­μυ­ρί­δας και της άμπω­της, δυνα­μώ­νει και «απο­σύ­ρε­ται» για να επα­νέλ­θει ξανά με άλλη μορ­φή και έντα­ση. Στην περί­ο­δο 2010 – ‘12 κορυ­φώ­θη­κε. Μετά τις εκλο­γές του Ιού­νη 2012, υπό την ηγε­μο­νία του τότε ΣΥΡΙΖΑ, υπο­χω­ρεί για να εμφα­νι­στεί ξανά, αδύ­να­μο αλλά με μια εσω­τε­ρι­κή δυνα­μι­κή που εμφα­νί­ζε­ται με τις κινη­το­ποι­ή­σεις ενά­ντια στο «μαύ­ρο» της ΕΡΤ, την κίνη­ση προς απερ­γία διαρ­κεί­ας της ΟΛΜΕ, τις μαζι­κές αντι­φα­σι­στι­κές δημο­κρα­τι­κές αντι­δρά­σεις για τη δολο­φο­νία του Π. Φύσ­σα και «κορυ­φώ­νε­ται» με το μεγά­λο συλ­λα­λη­τή­ριο και το δημο­ψή­φι­σμα της 5ης Ιουλίου.
Οι εκλο­γές της 20ης Σεπτέμ­βρη απο­τύ­πω­σαν μια ορι­σμέ­νη και προς μελέ­τη ανα­στρο­φή του βέλους της λαϊ­κής συνεί­δη­σης, που από τις περι­φε­ρεια­κές εκλο­γές του 2010 κινού­νταν σε αρι­στε­ρή αντι­μνη­μο­νια­κή κατεύ­θυν­ση, με στοι­χεία βαθύ­τε­ρης ριζο­σπα­στι­κής αμφι­σβή­τη­σης. Αυτή η ανα­στρο­φή, στα μάτια ευρύ­τε­ρων μαζών, συσκο­τί­στη­κε και συσκο­τί­ζε­ται ακό­μη, από το αρι­στε­ρό προ­σω­πείο του ΣΥΡΙΖΑ που συγκά­λυ­ψε την από­το­μη ολο­κλή­ρω­ση της αντι­δρα­στι­κής μνη­μο­νια­κής του μετάλλαξης.
Η άμε­ση αιτία για αυτήν, πρέ­πει να ανα­ζη­τη­θεί στο γεγο­νός, ότι το βρά­δι της 5ης Ιου­λί­ου, μαζί με τη νίκη του «Όχι», εκδη­λώ­θη­κε ένας προ­ε­τοι­μα­ζό­με­νος από και­ρό βια­σμός της αντι­φα­τι­κής λαϊ­κής αντι­μνη­μο­νια­κής θέλη­σης: το πολι­τι­κό, μιντια­κό και αντι­συ­νταγ­μα­τι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα ενα­ντί­ον της. Όπως οι περισ­σό­τε­ροι βια­σμοί, δια­πρά­χθη­κε και αυτός από πρό­σω­πο του οικεί­ου περι­βάλ­λο­ντος. Από εκεί και πέρα, στο βαθ­μό που δεν εκδη­λώ­θη­κε μαχη­τι­κή αντί­στα­ση, εμφα­νί­σθη­κε στη μαζι­κή κοι­νω­νι­κή ψυχο­λο­γία, το σύν­δρο­μο της Στοκ­χόλ­μης: το θύμα, σε έναν βαθ­μό, ταυ­τί­ζε­ται με τον θύτη.
Είναι ζήτη­μα βαθιάς συλ­λο­γι­κής εργα­σί­ας η επε­ξερ­γα­σία των αιτιών και της πορεί­ας που οδή­γη­σε σε αυτό το απο­τέ­λε­σμα, αλλά και η πολ­λα­πλή δυνα­μι­κή του. Ωστό­σο, η προ­α­να­φε­ρό­με­νη αντι­στρο­φή του βέλους της λαϊ­κής συνεί­δη­σης απο­τυ­πώ­νε­ται σε βασι­κές πλευ­ρές της εκλο­γι­κής συμπε­ρι­φο­ράς. Η οκτα­κομ­μα­τι­κή βου­λή που ανα­δεί­χθη­κε, κυριαρ­χεί­ται από 267 βου­λευ­τές και έξι μνη­μο­νια­κά κόμ­μα­τα της μιας ή της άλλης εκδο­χής, μαζί με ένα νεο­να­ζι­στι­κό, δήθεν αντι­μνη­μο­νια­κό κόμ­μα των 18 εδρών. Η Αρι­στε­ρά περιο­ρί­στη­κε στις 15 έδρες του ΚΚΕ. Η Ένω­ση Κεντρώ­ων, είναι μιντια­κό κυρί­ως κατα­σκεύ­α­σμα και δεξιό, νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρο, κατο­πτρι­κό είδω­λο του κεντρο­α­ρι­στε­ρού Ποταμιού.
Ο ΣΥΡΙΖΑ προ­σπέ­ρα­σε την αρι­στε­ρή διά­σπα­σή του και ηγε­μο­νεύ­ει στο νέο πολι­τι­κό σκη­νι­κό με 35,46% και μικρή ποσο­στιαία πτώ­ση 0,9% σε σχέ­ση με τις εκλο­γές του Ιανουα­ρί­ου. Κυριαρ­χεί στα εργα­ζό­με­να λαϊ­κά στρώ­μα­τα, όπως δεί­χνουν ανά­γλυ­φα τα απο­τε­λέ­σμα­τα στις λαϊ­κές συνοι­κί­ες της Β’ Αθή­νας και Β’ Πει­ραιά: Αγ. Βαρ­βά­ρα 43,84%, Αιγά­λεω 42,59%, Περι­στέ­ρι 42,22%, Κερα­τσί­νι – Δρα­πε­τσώ­να 42,95%, Νίκαια 41,95%. Αντί­θε­τα, στους αστι­κούς δήμους, τα ποσο­στά του είναι αντι­στρό­φως χαμη­λά: Φιλο­θέη – Ψυχι­κό 17,19%, Παπά­γου 17,63%. Σύμ­φω­να με τις δημο­σκο­πή­σεις, προη­γεί­ται κατά πολύ στους νέους και στις γυναί­κες, ενώ στα μεσο­στρώ­μα­τα (π.χ. αγρό­τες) κινεί­ται στο ίδιο επί­πε­δο με τη ΝΔ.
Ωστό­σο, πίσω από τα ποσο­στά, ο αριθ­μός ψήφων δεί­χνει σοβα­ρή αιμορ­ρα­γία λόγω της δεξιάς μνη­μο­νια­κής του στρο­φής. Σε πανελ­λα­δι­κό επί­πε­δο, από 2.245.978 ψήφους τον Ιανουά­ριο, πέφτει κατά 320.000 στους 1.925.904, δηλα­δή χάνει το 14,25% της δύνα­μής του. Πρό­κει­ται για σοβα­ρή και από τα αρι­στε­ρά αμφι­σβή­τη­σή του, η οποία έχει δυνα­μι­κό­τε­ρο χαρα­κτή­ρα από την πρό­σκαι­ρη εκλο­γι­κή κυριαρ­χία του.
Παρά την επι­τυ­χία της εισό­δου στη Βου­λή, οι συγκυ­βερ­νώ­ντες ΑΝΕΛ είχαν μεγά­λη πτώ­ση από 4,75% στο 3,69% και από 293.683 ψήφους στους 200.423. Με 93.000 λιγό­τε­ρους ψήφους, οι ΑΝΕΛ χάνουν το 31,7% της εκλο­γι­κής τους δύνα­μης. Ο μικρός δεξιός κυβερ­νη­τι­κός σύμ­μα­χος της συγκυ­βέρ­νη­σης πλήτ­τε­ται πολύ περισ­σό­τε­ρο από τη μνη­μο­νια­κή μετάλ­λα­ξη της συγκυ­βέρ­νη­σης, χάρη και στην πίε­ση του εκλο­γι­κού νόμου που δίνει το μπό­νους των 50 εδρών στο μεγα­λύ­τε­ρο πρώ­το κόμμα.
Παρό­λα αυτά, οι ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ συγκυ­βερ­νούν μόνο με το 21,6% των εγγε­γραμ­μέ­νων ψηφοφόρων.
Η Νέα Δημο­κρα­τία αύξη­σε ορια­κά τα ποσο­στά της από 27,81% στο 28,10%, αλλά το σχε­δόν 7% κάτω από τον ΣΥΡΙΖΑ απο­τε­λεί καθα­ρή ήττα για αυτήν, την τέταρ­τη μετά τις ευρω­κε­λο­γές του 2014. Σε ψήφους χάνει 192.000, το 11,2% της δύνα­μης της (λιγό­τε­ρο, δηλα­δή, από τον ΣΥΡΙΖΑ). Η ψήφος της είναι αντι­στρό­φως ταξι­κή από αυτή του αντι­πά­λου της. Χαμη­λά στις εργα­το­γει­το­νιές, ψηλά στις αστι­κές: Αγ. Βαρ­βά­ρα 17,11%, Κερα­τσί­νι 17,80%, αντί­θε­τα, Φιλο­θέη – Ψυχι­κό 54,09%, Παπά­γου 48,19%.
Φαι­νο­με­νι­κά και συμ­βο­λι­κά, η «Δημο­κρα­τι­κή Συμπα­ρά­τα­ξη» του ΠΑΣΟΚ με τη ΔΗΜΑΡ εμφά­νι­σε τη μεγα­λύ­τε­ρη επι­τυ­χία. Με 6,28% και 17 βου­λευ­τές είναι η τέταρ­τη κοι­νο­βου­λευ­τι­κή ομά­δα. Την αύξη­ση αυτή έφε­ρε όχι η (αμε­λη­τέ­ας επιρ­ρο­ής) ΔΗΜΑΡ αλλά η μη κάθο­δος του ΚΙΔΗΣΟ του Γ. Παπαν­δρέ­ου. Παρό­λα αυτά, τα ποσο­στά και οι ψήφοι της Δ.Σ. είναι κάτω από το άθροι­σμα ΠΑΣΟΚ και ΚΙΔΗΣΟ: Το ποσο­στιαίο άθροι­σμά τους ήταν τον Ιανουά­ριο ήταν 7,15% και οι ψήφοι τους 442.026. Από αυτούς η Δ.Σ. καρ­πώ­θη­κε 341.390, δηλα­δή, 100.000 λιγότερους.
Μεγά­λη πτώ­ση είχε το Ποτά­μι: από 6,06% πέφτει στο 4,09% και από 373.924 ψήφους στους 222.166. Με 151.000 λιγό­τε­ρους ψήφους χάνει το 40,4% της δύνα­μής του.
Η Ένω­ση Κεντρώ­ων του Β. Λεβέ­ντη κατά­φε­ρε να μπει στη Βου­λή διπλα­σιά­ζο­ντας τα ποσο­στά της από 1,79% στο 3,43%, αλλά όχι και τις ψήφους της, όπου από 110.923 ανε­βαί­νει κατά 76.000 περί­που, στους 186.457 ψήφους.
Η Χρυ­σή Αυγή δεί­χνει ανη­συ­χη­τι­κή αντο­χή, κατά­φε­ρε να συγκρα­τη­θεί σε ψήφους χάνο­ντας μόλις 8.000 περί­που (379.581 από 388.387 τον Ιανουά­ριο), εμφα­νί­ζο­ντας όμως άνο­δο από 6,28% στο 6,99%. Σημα­ντι­κή δια­πί­στω­ση είναι ότι στις λαϊ­κές συνοι­κί­ες εμφα­νί­ζει κάποια κάμ­ψη σε ψήφους (8.400 λιγό­τε­ρους στη Β’ Αθή­νας και 1.300 στη Β’ Πει­ραιώς), η οποία όμως αντι­σταθ­μί­ζε­ται με το παρα­πά­νω στα νησιά του Αιγαί­ου, όπου εκμε­ταλ­λεύ­τη­κε το προ­σφυ­γι­κό κύμα: Δωδε­κά­νη­σα από 5,53% και 5.697 ψήφους τον Ιανουά­ριο στο 8,07% και τους 7.187, Σάμος από 5,54% και 1.384 ψήφους στο 7,66% και τους 1.811, Λέσβος από 4,66% και 2.765 σε 7,78% και 4.223.
Η φαι­νο­με­νι­κή εικό­να δεί­χνει ότι ποσο­στιαία η εκλο­γι­κή κυριαρ­χία των αστι­κών και μικρο­α­στι­κών μνη­μο­νια­κών δυνά­με­ων είναι συντρι­πτι­κή. Όμως πίσω από αυτήν, οι αριθ­μοί ψήφων δεί­χνουν ότι έχα­σαν περί­που 857.000 ψήφους. Η θετι­κή αυτή εξέ­λι­ξη σκιά­ζε­ται από το γεγο­νός ότι μόλις 172.000 περί­που στρέ­φο­νται προς τα αρι­στε­ρά και 41.000 στο ΕΠΑΜ, ενώ 76.000 στρέ­φο­νται δεξιά, προς την Ένω­ση Κεντρώ­ων, εν γνώ­ση βεβαί­ως, της πολυ­μορ­φί­ας των μετα­κι­νή­σε­ων. Το μεγα­λύ­τε­ρο μέρος αυτής της πτώ­σης κινεί­ται προς τη συνει­δη­τή απο­χή, η οποία αυξή­θη­κε κατά 7,05% και από 36,38% σε 43,43% (η πραγ­μα­τι­κή απο­χή είναι μικρό­τε­ρη κατά 15 – 18%, σύμ­φω­να με εκτι­μή­σεις, λόγω της μη εκκα­θά­ρι­σης των εκλο­γι­κών κατα­λό­γων). Ψήφι­σαν 764.062 λιγό­τε­ροι, 5.566.295 από 6.330.356. Το ότι η απο­χή είχε κυρί­ως συνει­δη­τό χαρα­κτή­ρα και όχι οικο­νο­μι­κά αίτια φαί­νε­ται από την εργα­το­λαϊ­κή περι­φέ­ρεια της Β’ Αθη­νών, όπου από 27,18% τον Ιανουά­ριο η απο­χή εκτι­νά­χθη­κε κατά 9,72% στο 36,90%.
Στα­σι­μό­τη­τα και πτώ­ση ψήφων του ΚΚΕ
Τον Μάιο του 2012, τρία χρό­νια από την κρί­ση, το ΚΚΕ, αδυ­να­τεί να εκφρά­σει την ανε­χό­με­νη δυνα­μι­κή του αγω­νι­ζό­με­νου λαού, δια­τη­ρεί απλά τις δυνά­μεις του 2009, αλλά τον Ιού­νιο του 2012 χάνει 255.000 ανθρώ­πους ή το μισό της δύνα­μης του.
Από τις απώ­λειες αυτές, το Γενά­ρη του 2015, ανα­κτά το ένα τέταρ­το (60.000 περί­που). Τώρα, όχι μόνο δεν συνε­χί­ζει να ανα­κτά από τον Ιού­νη του 2012, αλλά χάνει και το 50% όσων είχε ανακτήσει.
Εφτά χρό­νια από την κρί­ση και παρά τις μετα­μορ­φώ­σεις του ΣΥΡΙΖΑ, η συμπε­ρι­φο­ρά των λαϊ­κών στρω­μά­των επι­κα­θο­ρί­ζε­ται από το μνη­μο­νια­κό ενα­πο­μεί­να­ντα ΣΥΡΙΖΑ με το νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρο πολι­τι­κό πρό­γραμ­μα, τη Χρυ­σή Αυγή και την απο­χή. Δηλα­δή από μία πολι­τι­κή Βαβέλ, με φόντο την απο­γο­ή­τευ­ση ή την αδιέ­ξο­δη απα­ξί­ω­ση πλευ­ρών ή του συνό­λου του συστή­μα­τος, με ότι αυτά συνε­πά­γο­νται και προϋποθέτουν.
Η από­το­μη, ποιο­τι­κή μεί­ω­ση του 2012 και η στα­σι­μό­τη­τα που παρου­σιά­ζει έκτο­τε το ΚΚΕ είναι έκφρα­ση των αδιε­ξό­δων της γενι­κό­τε­ρης πολι­τι­κής του που οδη­γεί σε κρί­ση εκπρο­σώ­πη­σης των λαϊ­κών κοι­νω­νι­κών στρω­μά­των. Αδυ­να­τώ­ντας να προ­σεγ­γί­σει το βάθος, την έκτα­ση, τη διάρ­κεια της κρί­σης και τους κιν­δύ­νους που απορ­ρέ­ουν από αυτή, περι­στρέ­φε­ται γύρω από τον εαυ­τό του. Δίχως μετω­πι­κή πολι­τι­κή, διχά­ζει αντί να ενώ­νει, απο­γοη­τεύ­ει αντί να εμπνέει.
Από εκεί απορ­ρέ­ει το τρα­γι­κό λάθος του άκυ­ρου – απο­χής στο δημο­ψή­φι­σμα και η συνε­πα­κό­λου­θη απο­μό­νω­σή του από τις εργα­ζό­με­νες μάζες του ΣΥΡΙΖΑ, η ιδιαί­τε­ρη προ­βο­λή της «εξου­σί­ας και κοι­νω­νι­κο­ποί­η­σης» ως κύριου περιε­χο­μέ­νου της νέας εκλο­γι­κής τακτι­κής του, αφή­νο­ντας ακά­λυ­πτες τις αρι­στε­ρές μάζες στα κύρια ζητή­μα­τα πολι­τι­κής αντι­πα­ρά­θε­σης, αλλά και οι επι­θέ­σεις ενά­ντια σε ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΛΑΕ, οι οποί­ες δεν απέ­φε­ραν ουσια­στι­κά τίποτε.
Έτσι, στις εκλο­γές της 20ης Σεπτεμ­βρί­ου εμφα­νί­ζει μεν στα­θε­ρό­τη­τα σε ποσο­στό (από 5,47% στο 5,55%), αλλά χάνει περί­που 37.000 ψήφους, πέφτει από 338.387 σε 301.632. Μάλι­στα, στις εργα­το­λαϊ­κές περι­φέ­ρειες εμφα­νί­ζει κάμ­ψη και σε ποσο­στό, όπως στη Β’ Αθη­νών (από 6,93% στο 6,80%), στη Β’ Πει­ραιώς (από 8,18% στο 7,94%).
Παρό­λα αυτά, απο­τε­λεί δύνα­μη του μαζι­κού κινή­μα­τος με κομ­μου­νι­στι­κή ανα­φο­ρά και άρα, με δυνα­τό­τη­τα να συνει­σφέ­ρει σε μια νικη­φό­ρα ανα­μέ­τρη­ση, εφό­σον κατα­φέ­ρει να κάνει σοβα­ρές στρα­τη­γι­κές και τακτι­κές αναπροσαρμογές.
Λαϊ­κή ενό­τη­τα – Δεν έπει­σε ότι κινεί­ται προς ρήξη
Η Λαϊ­κή Ενό­τη­τα πήρε 155.242 ψήφους ή το 2,86 % των εκλο­γέ­ων (κάτω του 50% όσων εγκα­τέ­λει­ψαν το ΣΥΡΙΖΑ). Παρά τις προσ­δο­κί­ες, για πρώ­τη εκλο­γι­κή κάθο­δο ασφα­λώς δεν είναι και λίγο. Η κατα­ψή­φι­ση του μνη­μο­νί­ου σε όλα τα επί­πε­δα είναι θετι­κή συνει­σφο­ρά για το εργα­τι­κό κίνη­μα και η πιθα­νή στρά­τευ­σή τους στους αγώ­νες. Ωστό­σο δεν έπει­σε ότι απο­τε­λεί κάτι και­νούρ­γιο, ουσια­στι­κά δια­φο­ρε­τι­κό που μπο­ρεί να δώσει στέ­ρεη προ­ο­πτι­κή και βάσι­μη ελπίδα.
Η τακτι­κή ήττα που υπέ­στη ίσως γίνει αφορ­μή για ανα­συ­γκρό­τη­ση σε άλλη βάση μέσα από αυτο­κρι­τι­κή και ξεκα­θά­ρι­σμα των θολών θέσε­ων που την χαρα­κτή­ρι­σαν. Να μιλή­σει με σαφή­νεια αντί του «δεν τίθε­ται θέμα αλλα­γής του ευρώ» (Μ. Γλέ­ζος, επι­κε­φα­λής ψηφο­δελ­τί­ου Επι­κρα­τεί­ας), να βγού­με από το ευρώ «αν χρεια­στεί» (Π. Λαφα­ζά­νης) ή «το δίλημ­μα είναι ευρώ ή δημο­κρα­τία» (Ζ. Κων­στα­ντο­πού­λου). Η αλή­θεια επο­μέ­νως είναι ότι οι υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τάξεις θεώ­ρη­σαν εξαι­ρε­τι­κά ασα­φή και αδύ­να­μη την εναλ­λα­κτι­κή λύση της ΛΑΕ.
Θετι­κά στοι­χεία ενέ­χει και η μικρή άνο­δος των ψηφο­δελ­τί­ων του ΚΚΕ (μ-λ) – ΜΛ ΚΚΕ – ΕΣ και της ΟΚΔΕ. Οι αγω­νι­στές και πολύ περισ­σό­τε­ρο οι επα­να­στά­τες που δεν εγκλω­βί­ζο­νται στο «μικρό­τε­ρο καλό» και στις μειω­μέ­νες πολι­τι­κές προσ­δο­κί­ες, πρέ­πει να δουν τον εαυ­τό τους πρω­τί­στως (και κάτω από αυτό το πρί­σμα τον άλλο). Να απαλ­λα­γούν από την αντί­λη­ψη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατά­φε­ρε, σε ένα βρά­δυ, να εκτρέ­ψει ένα μεγά­λο ρεύ­μα έστω αντί­θε­σης και δια­μαρ­τυ­ρί­ας σε ένα ρεύ­μα κοι­νω­νι­κής συναί­νε­σης και υποταγής.
Η άπο­ψη αυτή βασί­ζε­ται στην υπο­κει­με­νι­κή και αυθαί­ρε­τη πεποί­θη­ση πως η κοι­νω­νι­κή συνεί­δη­ση αλλά­ζει εντός λίγων ημε­ρών, τόσο από­το­μα. Μια τέτοια προ­σέγ­γι­ση, εκτός του ότι παρα­βλέ­πει πως οι διερ­γα­σί­ες στην κοι­νω­νία σε κάθε νέα κατά­στα­ση είναι σχε­τι­κά μακρό­συρ­τες μέχρι το άλμα, απο­δί­δει στις εργα­ζό­με­νες τάξεις την ελα­φρό­τη­τα του επιπόλαιου.
Παρα­βλέ­πει πως οι υπο­τε­λείς τάξεις δεν έδω­σαν «καθα­ρή λαϊ­κή εντο­λή» στον ενα­πο­μεί­να­ντα ΣΥΡΙΖΑ να εφαρ­μό­σει το αντι­κοι­νω­νι­κό περιε­χό­με­νο του μνημονίου.
Η δεύ­τε­ρη κυβέρ­νη­ση Τσί­πρα – Καμ­μέ­νου, δια­θέ­τει τη χαμη­λό­τε­ρη εκλο­γι­κή νομι­μο­ποί­η­ση από το 1990. Ακό­μη και η απο­δο­χή, ως ανα­γκαίο κακό, του «παράλ­λη­λου προ­γράμ­μα­τος εντός ενός μερι­κά δια­πραγ­μα­τεύ­σι­μου μνη­μο­νί­ου», ως βάση έχει την απο­στρο­φή, ενα­ντί­ω­ση προς τη μνη­μο­νια­κή πολι­τι­κή ή έστω την απά­λυν­ση των δει­νών που αυτή επι­φέ­ρει στη ζωή.
Η αντί­λη­ψη αυτή υπο­κρύ­πτει μια υπερ­με­γέ­θυν­ση του «Όχι». Στο 62%, το μόνο μετρή­σι­μο ήταν η υπέρ­βα­ση των εκβια­σμών και του φόβου των επά­νω καθώς και, το πλέ­ον σοβα­ρό, η διά­θε­ση να ακο­λου­θή­σουν τον ηγέ­τη στην επαγ­γελ­λό­με­νη πολι­τι­κή του. Διά­θε­ση που προσ­διο­ρί­ζει τόσο την ιστο­ρι­κής σημα­σί­ας προ­δο­σία του τότε ηγέ­τη Τσί­πρα στις υπο­σχό­με­νες και κατα­πα­τη­μέ­νες επαγ­γε­λί­ες και προσ­δο­κί­ες, αυτές έστω, όσο και τα εντε­λώς περιο­ρι­σμέ­να πολι­τι­κά όρια της Αρι­στε­ράς, της κομ­μου­νι­στι­κής επαγ­γε­λί­ας και επα­να­στα­τι­κής στό­χευ­σης. Όρια που επη­ρε­ά­ζο­νται εξαι­ρε­τι­κά από το βάθος της ήττας και της οπι­σθο­χώ­ρη­σης του περα­σμέ­νου αιώ­να, σε καμιά περί­πτω­ση όμως δεν δικαιο­λο­γού­νται σε αυτή την έκτα­ση και διάρκεια.
Δεν υφί­στα­στε επο­μέ­νως, προς ώρας, πλή­ρης συναί­νε­ση και υπο­τα­γή και μάλι­στα εν μια νυκτί, του ελλη­νι­κού λαού. Η υπο­χώ­ρη­ση και τακτι­κή ήττα της 20ής Σεπτεμ­βρί­ου δεν απο­διάρ­θρω­σε (ακό­μη) την κοι­νω­νι­κή βάση, είναι πολι­τι­κή, όχι κοι­νω­νι­κή. Ωστό­σο η μετάλ­λα­ξη του Τσί­πρα και του ΣΥΡΙΖΑ επω­ά­ζει τον κίν­δυ­νο μαζι­κής πολι­τι­κής και αξια­κής μετάλ­λα­ξης αγω­νι­στών, δημιουρ­γί­ας ενός νέου είδους μετα-πασο­κι­κού υπο­ταγ­μέ­νου ανθρώ­που. Από εδώ και πέρα το λόγο έχει η Αρι­στε­ρά των αγώ­νων, της ανα­τρο­πής και της σύγ­χρο­νης κομ­μου­νι­στι­κής και επα­να­στα­τι­κής επαγ­γε­λί­ας. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπο­ρεί να συμ­βά­λει καταλυτικά
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted