Η Νάντια και Εμείς - Φαιακία

Η Νάντια και Εμείς

Ανα­πα­ρά­γο­ντας το κεί­με­νο του Θανά­ση Καρ­τε­ρού, νιώ­θου­με την ανά­γκη να συνυ­πο­γρά­ψου­με το κείμενο… 
Ανα­φέ­ρε­ται σε έναν άνθρω­πο, την Νάντια Βαλα­βά­νη, που έχου­με βαθειά προ­σω­πι­κή εκτί­μη­ση για το ήθος της, την αγω­νι­στι­κό­τη­τά της, τις ικα­νό­τη­τές της. Η επί­θε­ση από …γνω­στούς ανθρώ­πους, χώρους και κυκλώ­μα­τα έρχε­ται να προ­στε­θεί στους τίτλους τιμής, που της ανήκουν… 

Η ΝΑΝΤΙΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ
Για­τί τη Νάντια; Για­τί δεν τους αρέ­σουν όσα λέει και
κάνει τώρα τελευ­ταία, είναι η πρώ­τη σκέ­ψη. Πιστεύω όμως ότι το πράγ­μα πάει
βαθύ­τε­ρα. Δεν τους αρέ­σει το γεγο­νός ότι σαρά­ντα χρό­νια δεν προ­σήλ­θε στις
κου­ζί­νες και στα σαλό­νια τους. Δεν τους αρέ­σει ότι πέρα­σε από σαρά­ντα κύμα­τα κι
ακό­μα επι­μέ­νει. Δεν τους αρέ­σει ότι οι παλιοί της σύντρο­φοι, πλή­θος νέων, κι
ακό­μα μεγα­λύ­τε­ρο πλή­θος απλών ανθρώ­πων, τη θεω­ρούν ένα από τα πιο καθαρά
πρό­σω­πα της Αρι­στε­ράς. Δεν τους αρέ­σει ότι είναι από τους ανθρώ­πους που γεφυρώνουν
τις εξε­γέρ­σεις του χτες με τους στό­χους του σήμερα.
Κι έτσι την έκα­ναν στό­χο οι επαγ­γελ­μα­τί­ες κακό­βου­λοι της
λεγό­με­νης ενη­μέ­ρω­σης. Οι μπρά­βοι που εκτε­λούν συμ­βό­λαια λάσπης, πλη­ρω­τέα τοις
μετρη­τοίς. Οι ποντι­κοί που ροκα­νί­ζουν ανθρώ­πους και στά­σεις ζωής για να
συμπε­ρά­νουν κάθε φορά το ίδιο: Όλοι είναι ίδιοι. Κι αφού όλοι είναι ίδιοι, δεν
τρέ­χει τίπο­τε με όσους ρήμα­ξαν τη χώρα, τη δημο­κρα­τία, την αξιο­κρα­τία, και τα
δημό­σια ταμεία δεκα­ε­τί­ες τώρα. Τι να ξοδευό­μα­στε να καθί­ζου­με στο σκα­μνί της
λαϊ­κής κρί­σης τους προη­γού­με­νους αφού και οι τωρι­νοί -μάλι­στα κύριε, η
Βαλα­βά­νη!- τα ίδια είναι έτοι­μοι να κάνουν και κάνουν;
Η Νάντια και κάθε Νάντια όμως, αρου­ραί­οι, έρχε­ται από
πολύ μακριά, για να μπο­ρεί­τε να τη ροκα­νί­σε­τε. Έχει πιστο­ποι­η­τι­κά με υπογραφές
θάρ­ρους, αίμα­τος, επι­μο­νής και συνέ­πειας. Κι όσοι από τα δίσε­κτα χρό­νια μέχρι
σήμε­ρα πορευ­τή­κα­με μαζί της, συμ­φω­νή­σα­με μαζί της, δια­φω­νή­σα­με μαζί της,
τρέ­ξα­με μαζί της, στα­θή­κα­με μαζί της, ξέρου­με κάτι που δεν σας το έχουν μάθει
στην ανω­τά­τη σχο­λή υπο­νο­μευ­τών και υπο­νό­μων. Ότι υπάρ­χουν -ευτυ­χώς- άνθρωποι
ακό­μα που μπο­ρούν να κου­βα­λούν στις πλά­τες τους όχι μόνο το αύριο, αλλά και το
σταυ­ρό που αυτό συχνά συνεπάγεται.
Μα η Νάντια παραι­τή­θη­κε, είπε, έκα­νε, δεν έκα­νε, τον
τελευ­ταίο και­ρό. Ε, λοι­πόν, σας έχω νέα: Όχι κι αν είπε κι έκα­νε, δικός της και
δικός μας λογα­ρια­σμός. Αλλά όχι λογα­ρια­σμός τρα­πέ­ζης, ηλί­θιοι. Λογαριασμός
μετα­ξύ συντρό­φων που κρά­τη­σαν τη ζωή τους ταξι­δεύ­ο­ντας ανά­με­σα σε κίτρινα
δέντρα. Και σ’ αυτό το ταξί­δι, η Νάντια είναι παρού­σα, όπως πάντα. Με τις δικές
της απο­σκευ­ές, όπως το συνη­θί­ζει. Αλλά και με την αλυ­σί­δα περι­φρού­ρη­σης γύρω
της, που μάθα­με πια να σχη­μα­τί­ζου­με…
 
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted