Θόδωρου Κουρή: Ο δρόμος - Φαιακία

Θόδωρου Κουρή: Ο δρόμος

Με χαρά σας παρου­σιά­ζου­με την τελευ­ταία δημιουρ­γία του φίλ­τα­του Θοδω­ρή, που μας την εμπιστεύτηκε.

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Σε κάθε δέντρο ένας μικρός καθρέφτης

άνοι­γε τις στοι­χειω­μέ­νες λέξεις,

σε κάθε στρο­φή παρα­φύ­λα­γε μια σημαία

κου­ρε­λια­σμέ­νη κι ένας σωρός οξειδωμένων

απ’ τη συνή­θεια παλιών βεβη­λω­μέ­νων όρκων.

 

Μυριά­δες αγγε­λι­κά αστρο­χά­δια και ήχοι

ξεχύ­νο­νταν κάθε νυχτιά κι αγκάλιαζαν

τον εσώ­κο­σμο κι ύστε­ρα διασπάζονταν

και κυρί­ευαν το σύμπαν μέχρι την άκρη

της άδη­λης σιωπής.

 

Δάκρυα το ξημέ­ρω­μα για τον ολό­μαυ­ρο θόλο

πάνω απ’ τα χέρ­σα, γεμά­τα ψευδάργυρα

σκή­πτρα και συντρίμ­μια εύθραυ­στων ονεί­ρων,                                                                                                                                                  ανυ­πο­ψί­α­στα χώματα.

 

Μια μικρή γυά­λι­νη γαλά­ζια σφαί­ρα κυλούσε

σπρωγ­μέ­νη απ’ τον επι­βλη­τι­κό βοριά, μια εδώ

και μια εκεί, σ’ έναν ανα­πό­δρα­στο ατέρ­μο­να κύκλο.

 

“Πότε θα κάνει ξαστε­ριά;” ούρ­λια­ξε ο άνεμος

μεσ’ στις σχι­σμές της ανή­λια­γης προσμονής.

 

Πού πήγαν, πού πέτα­ξαν εκεί­να τα πολύχρωμα

που­λιά που μάγευαν την αίσθη­ση και ζωντάνευαν

τις ασθμαί­νου­σες σκιές;

Τώρα ένα σκο­τει­νό ματω­μέ­νο ποτά­μι κυλάει

την ανυ­πε­ρά­σπι­στη θλί­ψη του στο πέλαγος

της ανυ­παρ­ξί­ας και των φαύ­λων αναίσχυντων

ελπί­δων, νεκρή κοί­τη ανό­νει­ρων κυματισμών

κι από­κο­σμων βου­βών εικόνων.

 

Κάπου ξάφ­νου φύτρω­σε ένα κόκ­κι­νο λουλούδι

κάτω από μια ξεχα­σμέ­νη νότα,

μια φεγ­γα­ρο­α­χτί­δα το περι­μά­ζε­ψε στοργικά

και το ζέστα­νε μέχρι τη λυκαυ­γή προ­σμέ­νο­ντας                                                                                                                                                            ίσως κάποια απροσ­δό­κη­τη συνα­στρία χαμόγελων.

 

Τότε ένας κρύ­ος Ήλιος ανι­χνεύ­τη­κε μέσα

απ’ τη μολυ­βέ­νια ακο­λου­θία μιας πλά­νης, στάθηκε,

μει­δί­α­σε ειρω­νι­κά στ’ αυτό­χει­ρα λείψανα

κι ύστε­ρα κρύ­φτη­κε ξανά στην αυτά­ρε­σκη ησυ­χία του,                                                                                                                                               μακριά στο παράλ­λη­λο σύμπαν του.

 

Είναι της τύχης όρισμα,

της μοί­ρας προσταγή

ή κάλ­πι­κο εικόνισμα

στου ονεί­ρου τη φυγή;

 

Ή μήπως είναι τ’ όνειρο

του δρό­μου ο χρησμός

που τον κρα­τά­ει όμηρο

ψεύ­τι­κος λογι­σμός; 

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted