Τα παιδιά του Φλεβάρη…. - Φαιακία

Τα παιδιά του Φλεβάρη….

Το βιβλίο του Λάμπρου Τόκα, που κυκλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα και παρου­σιά­στη­κε πριν από περί­που μία εβδο­μά­δα είναι μία εξαι­ρε­τι­κά επί­και­ρη ευκαι­ρία ανα­δρο­μής σε μία παρέα ανθρώ­πων, που με το αίμα τους στην ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ ανα­γέν­νη­σε τους δεσμούς του ΚΚΕ με τον λαό και τους αγώ­νες του… Μιλά­με για  “καμι­κά­ζι” αν ανα­λο­γι­σθεί κανείς τις συν­θή­κες αστυ­νο­μο­κρα­τί­ας από τη μία αλλά και την τότε οργα­νω­τι­κή ανε­πάρ­κεια του ΚΚΕ από την άλλη. 
Επι­και­ρο το βιβλίο, για την ποθη­τή ενό­τη­τα της αρι­στε­ράς, αφού λει­τουρ­γεί σαν συνά­ντη­ση ανθρώ­πων, που πήραν στην πορεία του χρό­νου δια­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους και που σε προ­χω­ρη­μέ­νες ηλι­κί­ες, κου­βα­λώ­ντας βέβαια τα “γονι­δια­κά” ελατ­τώ­μα­τα αλλά και τη σοφία της ηλι­κί­ας, μπο­ρούν να βοη­θή­σουν… Εξαιρο΄πυνται, ασφα­λώς οι “Μηδί­σα­ντες”, που τους αγνο­εί και το βιβλίο… Το σημεί­ω­μα για το βιβλίο έχει συγ­γρα­φέα τον φίλ­τα­το Θανά­ση Σκα­μνά­κη. Δημο­σιεύ­τη­κε στο ΠΡΙΝ και το κοι­νο­ποί­η­σε στην ΦΑΙΑΚΙΑ ο επί­ση­ςε φίλ­τα­τος Στέ­φα­νος Πάντος… Και οι δυό τους βρί­σκο­νται και μέσα στις σελί­δες αυτού του βιβλίου…

Τα παι­διά του Φλεβάρη….
Την Τετάρ­τη το βρά­δυ ξανα­βρέ­θη­καν -ύστε­ρα από πόσα χρό­νια άραγε;-
κάμπο­σοι άνθρω­ποι που είχαν κάπο­τε τις πιο στε­νές συντρο­φι­κές σχέ­σεις κι ύστερα
σκόρ­πι­σαν, σχε­δόν χάθηκαν.
Αφορ­μή για τη συνεύ­ρε­ση έδω­σε η παρου­σί­α­ση του βιβλί­ου του Λάμπρου Τόκα,
Τα παι­διά του Φλε­βά­ρη: Μαρ­τυ­ρί­ες συλληφθέντων
αγω­νι­στών 40 χρό­νια μετά το χτύ­πη­μα στο κλι­μά­κιο του ΚΚΕ το 1974
(εκδ.
Καστανιώτη).
Το βιβλίο σε μεγά­λο του μέρος ανα­φέ­ρε­ται στη γενιά που ονο­μά­στη­κε αργότερα
Γενιά του Πολυ­τε­χνεί­ου και αφο­ρά εκεί­νο το κομ­μά­τι της που δεν
συναλ­λά­χθη­κε με το σύστη­μα εξου­σί­ας
.
Δεν είναι λόγω επι­λο­γής του συγ­γρα­φέα αλλά λόγω επι­λο­γής των ίδιων των
γεγο­νό­των. Αυτό το τμή­μα της γενιάς, τα μεγα­λύ­τε­ρο και καλύ­τε­ρο, έμει­νε εν πολ­λοίς πίσω από τα
παρα­μορ­φω­τι­κά φώτα της δημο­σιό­τη­τας.
Εν πάση περι­πτώ­σει περί αυτού έχουν
γρα­φτεί και έχουν ειπω­θεί πολ­λά.
Παρα­τη­ρού­σα ωστό­σο τους 60 και βάλε χρό­νων εκπρο­σώ­πους της γενιάς. Από τότε, το
1974, έχουν περά­σει 40 χρό­νια και όσα κου­βά­λη­σαν έχουν απο­τυ­πω­θεί πάνω τους, με
όλους τους τρό­πους κι όχι τόσο με τις φαλά­κρες και τα άσπρα μαλ­λιά. Είναι το
βλέμ­μα κυρί­ως που δεν σπι­θί­ζει ίδιες προσ­δο­κί­ες. Επό­με­νο!
Με πολ­λούς έχου­με απο­ξε­νω­θεί, ουσια­στι­κά πια. Ωστό­σο τότε είχα­με ταυ­τι­στεί τόσο
πολύ που ήταν κάτι πολύ περισ­σό­τε­ρο από οικο­γέ­νεια, ήταν σύντρο­φοι. Έτσι
κάθε σύλ­λη­ψη μάς έσκα­βε τα σωθι­κά κι ήταν σαν να κοβό­ταν κάτι από τη, βαθύτερη
ύλη μας. Τέλος πάντων.
Ύστε­ρα από κάποια ηλι­κία η διά­θε­ση να λες ιστο­ρί­ες από το παρελ­θόν αναπτύσσεται
γορ­γά, μαζί με τη δυνα­τό­τη­τα του μυα­λού να σβή­νει δυσά­ρε­στες όψεις και να
προ­βά­λει σχε­δόν ιδα­νι­κές εικό­νες. Εξάλ­λου στο παρελ­θόν μας έχου­με απεριόριστη
δύνα­μη επέμ­βα­σης. Αν όμως θέλου­με να μιλή­σου­με με σύγ­χρο­νους όρους,
απο­φεύ­γο­ντας όσο μπο­ρού­με τους εξω­ραϊ­σμούς, θα πρέ­πει δυο πράγ­μα­τα να πού­με.
Το πρώ­το και κύριο: τότε, όταν ήρθαν τα γεγο­νό­τα και σε ρώτη­σαν «εσύ τι λες;»
δεν κάθι­σες να το λογα­ριά­σεις, τι συμ­φέ­ρει, τι όχι, ποια καριέ­ρα και ποιο
μέλ­λον σού επι­φυ­λάσ­σουν… Είπες ναι, χωρίς περι­στρο­φές και με πλή­ρη συνείδηση.
Δεν είχες στο μυα­λό σου ηρω­ι­σμούς και τότε. Ούτε καν μια κοι­νω­νι­κή καταξίωση
και απο­δο­χή. Σε ένα περι­βάλ­λον μου­ντό και σε μεγά­λο βαθ­μό εχθρι­κό δεν μπορούσες
να δια­βλέ­πεις ευφημία.
Το δεύ­τε­ρο έρχε­ται σαν συνέ­πεια του πρώ­του. Πώς έγι­νε κι εκεί­να τα
βου­τυ­ρό­παι­δα, τα παι­διά του Βαρ­βα­κεί­ου, του πρό­τυ­που πει­ρα­μα­τι­κού τότε και των
«καλών» οικο­γε­νειών, μεσο­α­στι­κών, μικρο­α­στι­κών, ακό­μα και αστι­κών, και
λιγό­τε­ρο, πολύ λιγό­τε­ρο δυστυ­χώς εργα­τι­κών, να πιστέ­ψουν τόσο πολύ στην
υπό­θε­ση του κομ­μου­νι­σμού και να βρε­θούν στα βασα­νι­στή­ρια παλι­κά­ρια, σαν να
έρχο­νταν από παλιά;
Ήταν τα γεγο­νό­τα που
τους έκα­ναν. Δεν θα ανα­φερ­θώ στους λαμπε­ρούς ανθρώ­πους που τους ενέπνευσαν,
για­τί κι αυτοί δεν θα ήταν αν τα γεγο­νό­τα δεν τους δημιουρ­γού­σαν.

Έχουν μια κάποια σημα­σία αυτά σε άνυ­δρους και­ρούς. Κι όπως λένε κι οι
Κατσι­μι­χαί­οι «η μνή­μη τρέ­φει το παρόν, το παρελ­θόν μας
δικαιώνοντας».
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted