ΜΙΚΡΑ ΤΙΠΟΤΑ - Φαιακία

ΜΙΚΡΑ ΤΙΠΟΤΑ

Η παρού­σα ανάρ­τη­ση είναι “εναλ­λα­κτι­κή” σε σχέ­ση με το συνή­θες περιε­χό­με­νο της ΦΑΙΑΚΙΑΣ… Θα το κατα­λά­βε­τε δια­βά­ζο­ντας το αφή­γη­μα της φίλ­τα­της Τατούμ Ο’ Νήλ, που μοιά­ζει λιγό­τε­ρο πολι­τι­κό και που είναι -κατά την άπο­ψή μας- και βαθύ­τα­τα πολι­τι­κό… Ασφα­λώς και είναι ένα -πάλι κατά τη γνώ­μη μας- θαυ­μά­σιο δημιούρ­γη­μα γεμά­το ανθρω­πιά με όρα­μα την ευτυ­χία της απλότητας…

ΜΙΚΡΑ ΤΙΠΟΤΑ
Κοντού­λης, με πηδη­χτό, χαρού­με­νο βήμα και καλόκαρδη
φάτσα φασου­λή, τον έβλε­πες και χαμο­γε­λού­σες πλα­τιά, έτσι, χωρίς λόγο. Η γυναίκα
του στο ίδιο σου­λού­πι με αυτόν, λίγο πιο γεμα­τού­λα, με ένα μού­τρο ευτυχισμένο.
Πόσο σπά­νια συνα­ντάς πρό­σω­πα ευτυ­χι­σμέ­να. Έμε­ναν σε ένα μικρό, ισόγειο,
κου­κλί­στι­κο σπι­τά­κι μέσα στην πόλη, ένα ζευ­γά­ρι αγα­πη­μέ­να ποντι­κά­κια. Αυτός
ήταν κου­ρέ­ας, δεν θυμά­μαι εάν είχε μαγα­ζί, πήγαι­νε κάθε μέρα στο νοσο­κο­μείο της
πόλης και ξύρι­ζε όσους ασθε­νείς κατά­κοι­τους είχαν την ανά­γκη του. Με το
πηδη­χτό, ανά­λα­φρο βήμα του και το φωτει­νό του μού­τρο έμπαι­νε στους θαλά­μους, τα
σύνερ­γα της τέχνης του στο χέρι. Εκεί, ανά­με­σα στους διά­φο­ρους πόνους, αυτός,
με τέχνη και με αγά­πη (ναι, με αγά­πη για­τί αγα­πού­σε πρώ­τα – πρώ­τα τη δουλειά
του), ξύρι­ζε τους αρρώ­στους, το ξυρά­φι άγγι­ζε τα ταλαι­πω­ρη­μέ­να μάγου­λα και το
ψυχρό μέταλ­λο στα χέρια του ανα­κού­φι­ζε και γαλή­νευε. Στη­νό­ταν μικρά πανηγύρια,
με πει­ράγ­μα­τα και ψιλο­κου­βέ­ντες, βοη­θού­σε το παρου­σια­στι­κό του κι η καλοσυνάτη
φύση του. Δεν ξέρω εάν τον φώνα­ζαν να περι­ποι­η­θεί κι αυτούς που μετέ­βαι­ναν σε
έναν άλλο κόσμο. Αλλά εκεί, ανά­με­σα στους τάλαι­νες ζωντα­νούς, εκεί­νο το μικρό
τίπο­τα, το ξύρι­σμα από τα χερά­κια του, ίσως να μετρού­σε κάποιες στιγ­μές πιο
πολύ κι από όλη την ομά­δα των για­τρών πάνω από το κεφά­λι του αρρώ­στου. Πάντοτε
αγα­πού­σα τη «μικρή» ιστο­ρία. Κι ακό­μη κι όταν καμιά φορά ανα­λο­γί­ζο­μαι τη δική
μου ζωή αντί για τα μεγά­λα εκεί­να τα μικρά τίπο­τα είναι που ανα­δεύ­ει η μνήμη
μου. Το πρό­σω­πο μπο­ρεί να έχει σβή­σει αλλά δεν ξεχνάω το χέρι που κρά­τη­σε το
δικό μου. Τη γλύ­κα στη φωνή της μάνας. Μια ασπρό­μαυ­ρη φωτο­γρα­φία, εγώ σε μια
βάρ­κα μικρή με τον πατέ­ρα μου. Την καλο­σύ­νη ενός ξένου στο δρό­μο (χρειά­ζε­σαι
βοή­θεια;). Το βλέμ­μα ανα­γνώ­ρι­σης ενός άγνω­στου άντρα στο μετρό που δεν είδα
ποτέ ξανά. Εκεί­νο το υπε­ρή­λι­κο ζευ­γά­ρι που τους θυμά­μαι να περ­πα­τά­νε κάθε μέρα
πια­σμέ­νοι από το χέρι. Το γλυ­κό που μοι­ρά­στη­κα με ένα γυφτά­κι, όχι ελεημοσύνη.
Εκεί­νο το κρυ­φό από­γευ­μα που έκλε­βα σύκα, τα σπο­ρά­κια τους στα δόντια σου. Από
μικρά τίπο­τα κι αυτά που γρά­φω. Μικρά τίπο­τα που λένε πολ­λά, ποιος είσαι και
από πού έρχε­σαι, τι διά­βα­σες, ποιους αγά­πη­σες, για­τί αγω­νί­στη­κες, τι άφησες
πίσω σου. Αν τελι­κά έγι­νες κάποιων άλλων το μικρό τίποτα
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted