Μια μικρή πασχαλίτσα… - Φαιακία

Μια μικρή πασχαλίτσα…

Ετσι επι­γρά­φε­ται ένα παλιό­τε­ρο κεί­με­νο του φίλ­τα­του Νίκου Μητσιά­λη… Ανοι­ξιά­τι­κο, Μαγιά­τι­κο και πάντα επί­και­ρο… Παραθέτουμε

Μια μικρή πασχαλίτσα…
Παρα­τη­μέ­νη στο 
κηπά­κο του σπι­τιού εκεί,  που γεννήθηκε
ο Ρίτσος στης Μονεμ­βά­σιας το βρά­χο που σήμε­ρα σφύ­ζει από τη ζωή του
Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κου και από των αργιών το φευ­γιό… Μια μικρή λιγνή πασχαλίτσα
ανθι­σμέ­νη απ’ του Μαγιού το ξεμπρό­στια­σμα, δεί­χνει με το πεί­σμα της να στέκι
μόνη, πως κάπο­τε ποτί­ζο­νταν και λιπαί­νο­νταν και εκεί­νη από του Ρίτσου τους
στί­χους… Εκεί στα αρι­στε­ρά ανε­βαί­νο­ντας στο στε­νό αδιέ­ξο­δο σοκά­κι που αν δεν
προ­σέ­ξεις τη μικρή μισό­σβη­στη πινα­κί­δα που δεί­χνει το δρό­μο του Αθά­να­του τον
προ­σπερ­νάς όπως και οι περισ­σό­τε­ροι… Δεν είναι εύκο­λη η πρό­σβα­ση σ’  αυτόν αφού θα πρέ­πει να αψη­φή­σεις εμπό­δια από
οσμές και γεύ­σεις, μπι­χλι­μπί­δια «ντό­πιας λαϊ­κής τέχνης» από χέρια κινέζικα!
Επι­πλω­μέ­να δωμά­τια με θέα στο πέλα­γος και το ανθρώ­πι­νο ποτα­μά­κι που αδιά­φο­ρο για
μνή­μες και μνη­μεία πολι­τι­σμού ψάχνει ενα­γω­νί­ως τις καλ­λί­τε­ρες φωτο­σκιά­σεις για
να εστιά­σει της στιγ­μής την εικό­να… Μια μικρή πασχα­λί­τσα με μια διακριτική
ευω­διά  , άρω­μα θείο , που σου
φέρ­νει  στη μνή­μη τις στρο­φές εκεί­νου: «Κάθε λου­λού­δι έχει τη θέση του στον ήλιο, κάθε άνθρω­πος έχει ένα όνειρο…»
Όμως από και­ρό τώρα τα όνει­ρα των περισ­σό­τε­ρων ανθρώ­πων της πατρί­δας μου
άλλα­ξαν χρώ­μα. Τα όνει­ρα αυτών έχουν πια το χρώ­μα από τη γάνα της σκου­ριάς που
εκεί­νη σού­ρω­σε απ’ της συναλ­λα­γής το ξέπλυ­μα και έβα­ψε ανε­ξί­τη­λα, εξουσιαστές
και εξου­σια­ζό­με­νους με το χρώ­μα του πρό­σκαι­ρου «κέρ­δους»… Εκεί στης μικρής
καστρο­πο­λι­τεί­ας το χώρο με την μονα­δι­κή «έμβα­ση» κατά­λα­βα πως ξεχά­σα­με πια «να
κου­βε­ντιά­ζου­με ήσυ­χα-ήσυ­χα κι απλά…» και πως «ούτε
κατα­λα­βαι­νό­μα­στε πια και ούτε αύριο θα γίνου­με πιο απλοί…»
όπως
εκεί­νος πίστευε , ίσως για­τί μας έπει­σαν πως μας χρειά­ζο­νται ακό­μα και πιο
περισ­σό­τε­ρα μπι­χλι­μπί­δια, οσμές και γεύ­σεις , δώμα­τα με θέα στο πέλα­γος για να
γεμί­ζου­με το διαρ­κώς αυξα­νό­με­νο κενό μας … « Η μονα­ξιά, είπε, κάθεται
πίσω απ’ τη φωνή μας…»
Και εκεί­νη , η φωνή της μονα­ξιάς μας, η δική
μας φωνή, προ­σπα­θεί μάταια να περά­σει μέσα από τα τσι­πά­κια του κινη­τού μας για
να αντα­μώ­σει με τη φωνή της άλλης μονα­ξιάς του απέ­να­ντι… Μια μικρή πασχαλίτσα
που έζη­σε  για να συντρο­φεύ­ει τη χάλκινη
προ­το­μή  Εκεί­νου. Χαλ­κός στο­λι­σμέ­νος με
γιρ­λά­ντα από μαρα­μέ­νες μαρ­γα­ρί­τες του αγρού… Χαλ­κός οξει­δω­μέ­νος που αλί­μο­νο με
στό­μα θεό­κλει­στο ανί­κα­νο πια να απαγ­γεί­λει της Ρωμιο­σύ­νης τους στίχους,
σιω­πη­λός αγνα­ντεύ­ει το γαλά­ζιο της θάλασ­σας έτσι όπως απλώ­νε­ται κάτω από του
βρά­χου το ψήλω­μα… Και στ’ από­γιο­μα εκεί που ο ήλιος παίρ­νει βόλ­τα πίσω από της
καστρο­πο­λι­τεί­ας τους βρά­χους και πάει αργά, αργά για το νύχτω­μα θυμά­σαι εκείνον
το στί­χο του, που μίλα­γε για τις: «Τόσες νύχτες, τόσους
βρά­χους, τόσους σκο­τω­μέ­νους ―είπε― εσύ, Επα­νά­στα­ση, μας άνοι­ξες τις φαρδιές
λεω­φό­ρους για μια παναν­θρώ­πι­νη συνά­ντη­ση…»
Αλί­μο­νο, αυτές οι φαρδιές
λεω­φό­ροι της κάπο­τε ελπί­δας μας, είναι τώρα γεμά­τες από πεινασμένους
μετα­νά­στες, σκο­τει­νές συμ­μο­ρί­ες, πόρ­νες και επαί­τες άθλιους, μοναχικούς
δια­βά­τες της από­γνω­σης, όλα αυτά μιας πολύ­χρω­μης εξου­σί­ας γεν­νή­μα­τα… Λεωφόροι
σε  παγκό­σμια συνά­ντη­ση  τρό­μου και η «επα­νά­στα­ση» να καρ­τε­ρά­ει  – όπως λένε οι Γραμ­μα­τείς και οι Φαρισαίοι
της «μιας μονα­δι­κής αλη­θεί­ας» -την ανά­στα­ση της από τους ίδιους τους δολοφόνους
της… Γνω­στός ο επί­λο­γος όταν του­φε­κί­ζε­ται ο λόγος… Γύρι­σα κοί­τα­ξα δεξιά, ζερβά
κανείς κοντά μου, μόνος δίπλα της, έτσι άπλω­σα χέρι χάι­δε­ψα το μικρό της
κλα­ρά­κι, πλη­σί­α­σα το άνθος στ’ αχόρ­τα­γα ρου­θού­νια μου ρου­φώ­ντας το μύρο της και
αδί­στα­κτα έκο­ψα ένα μικρό της κλω­νά­ρι… Θα τη φυτέ­ψω για να θεριέ­ψει, θα τη
ποτί­ζω, θα τη λιπαί­νω και στο ξημέ­ρω­μα θα της δια­βά­ζω στί­χους Εκεί­νου, για να
γίνο­νται τ’ άνθια της περίσ­σια και μυρω­διές αιθέ­ριες να μαγεύ­ουν τον νου μου
και μέσα από τις στρο­φές των ποι­η­μά­των του να ανοί­γο­νται φαρ­διές οι λεωφόροι
των ονεί­ρων μου για­τί έχω ακό­μα ανά­γκη να ελπίζω… 
*Αφιε­ρω­μέ­νο στα εκα­τό χρό­νια από
τη γέν­νη­ση του Γιάν­νη Ρίτσου (1009-2009)

Από το ταξί­δι στη Μονεμ­βα­σιά Μάης
2009- Κέρκυρα
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted