Οπως και αυτό, που ακολουθεί… Ποίημα με έμπνευση από τους καιρούς -τους τωρινούς και τους διαχρονικούς-.
ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ
Αχνοστέρευαν απρόθυμα νυχτιάς ανάστροφης
τα βαριά μελανόθυμα νέφη, μετρώντας
επίμονα τ’ άστρα που απόμεναν
στον κλειστό αναπόδραστο θόλο της.
Κάποτε αυτές οι λέξεις ήταν φτερά
στις γαλάζιες εκδρομές των ονείρων,
νότες που συναστρίζονταν σε μελωδία
διαφυγής καθώς το αστρόφως έσβηνε
αποδιωγμένο πάνω απ’ την έρημη πόλη.
Τώρα στέκουν πέτρες ασάλευτες ένοχης σιωπής,
σκιές Ερινύες ανεκπλήρωτων ταξιδιών
που τέλειωσαν αναπάντεχα νωρίς σε σταθμούς
και λιμάνια πλάνης, παίρνοντας κάθε φορά
τα λάθος τρένα και πλοία.
Κι εκείνος ο καθρέφτης που φτιασίδωνε αέναα το ροκανισμένο είδωλο της λάμψης
στην πλώρη μιας μοναχικής βάρκας, γλύστρησε
κι έγινε χίλια ψευδάργυρα θρύψαλα στο φίλημα
ενός χαμόγελου και μιας αμφίβολης στίξης.
Δαχτυλοδείχνοντας ειρωνικά τις απόμακρες
ακατάδεχτες μνήμες και το επαρμένο μειδίαμα
του Χρόνου, ανέτειλε ξανά η άκρη της κλωστής
προσμένοντας βαριεστημένα το αιώνιο
ακριβό της ξετύλιγμα.
(Από την Συλλογή «Το
χρωματιστό γυαλί»). Κέρκυρα 2025.

